Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα για το νέο λύκειο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα για το νέο λύκειο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

project στο λύκειο


Ελένη Χοντολίδου από το Βοοk’s Journal

Τα νέα μέτρα που εξήγγειλε το Υπουργείο Παιδείας (ΥΠ) για το Λύκειο βρήκαν την αντίδραση του εκπαιδευτικού κόσμου χωρίς καν να υπάρξει ένας εύλογος χρόνος σκέψης, ωρίμανσης και διαλόγου. Βεβαίως, το ΥΠ έχει χάσει την αξιοπιστία του με διάφορα μέτρα που έχουν ληφθεί πρόχειρα, ασχεδίαστα χωρίς παρακολούθηση και αξιολόγηση και από την άλλη, η αμήχανη και προβληματική πολυφωνία του δεν δίνουν στην εκπαιδευτική κοινότητα την αίσθηση ότι τα πράγματα βρίσκονται «σε καλά χέρια», πολύ περισσότερο σε χέρια ειδημόνων.

Εδώ θα σταθώ μόνον στις «συνθετικές» ή «ερευνητικές εργασίες» που προτείνονται στο Λύκειο με τον συνακόλουθο φάκελο του μαθητή, αν και τα μέτρα που εξαγγέλθηκαν για το Λύκειο χρήζουν συνολικότερης αντιμετώπισης και κριτικής. Ο λόγος που αρθρώθηκε εναντίον της συνθετικής εργασίας είναι άκρως ενδιαφέρων και πολλαπλά ερεθιστικός.

Οι Έλληνες μαθητές και σπουδαστές δεν γράφουν συχνά και τα τελευταία χρόνια γράφουν μόνον στις εξετάσεις τους. Σε αντίθεση με την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση όπου έχουν εδραιωθεί σε μεγάλο βαθμό και με διαφορετικό βαθμό επιτυχίας –ανάλογα με τον εκπαιδευτικό και την εκπαίδευσή του– οι καθόλου νέες!!! μέθοδοι project, ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας, κ.λπ. μέθοδοι που πρότεινε το σχολείο εργασίας για πρώτη φορά και στη συνέχεια οι προοδευτική εκπαίδευση σε Ευρώπη και Αμερική, στο Γυμνάσιο –και ακόμη χειρότερα στο Λύκειο– τα ανθρωπιστικά μαθήματα πάσχουν από νοσταλγία της εποχής του Ερβάρτου: ο καθηγητής μιλά, οι μαθητές ακούν και σπανιότερα γράφουν, η διδασκαλία είναι μετωπική και η εξέταση γίνεται με ερωτήσεις ψευδο-γνώσεων (υπάρχουν όλα απαντημένα στα λυσσάρια και τις φυλλάδες). Κάποιοι μαθητές αποφοιτούν χωρίς να έχουν επισκεφθεί ποτέ τους βιβλιοθήκη, χωρίς να έχουν επιχειρήσει ποτέ να συνθέσουν, να διατυπώσουν μία πρωτότυπη σκέψη. Η ελληνική αυτή πρωτοτυπία σε αντίθεση με τις καθιερωμένες πρακτικές των κουτόφραγκων με τα ανόητα Baccaleaureate (International ή εθνικά) (τι ξέρουν αυτοί καλύτερα από μάς που τα ξέρουμε όλα;) συνεχίζεται και στο Πανεπιστήμιο: στην πλειοψηφία τους οι φοιτητές μας ακούν, σημειώνουν, διαβάζουν ένα, άντε και δύο βιβλία για κάθε μάθημα και μετά προσέρχονται στις εξετάσεις προκειμένου να αναπαράγουν τη σοφία του αυτοκράτορα-καθηγητή ο οποίος ανερυθρίαστα μοιράζει το σύγγραμμά του στους φοιτητές του, για να ελέγξει στις εξετάσεις εάν έχουν αποστηθίσει τη σοφία του. Οι βιβλιοθήκες πάσχουν από ερημία (ούτως ή άλλως δεν επαρκούν ούτε για τους μισούς μας φοιτητές) και εργασίες δεν εκπονούνται. Η πρώτη φορά που ο Έλληνας φοιτητής έρχεται σε επαφή με τη συνθετική εργασία είναι η πτυχιακή (όπου αυτή υπάρχει) ή η μεταπτυχιακή του εργασία, δηλ. πολύ αργά. Μετά, και αναλόγως εάν συνεχίζει τις μεταπτυχιακές του σπουδές εκπονεί διδακτορική διατριβή και εν συνεχεία είναι ένας κατά το μάλλον ή ήττον ώριμος επιστήμων που είναι σε θέση να αξιολογεί πληροφορίες, να πραγματοποιεί έρευνα και να συγγράφει συνθετικά, το απαιτητικότερο είδος γραφής.

Αντί, λοιπόν, να χειροκροτήσουμε την απόφαση του Υπουργείου να εισάγει στο Λύκειο τη συνθετική εργασία και να εξετάσουμε νηφάλια με ποιον τρόπο θα την σχεδιάσουμε και θα την κατοχυρώσουμε από τον ίδιο μας τον εαυτό και τις εγκαθιδρυμένες μας πρακτικές, αναλωνόμαστε σε επιχειρήματα του τύπου: οι εκπαιδευτικοί δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσουν τις συνθετικές εργασίες (sic!), η δαιμόνια φυλή μας θα στήσει αμέσως τον μηχανισμό παραπαιδείας συγγραφής εργασιών για το Λύκειο, οι εκπαιδευτικοί θα μοιράζουν αφειδώς τους βαθμούς, κ.ο.κ. Ισχυρίζομαι ότι με την πληθώρα πληροφοριών που υπάρχουν στο διαδίκτυο είναι πρακτικά αδύνατον να ελέγξουμε τον οποιονδήποτε μαθητή μας συγγράφει συνθετική εργασία στο σπίτι του σε οποιαδήποτε βαθμίδα. Είμαστε μάρτυρες καθημερινά λογοκλοπών και επιχείρησης εξαπάτησης του εκπαιδευτικού συστήματος. Επίσης, γνωρίζουμε πολύ καλά οι πανεπιστημιακοί ότι οι επιστημονικές εργασίες δεν υπογράφονται πάντοτε από τον πραγματικό συγγραφέα τους!, χάρις στην παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας. Κανείς όμως ποτέ δεν σκέφτηκε να προτείνει να μην συγγράφουν οι προπτυχιακοί φοιτητές πτυχιακές εργασίες, οι μεταπτυχιακοί τις μεταπτυχιακές τους, οι υποψήφιοι διδάκτορες τις διατριβές τους και οι πανεπιστημιακοί τις εργασίες τους! Το κάθε σύστημα οφείλει εσωτερικά να αναπτύξει τους μηχανισμούς ελέγχου του ώστε να προστατευθεί από τους πονηρούς και οκνηρούς, σε κάθε επίπεδο, με κάθε τρόπο, με κάθε κόστος. Οφείλουμε να εμπιστευθούμε με γενναία επιμόρφωση τους εκπαιδευτικούς της Δευτεροβάθμιας ότι είναι σε θέση να καθοδηγήσουν συνθετικές εργασίες που θα γράφονται στο σχολείο. Οφείλουμε να οργανώσουμε (όπου δεν υπάρχουν) ή να συμπεριλάβουμε (όπου υπάρχουν) τις σχολικές βιβλιοθήκες στο πρόγραμμα διδασκαλίας μας γιατί τώρα είναι παραπεταμένες δίπλα και έξω από το σχολικό πρόγραμμα. Οφείλουμε να βοηθήσουμε τους μαθητές μας να αρχίσουν να σκέφτονται, να σταματήσουν την αποστήθιση που μας κάνει παγκοσμίως ρεζίλι και να αναμετρηθούν με το δυσκολότερο κειμενικό είδος, τη συνθετική εργασία, με τον τρόπο που μπορούμε, όπως μπορούμε, ακριβώς όπως γίνεται με τα νοσοκομεία, τα ιδρύματα εν γένει, όλους τους θεσμούς μας. Εάν πάλι όχι, μπορούμε να παραμείνουμε ως θλιβερή ψωροκώσταινα στην αποστήθιση και να συνεχίσουμε τον νηφάλιο ύπνο μας, μηρυκάζοντας τα άθλια επιχειρήματα εναντίον του άθλιου εαυτού μας.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

H Ποσδεπ για το νέο λύκειο


Θέμα: Σχετικά με τις πρόσφατες ανακοινώσεις του Υπουργείου Παιδείας
για το νέο Λύκειο

Οι αλλαγές στο Λύκειο που ανακοινώθηκαν από το Υπουργείο
Παιδείας και θα ισχύσουν από τον ερχόμενο Σεπτέμβρη
μαρτυρούν την έλλειψη επιστημονικά τεκμηριωμένου σχεδίου για
τη συνολική αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος και
ιδιαίτερα της βαθμίδας του Λυκείου. Παράλληλα, είναι παράδειγμα
υλοποίησης εκπαιδευτικών αλλαγών όχι απλά με ελάχιστο κόστος
αλλά με μεγάλη μείωση των απαιτούμενων δαπανών. Δεν μπορεί
να ερμηνευθεί διαφορετικά η επιστροφή, μετά από πολλές
αμφιταλαντεύσεις και επιμέρους αναγγελίες, σε επιλογές και
προτάσεις του παρελθόντος, οι οποίες έχουν οδηγήσει στη
σημερινή υποβάθμιση του Λυκείου ως αυτόνομης μορφωτικής
βαθμίδας.
Πιο συγκεκριμένα, η επιστροφή στο μοντέλο των τεσσάρων
εξεταζόμενων μαθημάτων, σε συνδυασμό με την έλλειψη
ουσιαστικών αλλαγών στα αναλυτικά προγράμματα και στο
διδακτικό υλικό, θα οδηγήσει στη διαιώνιση της λειτουργίας του
Λυκείου ως πεδίου εξεταστικού ανταγωνισμού και ως προθαλάμου
εισαγωγής στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα με προφανή τη
διόγκωση της παραπαιδείας.
Παράλληλα, θετικές παράμετροι των προτάσεων αυτών, όπως ο
καθορισμός συντελεστών στα εξεταζόμενα μαθήματα από τα ΑΕΙ,
ή η ένταξη της επιστημονικής εργασίας στο Λύκειο, υπονομεύονται
από την απουσία προσδιορισμού των κριτηρίων πρόσβασης στα
ΑΕΙ η πρώτη, και από την έλλειψη σχεδιασμού επιμόρφωσης των
εκπαιδευτικών που θα κληθούν να υλοποιήσουν τις αλλαγές αυτές,
η δεύτερη. Είναι προφανές ότι χωρίς την απαραίτητη επιμόρφωση
με στόχο την αλλαγή των διδακτικών μεθοδολογιών και πρακτικών
δεν υπάρχει δυνατότητα εισαγωγής της επιστημονικής εργασίας
στο Λύκειο.
Απογοητευτικό για την πολιτική του Υπουργείου είναι το είδος του
πολίτη που επιθυμεί να διαμορφώσει, όπως προφαίνεται από τη
διατήρηση του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Λύκειο, και
μάλιστα όσες ώρες και το μάθημα της Ιστορίας, την ίδια στιγμή
που δεν συμπεριλαμβάνεται στα «υποχρεωτικά» η ενασχόληση
των νέων με τις τέχνες και τον πολιτισμό.
Από ένα Λύκειο πολύπλευρης καλλιέργειας και σύγχρονων
προσεγγίσεων για την επιστήμη, την ιστορία και τον πολιτισμό που
ζητούμε ως επιστημονική κοινότητα, μεταβαίνουμε σ’ ένα Λύκειο
δήθεν «εμβάθυνσης», αλλά ουσιαστικά αναπαραγωγής των ίδιων
γνωστικών και μαθησιακών αποτελεσμάτων που διαπιστώνουμε
ως ακαδημαϊκοί δάσκαλοι τις τελευταίες δεκαετίες.