Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

Ο μύθος της υποχρηματοδότησης των ΑΕΙ

Ένα κείμενο του Μανδραβέλη, δυο ερωτήματα του Leo και μια απόπειρα απάντησης.

Ο μύθος της υποχρηματοδότησης των ΑΕΙ


Tου Πασχου Μανδραβελη από την Καθημερινή


Πριν από μερικές εβδομάδες ένας αριθμός τρομοκράτησε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Ο αριθμός «20.000». Τόσα υπολογίστηκαν τα κενά στα σχολεία και αυτό το νούμερο κόσμησε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, έγινε σημαία των συνδικαλιστών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τρομοκράτησε τους γονείς και σ’ αυτόν στηρίχτηκαν βαθυστόχαστες αναλύσεις του τύπου «πού πάμε, ρε; Πού πάμε;... Οταν μια κοινωνία δεν επενδύει στην παιδεία...» κ.λπ.
Τελικά τα κενά, παρά τη συνταξιοδότηση χιλιάδων εκπαιδευτικών είναι μόλις 2.000 (εν δέκατον των προϋπολογισμένων), πράγμα που επίσης είναι παράδοξο, αφού η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη αναλογία δασκάλων προς μαθητές στον δυτικό κόσμο: ένας διδάσκων ανά δέκα διδασκόμενους στην Ελλάδα, όταν στη Φινλανδία το αντίστοιχο κλάσμα είναι 1/15. Την ίδια αναλογία δασκάλων μαθητών (1/15) έχουν και οι ΗΠΑ, ενώ ακόμη χειρότερη είναι στις Γερμανία, Ιαπωνία, Γαλλία, Βρετανία, Αυστραλία που πλησιάζουν το 1/20.
Κάποιοι μπορεί να σκεφτούν: «σιγά το πράγμα! Σάμπως είναι η πρώτη φορά που στη χώρα μαγειρεύονται τα νούμερα; Σχολή δημιουργικής λογιστικής θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει. Εξάλλου πίσω από τους αριθμούς κρύβονται άνθρωποι» (σ.σ.: συνήθως αργόσχολοι).
Το πρόβλημα όμως είναι ότι αυτού του τύπου οι κινδυνολογίες και οι πολλοί ψευδείς αριθμοί που κυκλοφορούν αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση και δίνονται οι λάθος λύσεις. Ενώ, για παράδειγμα, η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση πάσχουν από υποδομές (λόγω της υποχρηματοδότησης) οι κυβερνήσεις πιεζόμενες από την κινδυνολογία των κενών αντί να φτιάχνουν τα σχολεία τα φορτώνουν με διδάσκοντες. Αντί να δημιουργούν υποδομές, ώστε να μαθαίνουν τα παιδιά, λύνουν το πρόβλημα της ανεργίας των διδασκόντων.
Ενας άλλος μύθος που κυκλοφορεί είναι εκείνος της υποχρηματοδότησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτός δεν βασίζεται μόνο στο πραγματικό γεγονός της υποχρηματοδότησης της παιδείας στο σύνολό της (η Ελλάδα δίνει το 3,9% του ΑΕΠ, με μέσο όρο της Ε.Ε των «27» 5,04%). Στους ευρωπαϊκούς λογαριασμούς, η Ελλάδα εμφανίζεται να ξοδεύει πολύ λίγα ανά φοιτητή ή σπουδαστή: οι κατά κεφαλήν δαπάνες της χώρας μας το 2006 ήταν 5.200 ευρώ, ενώ ο μέσος όρος των «27» ήταν 8.400 ευρώ ανά φοιτητή ή σπουδαστή.
Από την άλλη, όμως, η χώρα μας εμφανίζεται να ξοδεύει πολλά περισσότερα για τα τριτοβάθμια ιδρύματα, σε σύγκριση με τις άλλες δυτικές χώρες. Η Ελλάδα ξοδεύει το 1,44% του ΑΕΠ στην ανώτατη εκπαίδευση, όταν η κραταιά Γερμανία δίνει το 1,14% του ΑΕΠ, οι ΗΠΑ το 1,33% και ο μέσος όρος της Ευρώπης των «27» είναι στο 1,15%. (Σ.Σ.: η παιδεία που χαντακώνουμε είναι η δευτεροβάθμια. Η Ελλάδα δίνει στα Γυμνάσια και Λύκεια το 1,14% του ΑΕΠ, ενώ ακόμη και η Εσθονία δίνει το 2,32%. Ο μέσος όρος της Ευρώπης των «27» είναι 2,25%).
Το μυστικό, βέβαια, αυτού του παράδοξου βρίσκεται στους αιώνιους φοιτητές, οι οποίοι ακόμη παραμένουν εγγεγραμμένοι στα ελληνικά ΑΕΙ και μειώνουν την ελληνική κατά κεφαλήν δαπάνη. Οπότε μάλλον πρέπει να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα: από τα ελληνικά ΑΕΙ δεν λείπουν τα λεφτά. Αλλα λείπουν· η οργάνωση, το μεράκι και η δουλειά ενός μεγάλου μέρους των διδασκόντων.



Το άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη αναδεικνύει δυο ερωτήματα που ζητούν απάντηση σχετικά με την κατώτερη και τη μέση εκπαίδευση.

Γιατί οι εκπαιδευτικοί της κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης είναι πολλοί;

Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές είναι πολλοί γιατί ως γνωστόν δουλεύουν λίγο και φυσικά πληρώνονται λίγο. Ένας νεοδιόριστος καθηγητής έχει υποχρεωτικό ωράριο 21 ώρες την εβδομάδα, 19 ώρες με 6 χρόνια προϋπηρεσία, 18 ώρες με 12 χρόνια, και με πάνω από 20 χρόνια μόνο 16 ώρες. Αν το 19 ώρες ήταν 24, τότε 5 καθηγητές θα κάλυπταν τη θέση ενός που δεν θα χρειαζότανε να προσληφθεί. Το ελληνικό κράτος έχει κάνει μια καθαρή επιλογή. Προσλαμβάνει πολλούς, για να δουλεύουν λιγότερο, και τους πληρώνει κάκιστα, αλλά δίκαια για τις ώρες που εργάζονται. Ταυτόχρονα όμως παρέχει στους πολίτες μέτρια έως κακή δημόσια παιδεία με αποτέλεσμα οι κακοπληρωμένοι δάσκαλοι να έχουν πελατεία για ιδιαίτερα μαθήματα ώστε να συμπληρώνουν το εισόδημά τους και μάλιστα αφορολόγητα. Από την άλλη, διορίζοντας πολλούς αποκτά και πολλούς πελάτες και είναι όλοι ευχαριστημένοι. Το κακό εκπαιδευτικό σύστημα συντηρεί χιλιάδες φροντιστήρια κάθε τύπου στα οποία δουλεύουν χιλιάδες εκπαιδευτικοί με αποτέλεσμα το επάγγελμα να έχει σχεδόν μηδενική ανεργία. Εργαζόμενοι και εργοδότες πληρώνουν εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία και φόρους.  Ακόμα, επειδή τα σχολικά βιβλία είναι κατά κανόνα μη λειτουργικά,  λες και έχουν γραφτεί επίτηδες έτσι, δημιουργείται ανάγκη για χιλιάδες τίτλους βοηθημάτων που κυκλοφορούν στην αγορά, από δεκάδες εκδοτικούς οίκους με αξιοζήλευτους τζίρους πολλών εκατομμυρίων ευρώ.
Συνεπώς, οικονομικά, το σύστημα δουλεύει μια χαρά. Παράγεται πλούτος, μειώνεται η ανεργία. Φυσικά κάποιος πληρώνει για να δουλεύει σωστά η μηχανή και αυτός είναι ο κάθε γονιός που πρέπει να ρίχνει το απαιτούμενο καύσιμο, αν θέλει το παιδί του να μάθει γράμματα. Κοινώς, η δημόσια παιδεία δεν είναι τόσο δημόσια και πάνω απ’ όλα δεν είναι δωρεάν. Δυστυχώς όμως δεν είναι και αποτελεσματική, αφού ο κατακερματισμός, η ασυνέχεια, η πολυδιάσπαση, ακυρώνουν το μορφωτικό της στόχο. Εκτός από το γονιό που πληρώνει σε χρήμα, πληρώνει και ο μαθητής σε χιλιάδες ώρες εργασίας,  από τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής του, χωρίς το ανάλογο κέρδος γι’ αυτόν.

Γιατί κάθε Σεπτέμβρη έρχονται στην επικαιρότητα οι κενές θέσεις των σχολείων;

Για ένα περίεργο λόγο οι καθηγητές και οι δάσκαλοι αν και είναι πολλοί, ποτέ δεν φτάνουν. Ο πίθος των Δαναΐδων στη σύγχρονη εποχή.  Η συνδικαλιστική ηγεσία των εκπαιδευτικών μεγεθύνει πάντα τα κενά για να ζητά περισσότερους διορισμούς. Δεν την άκουσα όμως να διαμαρτύρεται για το γεγονός των αποσπάσεων σε απίθανες υπαρκτές και ανύπαρκτες υπηρεσίες χιλιάδων εκπαιδευτικών κάθε χρόνο που δημιουργούν τα περισσότερα κενά σε δυσπρόσιτες και νησιωτικές περιοχές της χώρας μας. Ούτε για τη μη ορθολογική κατανομή του προσωπικού που έχει σαν αποτέλεσμα, αλλού να υπάρχουν ελλείψεις και αλλού πλεονάσματα σε προσωπικό. Ίσως, γιατί η μέθοδος της απόσπασης βοηθάει όλους να βολεύονται και να βολεύουν ημετέρους. Και στους όλους δεν είναι μόνο οι κυβερνητικοί παράγοντες ή οι διοικήσεις, αλλά και οι συνδικαλιστικοί μηχανισμοί ως χέρι, αριστερό ή δεξιό, της εξουσίας. Η πίεση για διορισμούς εξυπηρετεί τους πάντες, γιατί:

Οι κρατούντες βρίσκουν ευκαιρία, δήθεν πιεζόμενοι,  να διορίζουν, πολλούς χωρίς καν τη διαδικασία του ΑΣΕΠ, άρα να ψηφοθηρούν. Στο φινάλε δεν τους πληρώνουν από την τσέπη τους.
Οι συνδικαλιστικές παρατάξεις και τα αντιπολιτευόμενα κόμματα, πωλούν προστασία και εξυπηρέτηση σε πλήθη πολιτών που περιμένουν να διοριστούν στο δημόσιο, με το γλίσχρο μισθό, αλλά και το μικρό ωράριο και την ακόμα μικρότερη ευθύνη.

Οι ήδη διορισμένοι αντιλαμβάνονται στην πράξη, ότι όσοι περισσότεροι συνάδελφοι κυκλοφορούν σ’ ένα σχολείο, τόσο «καλύτερα» μοιράζονται οι διοικητικές δουλειές, τόσο μειώνεται το υποχρεωτικό ωράριο, τόσο πιο εύκολο είναι να χαθείς μέσα στο πλήθος.

Η κοινή γνώμη, κοινή όπως πάντα και συχνά κενή, νομίζει ότι πολλοί δάσκαλοι σημαίνουν και καλή εκπαίδευση και ζητά και αυτή πολλούς διορισμούς.

Κάποιος θα σου πει, μεγάλο πλήθος δασκάλων σημαίνει και πολλά και μικρά τμήματα, άρα και καλύτερη εκπαίδευση. Είναι όμως έτσι; Τα τμήματα στα δημόσια ελληνικά σχολεία είναι μικρά, δεν ξεπερνούν τους 20-22 μαθητές, πολλά έχουν λιγότερους από 20, όταν στα ιδιωτικά είναι πάνω από 30. Κατά τη γνώμη των ειδικών παιδαγωγών ο αριθμός μέχρι τα 25 είναι καλός. Μικρότερες τάξεις αυξάνουν την πίεση προς τους μαθητές και δημιουργούν ψυχολογικά προβλήματα. Στην Ευρώπη τα τμήματα έχουν πάνω από 30 μαθητές, σε κάποιες χώρες όπως η Φιλανδία μπαίνει και δεύτερος εκπαιδευτικός στην τάξη σε κάποια μαθήματα. Στα εργαστήρια των δικών μας ΕΠΑΛ προβλέπεται ένα δάσκαλος ανά 10 μαθητές. Στη βάση αυτή έχουν διοριστεί χιλιάδες εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων. Χρειάζονται; Και βέβαια, αν  έμπαιναν πράγματι 3 σε μια τάξη των 25 μαθητών και όχι ένας, με τους άλλους να λουφάρουν. Και βέβαια, αν πράγματι είχαν την απαιτούμενη κατάρτιση και την ανάλογη διάθεση για να δουλέψουν σωστά.  

Στην δασκαλοκεντρική και χωρίς εποπτικά μέσα διδασκαλίας εκπαιδευτική διαδικασία που ακολουθείται στη χώρα μας,  ο καλός δάσκαλος ελπίζει σε μικρότερο τμήμα, για να υπάρχει ησυχία, να μπορεί να κάνει υποδείξεις στο κάθε μαθητή χωριστά, αλλά και για νάχει λιγότερα διαγωνίσματα να διορθώσει, να ελέγχει την κατάσταση. Να τον προσέχουν. Στη μαθητοκεντρική όμως διδασκαλία με αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, το βάρος πέφτει σε άλλα πράγματα, στη δουλειά των μαθητών στο σχολείο, στις συνεργασίες για εκπόνηση μελετών, στο διαδίκτυο κλπ. Ο δάσκαλος έχει πιο επιτελικό ρόλο. Αλλά και στις σημερινές συνθήκες το μικρότερο τμήμα δεν είναι πανάκεια. Αν το περιεχόμενο των σπουδών, τα βιβλία, τα εποπτικά μέσα, το σχολικό περιβάλλον και πάνω απ’ όλα η κατάρτιση και η διάθεση του δασκάλου δεν βοηθούν, ο μικρότερος αριθμός των παιδιών δεν μπορεί να βελτιώσει τα πράγματα. Απλά αυξάνει το λειτουργικό κόστος και αφαιρεί ποσά που θα μπορούσαν να διατεθούν στην  υλικοτεχνική υποδομή και την έρευνα.
Οι περισσότεροι μόνιμοι διορισμοί χρειάζονται περισσότερα χρήματα. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν χιλιάδες κενές θέσεις που καλύπτονται από αναπληρωτές και ωρομισθίους. Το κράτος θα έπρεπε να έχει καλύψει όλες τις θέσεις με μόνιμους εκπαιδευτικούς, αυτό είναι σαφές. Αν είχε ως προτεραιότητα την εκπαίδευση θα έπρεπε να το είχε ήδη κάνει, εξοικονομώντας τα ανάλογα κονδύλια. Όχι πως αυτό από μόνο του, θα βελτίωνε τα πράγματα, απλά θα έβαζε μια τάξη, θα έκανε το σύστημα πιο λειτουργικό. Τα σχολεία θα είχαν  μόνιμο προσωπικό και θα μπορούσαν να δουλέψουν καλύτερα. Δεν το κάνει, γιατί δεν του φτάνουν τα χρήματα, αφού έχει άλλες προτεραιότητες, αλλά και γιατί έτσι μπορεί να ικανοποιεί διάφορες απαιτήσεις των πελατών του.

Νομίζω ότι έδωσα μια εικόνα των προβλημάτων και κάποιες απαντήσεις σε αυτά. Η ίδια η εκπαιδευτική κοινότητα δεν έχει διάθεση να ανοίξει τη συζήτηση στα θέματα που την αφορούν. Η διαδικασία της αυτοαξιολόγησης θα ήταν μια ευκαιρία να μιλήσουμε για τα αίτια των στρεβλώσεων και να μπουν τα θέματα των διορισμών και της χρηματοδότησης. Δυστυχώς οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν ασχολούνται με την ουσία της εκπαίδευσης, αλλά μόνο με τα εργασιακά θέματα των εκπαιδευτικών και έτσι ακυρώνουν την έννοια του λειτουργήματος που επικαλούνται. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν θα μπορούσε παρά να έχει εκτός των άλλων και συνδικαλιστές μέτριας έως κακής ποιότητας. Ακόμα και σχετικές μελέτες των εκπαιδευτικών συνεδρίων, της ΟΛΜΕ, λησμονούνται μπροστά στην εύκολη καταγγελία και το συντεχνιαμό. Αν έχω μια ελπίδα, την οφείλω στο διαφορετικό πολιτικό λόγο που αρχίζει να διαμορφώνεται από τη Δημοκρατική Αριστερά. Όλα είναι δρόμος, καλά να είμαστε, να τον περπατάμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου