Οι Ανθρωπιστικές επιστήμες στην κοινωνία της γνώσης και στη μετάβαση του πανεπιστημίου από την αυτονομία στην ετερονομία
Αντώνης Λιάκος, The Books’ Journal 3 (2011), 22/12/2010
Εισαγωγή.
Τελικά, οι προτεινόμενες αλλαγές στο Πανεπιστήμιο, ανταποκρίνονται στα πραγματικά προβλήματα που παρουσιάζει το ελληνικό πανεπιστήμιο; Το σχέδιο της διαβούλευσης δεν συνοδεύεται από μια Λευκή Βίβλο με τα προβλήματα του Πανεπιστημίου. Πορίσματα των εξωτερικών αξιολογήσεων δεν δημοσιεύτηκαν. Η συγκεντρωτική αξιολόγηση της ΑΔΙΠ για το 2009, περιστρέφεται στα διαδικαστικά, και τα συγκεντρωτικά της στοιχεία είναι ανεπεξέργαστα .[2] Ποιες ανάγκες επομένως έρχονται να συναντήσουν οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις; Ποιες αδυναμίες θέλουν να διορθώσουν; Ποιες δυνατότητες να διευρύνουν; Το πανεπιστήμιο ασφαλώς πρέπει να αλλάξει και να γίνει καλύτερο, να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του τι είναι πανεπιστήμιο, να συμβάλλει στην προσπάθεια να ξεπεράσει η κοινωνία την οικονομική κρίση και να την ξεπεράσει με τα λιγότερα δυνατά τραύματα στον κοινωνικό ιστό. Ωραία! Αλλά δεν υπάρχει μόνο ένα μοντέλο αλλαγών, δεν υπάρχει μόνο μια κατεύθυνση.
Την κρίση στην Ελλάδα, καθώς και τις πολιτικές εξόδου, δεν πρέπει να τις βλέπουμε ελληνοκεντρικά. Παρατηρεί κανείς λοιπόν, ότι οι μεταρρυθμίσεις που προτείνονται όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν αφορούν μόνο τα προβληματικά πανεπιστήμια ή τα προβλήματα των πανεπιστημίων, αλλά όλα τα πανεπιστήμια, ή, καλύτερα, το σύνολο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και το θεσμό του πανεπιστημίου, και παράλληλα έχουν πολλά κοινά στοιχεία. Χωρίς να σημαίνει ότι όλα τα σχέδια μεταρρυθμίσεων στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια ταυτίζονται, εντούτοις υπάρχει μια υποκείμενη κοινωνική φιλοσοφία στην οποία ανταποκρίνονται. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση παρουσιάζει διαφορές από χώρα σε χώρα, γιατί αντανακλά τη σχέση του πανεπιστημίου με την κοινωνία στην ιστορική της διαδρομή. Η τάση ομοιογενοποίησης της συνοδεύει επίσης τη διεθνοποίηση της γνώσης, των δυνατοτήτων σπουδών, και των κριτηρίων του τι θεωρείται γνώση, της αξιοπιστίας των προγραμμάτων σπουδών. Αλλά δεν υπάρχει μία και μοναδική προοπτική, κατεύθυνση για τις αλλαγές αυτές. Τα πανεπιστήμια είναι σήμερα εργαλεία αλλαγών στην κοινωνία. Προτείνω επομένως να δούμε την υπόθεση των αλλαγών στο πανεπιστήμιο, και των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών, που είναι το θέμα μας, μέσα σε ένα ευρύ πλαίσιο, εξερευνώντας θεωρητικά το υπόβαθρο των αλλαγών.
1. Η αλλαγή παραδείγματος. Από το Κράτος πρόνοιας στην Κοινωνία της γνώσης.
Η κρίση στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η αντιμετώπιση της εκπαίδευσης και γενικότερα της γνώσης άλλαξε ‘παράδειγμα’. Η γνώση ήταν φυσικά μια συνθήκη κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης σε όλες τις νεωτερικές κοινωνίες. Στη μεταβιομηχανική εποχή όμως αναφερόμαστε στην «κοινωνία της γνώσης», πράγμα που σημαίνει δύο πράγματα:
1) Η γνώση έχει αποφασιστικό ρόλο στην οικονομία και στην ανάπτυξη.
2) Οι φορείς της γνώσης είναι τα ίδια τα άτομα, τα οποία μέσω της εκπαίδευσής τους αποκτούν κεφάλαιο, το οποίο είναι σημαντικότερο και παραγωγικότερο από το υλικό ή το χρηματικό κεφάλαιο (χρησιμοποιείται ο όρος brainpower).
Επομένως η γνώση και η εκπαίδευση είναι βασικοί παράγοντας για την οικονομική ανάπτυξη μιας κοινωνίας. Η ιδέα της κοινωνίας της γνώσης είναι σοσιαλδημοκρατική, και δημιουργήθηκε μέσα στα πλαίσια της αναζήτησης ενός αξιόπιστου εναλλακτικού δρόμου στον νεοφιλελευθερισμό. [3]Η σοσιαλδημοκρατική μεταρρυθμιστική λογική είχε δύο σκέλη: 1) Η κοινωνία της γνώσης θα αντικαθιστούσε τους διανεμητικούς μηχανισμούς του παλιού κράτους πρόνοιας και τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις με ένα μοντέλο κοινωνίας της γνώσης περισσότερο ευέλικτο, που να επιτρέπει περισσότερες πρωτοβουλίες, οι οποίες να μην θυσιάζουν την αρχή της αριστείας και της διαφορετικότητας στην αρχή της κατανεμητικής ισότητας. 2) Αντί να δημιουργούνται θεσμοί μεταρρύθμισης με αντικείμενο την κοινωνία, η έμφαση δίδεται στην εκπαίδευση ως ενδυνάμωση των ατόμων. Τα άτομα θεωρούνται φορείς κεφαλαίου, με το οποίο προικοδοτούνται μέσω της γνώσης. Επομένως κοινωνική μεταρρύθμιση σημαίνει τα άτομα αυτά να μην προέρχονται μόνο από προνομιούχα στρώματα (από εδώ προέρχεται και το σύστημα των ατομικών επιταγών που μπορεί ο φοιτητής να χρησιμοποιήσει επιλέγοντας ίδρυμα, αντί της επιδότησης των ίδιων των ιδρυμάτων) και επίσης τους δίδεται η δυνατότητα διάκρισης, διαφοροποίησης και αριστείας. Προς αυτή την κατεύθυνση, το πανεπιστήμιο της μαζικής εκπαίδευσης το οποίο διαμορφώθηκε την εποχή που μεσουρανούσε το κράτος πρόνοιας, θεωρείται ότι χρειάζεται να αλλάξει ριζικά. Εκείνο που διατυπώνεται στο πλαίσιο αυτό είναι ότι το πανεπιστήμιο δεν είναι κάτι έξω από την οικονομία, αλλά ότι το πανεπιστήμιο είναι φορέας παραγωγής, κεφάλαιο. Κεφάλαιο παραγωγικό, το οποίο τίθεται σε κυκλοφορία στην αγορά, αποδίδοντας απολαβές στους κατόχους του.
Η κριτική που ασκήθηκε στην αντίληψη αυτή υποστηρίζει πως αν η γνώση θεωρηθεί κεφάλαιο, και αν τα άτομα και ομάδες θεωρηθούν φορείς αυτού του κεφαλαίου, το αποτέλεσμα θα είναι μια κατάσταση ανταγωνισμού (για το λόγο αυτό και η ορολογία: ‘ανταγωνιστικά πανεπιστήμια’, ‘ανταγωνιστικά προγράμματα’, ‘αριστεία’), η οποία έχει δυο συνέπειες: Πρώτο, η κατάσταση ανταγωνισμού περιθωριοποιεί ουσιαστικά και λεκτικά ομάδες και άτομα που τίθενται αυτονοήτως εκτός του πεδίου των αλλαγών, τα οποία μετατρέπονται σε είδος εσωτερικής αποικίας στο βαθμό που δεν μπορούν να αξιοποιήσουν το κεφάλαιό τους, άρα υπόκεινται σε αναμόρφωση. Επομένως, ο θεσμικός λόγος αυτού του μοντέλου της αλλαγής της γνώσης, συμβάλλει στη διάλυση των κοινωνικών θεσμών της λογικής του Κράτους Πρόνοιας. Η δεύτερη συνέπεια είναι ότι περιθωριοποιεί τις γνώσεις που δεν έχουν άμεση μετατρεψιμότητα στην οικονομία, που δεν έχουν δηλαδή άμεση και εξατομικευμένη ζήτηση, όπως τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες.
2. Είναι οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες κεφάλαιο; Είναι επενδύσεις σε brainpower που μπορούν να αποδώσουν στους φορείς τους;
Συνήθως οι ανθρωπιστικές επιστήμες αντιπαραβάλλονται προς την αγορά και το αγοραίο, προβάλλουν το διαχρονικό και εξιδανικευμένο, θεωρούνται χώρος ελεύθερης αναζήτησης του πνεύματος. Η εικόνα αυτή παραβλέπει το γεγονός ότι οι επιστήμες αυτές χρηματοδοτήθηκαν όταν χρειάστηκαν για την οργάνωση του εθνικού κράτους, για την οργάνωση της εθνικής κουλτούρας και της αποικιακής επέκτασης. Η ιστορία και οι ιστορικοί επαγγελματοποιήθηκαν τον 19ο αιώνα. Οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες αναπτύχθηκαν γιατί είχαν βασικό ρόλο στην εκπαίδευση τόσο του προσωπικού των εθνικών κρατών όσο και των υπηκόων του. Σήμερα ποιες από αυτές τις λειτουργίες, για τις οποίες συγκροτήθηκαν και χρηματοδοτήθηκαν, εξυπηρετούν; Η σημερινή εικόνα των Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών σπουδών, ως πεδίων κριτικής σκέψης δεν έχει μεγάλη προϊστορία. Η κριτική ιστορία, η κριτική κοινωνική ανθρωπολογία, η κριτική φιλοσοφία και η κριτική θεωρία της λογοτεχνίας πότε μπήκαν μαζικά στο πανεπιστήμιο και έγιναν προγράμματα σπουδών; Μόλις μετά την μεγάλη μεταβολή του πανεπιστημίου στις δεκαετίες ‘60 και ‘70, όταν δηλαδή δημιουργήθηκε το μαζικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Αλλά και στο χώρο των σπουδών αυτών, παρατηρούμε μια αλλαγή παραδείγματος. Οι επιστήμες αυτές, άλλαξαν παράδειγμα. Η έννοια του ανθρωπισμού και κατά συνέπεια των ανθρωπιστικών σπουδών δέχτηκε μεγάλη κριτική από τις πολιτισμικές σπουδές (cultural studies), το φεμινισμό, το δομισμό και τον μεταδομισμό, τις μεταποικιακές σπουδές, κλπ. Το ερώτημα όμως είναι, βρήκαν οι σπουδές αυτές ένα νέο ρόλο; Η κριτική τους λειτουργία ανταποκρίθηκε σε ένα πολιτισμικά «κινηματικό» πλαίσιο (που διεύρυνε και συστηματοποίησε στο πανεπιστήμιο την κριτική των ‘sixties’ και του διευρυμένου ‘1968’), και λειτούργησαν όσο αυτό το πλαίσιο μπορούσε να διατηρηθεί. Έμειναν όμως χωρίς επαρκή λόγο και εκκρεμείς στη νέα εποχή, η οποία θεωρεί ότι η γνώση αποτελεί ένα οικονομικό μέγεθος το οποίο δημιουργεί πλούτο και ανάπτυξη, και το οποίο, όπως όλα τα οικονομικά μεγέθη, γίνεται αντικείμενο ρύθμισης από την αγορά. Ενώ το νέο πλαίσιο χρησιμοποίησε σε μεγάλη έκταση την κριτική των επιστημών αυτών, οι ίδιες βρέθηκαν να λειτουργούν ή να διεκδικούν λειτουργίες του κλασικού πεδίου. Η έννοια των new humanities δεν έχει περάσει ακόμη στην εκπαίδευση και στα πανεπιστήμια . Ένα παράδειγμα: Μπορεί τα παιδιά να βλέπουν τηλεόραση πριν μάθουν να διαβάζουν, μπορεί ο κινηματογράφος να είναι η δημοφιλέστερη επαφή με τις τέχνες, μπορεί το καρτούν και η διαφήμιση να κατακλύζουν το οπτικό μας πεδίο, αλλά στο σχολείο και κατ΄ επέκταση στο πανεπιστήμιο που μορφώνει τους διδάσκοντες, εξακολουθεί να διδάσκεται η λογοτεχνία όπως στον 19ο αι. Ούτε visual studies, ούτε ανάλυση του πώς βλέπουμε, της γραμματικής της εικόνας, της ιστορίας και της κριτικής του κινηματογράφου. Όλα αυτά θεωρούνται «κατώτερα» είδη γνώσης. Οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές σπουδές διεκδικούν μέλλον με τα επιχειρήματα του 19ου αι., ακόμη και αν τα εμπλουτίζουν με σύγχρονο περιεχόμενο. Το ζητούμενο όμως δεν είναι να προπαγανδίσουν το ρόλο τους, αλλά να αποκτήσουν ένα νέο ρόλο.
Τελικά, οι προτεινόμενες αλλαγές στο Πανεπιστήμιο, ανταποκρίνονται στα πραγματικά προβλήματα που παρουσιάζει το ελληνικό πανεπιστήμιο; Το σχέδιο της διαβούλευσης δεν συνοδεύεται από μια Λευκή Βίβλο με τα προβλήματα του Πανεπιστημίου. Πορίσματα των εξωτερικών αξιολογήσεων δεν δημοσιεύτηκαν. Η συγκεντρωτική αξιολόγηση της ΑΔΙΠ για το 2009, περιστρέφεται στα διαδικαστικά, και τα συγκεντρωτικά της στοιχεία είναι ανεπεξέργαστα .[2] Ποιες ανάγκες επομένως έρχονται να συναντήσουν οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις; Ποιες αδυναμίες θέλουν να διορθώσουν; Ποιες δυνατότητες να διευρύνουν; Το πανεπιστήμιο ασφαλώς πρέπει να αλλάξει και να γίνει καλύτερο, να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του τι είναι πανεπιστήμιο, να συμβάλλει στην προσπάθεια να ξεπεράσει η κοινωνία την οικονομική κρίση και να την ξεπεράσει με τα λιγότερα δυνατά τραύματα στον κοινωνικό ιστό. Ωραία! Αλλά δεν υπάρχει μόνο ένα μοντέλο αλλαγών, δεν υπάρχει μόνο μια κατεύθυνση.
Την κρίση στην Ελλάδα, καθώς και τις πολιτικές εξόδου, δεν πρέπει να τις βλέπουμε ελληνοκεντρικά. Παρατηρεί κανείς λοιπόν, ότι οι μεταρρυθμίσεις που προτείνονται όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν αφορούν μόνο τα προβληματικά πανεπιστήμια ή τα προβλήματα των πανεπιστημίων, αλλά όλα τα πανεπιστήμια, ή, καλύτερα, το σύνολο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και το θεσμό του πανεπιστημίου, και παράλληλα έχουν πολλά κοινά στοιχεία. Χωρίς να σημαίνει ότι όλα τα σχέδια μεταρρυθμίσεων στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια ταυτίζονται, εντούτοις υπάρχει μια υποκείμενη κοινωνική φιλοσοφία στην οποία ανταποκρίνονται. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση παρουσιάζει διαφορές από χώρα σε χώρα, γιατί αντανακλά τη σχέση του πανεπιστημίου με την κοινωνία στην ιστορική της διαδρομή. Η τάση ομοιογενοποίησης της συνοδεύει επίσης τη διεθνοποίηση της γνώσης, των δυνατοτήτων σπουδών, και των κριτηρίων του τι θεωρείται γνώση, της αξιοπιστίας των προγραμμάτων σπουδών. Αλλά δεν υπάρχει μία και μοναδική προοπτική, κατεύθυνση για τις αλλαγές αυτές. Τα πανεπιστήμια είναι σήμερα εργαλεία αλλαγών στην κοινωνία. Προτείνω επομένως να δούμε την υπόθεση των αλλαγών στο πανεπιστήμιο, και των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών, που είναι το θέμα μας, μέσα σε ένα ευρύ πλαίσιο, εξερευνώντας θεωρητικά το υπόβαθρο των αλλαγών.
1. Η αλλαγή παραδείγματος. Από το Κράτος πρόνοιας στην Κοινωνία της γνώσης.
Η κρίση στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η αντιμετώπιση της εκπαίδευσης και γενικότερα της γνώσης άλλαξε ‘παράδειγμα’. Η γνώση ήταν φυσικά μια συνθήκη κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης σε όλες τις νεωτερικές κοινωνίες. Στη μεταβιομηχανική εποχή όμως αναφερόμαστε στην «κοινωνία της γνώσης», πράγμα που σημαίνει δύο πράγματα:
1) Η γνώση έχει αποφασιστικό ρόλο στην οικονομία και στην ανάπτυξη.
2) Οι φορείς της γνώσης είναι τα ίδια τα άτομα, τα οποία μέσω της εκπαίδευσής τους αποκτούν κεφάλαιο, το οποίο είναι σημαντικότερο και παραγωγικότερο από το υλικό ή το χρηματικό κεφάλαιο (χρησιμοποιείται ο όρος brainpower).
Επομένως η γνώση και η εκπαίδευση είναι βασικοί παράγοντας για την οικονομική ανάπτυξη μιας κοινωνίας. Η ιδέα της κοινωνίας της γνώσης είναι σοσιαλδημοκρατική, και δημιουργήθηκε μέσα στα πλαίσια της αναζήτησης ενός αξιόπιστου εναλλακτικού δρόμου στον νεοφιλελευθερισμό. [3]Η σοσιαλδημοκρατική μεταρρυθμιστική λογική είχε δύο σκέλη: 1) Η κοινωνία της γνώσης θα αντικαθιστούσε τους διανεμητικούς μηχανισμούς του παλιού κράτους πρόνοιας και τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις με ένα μοντέλο κοινωνίας της γνώσης περισσότερο ευέλικτο, που να επιτρέπει περισσότερες πρωτοβουλίες, οι οποίες να μην θυσιάζουν την αρχή της αριστείας και της διαφορετικότητας στην αρχή της κατανεμητικής ισότητας. 2) Αντί να δημιουργούνται θεσμοί μεταρρύθμισης με αντικείμενο την κοινωνία, η έμφαση δίδεται στην εκπαίδευση ως ενδυνάμωση των ατόμων. Τα άτομα θεωρούνται φορείς κεφαλαίου, με το οποίο προικοδοτούνται μέσω της γνώσης. Επομένως κοινωνική μεταρρύθμιση σημαίνει τα άτομα αυτά να μην προέρχονται μόνο από προνομιούχα στρώματα (από εδώ προέρχεται και το σύστημα των ατομικών επιταγών που μπορεί ο φοιτητής να χρησιμοποιήσει επιλέγοντας ίδρυμα, αντί της επιδότησης των ίδιων των ιδρυμάτων) και επίσης τους δίδεται η δυνατότητα διάκρισης, διαφοροποίησης και αριστείας. Προς αυτή την κατεύθυνση, το πανεπιστήμιο της μαζικής εκπαίδευσης το οποίο διαμορφώθηκε την εποχή που μεσουρανούσε το κράτος πρόνοιας, θεωρείται ότι χρειάζεται να αλλάξει ριζικά. Εκείνο που διατυπώνεται στο πλαίσιο αυτό είναι ότι το πανεπιστήμιο δεν είναι κάτι έξω από την οικονομία, αλλά ότι το πανεπιστήμιο είναι φορέας παραγωγής, κεφάλαιο. Κεφάλαιο παραγωγικό, το οποίο τίθεται σε κυκλοφορία στην αγορά, αποδίδοντας απολαβές στους κατόχους του.
Η κριτική που ασκήθηκε στην αντίληψη αυτή υποστηρίζει πως αν η γνώση θεωρηθεί κεφάλαιο, και αν τα άτομα και ομάδες θεωρηθούν φορείς αυτού του κεφαλαίου, το αποτέλεσμα θα είναι μια κατάσταση ανταγωνισμού (για το λόγο αυτό και η ορολογία: ‘ανταγωνιστικά πανεπιστήμια’, ‘ανταγωνιστικά προγράμματα’, ‘αριστεία’), η οποία έχει δυο συνέπειες: Πρώτο, η κατάσταση ανταγωνισμού περιθωριοποιεί ουσιαστικά και λεκτικά ομάδες και άτομα που τίθενται αυτονοήτως εκτός του πεδίου των αλλαγών, τα οποία μετατρέπονται σε είδος εσωτερικής αποικίας στο βαθμό που δεν μπορούν να αξιοποιήσουν το κεφάλαιό τους, άρα υπόκεινται σε αναμόρφωση. Επομένως, ο θεσμικός λόγος αυτού του μοντέλου της αλλαγής της γνώσης, συμβάλλει στη διάλυση των κοινωνικών θεσμών της λογικής του Κράτους Πρόνοιας. Η δεύτερη συνέπεια είναι ότι περιθωριοποιεί τις γνώσεις που δεν έχουν άμεση μετατρεψιμότητα στην οικονομία, που δεν έχουν δηλαδή άμεση και εξατομικευμένη ζήτηση, όπως τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες.
2. Είναι οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες κεφάλαιο; Είναι επενδύσεις σε brainpower που μπορούν να αποδώσουν στους φορείς τους;
Συνήθως οι ανθρωπιστικές επιστήμες αντιπαραβάλλονται προς την αγορά και το αγοραίο, προβάλλουν το διαχρονικό και εξιδανικευμένο, θεωρούνται χώρος ελεύθερης αναζήτησης του πνεύματος. Η εικόνα αυτή παραβλέπει το γεγονός ότι οι επιστήμες αυτές χρηματοδοτήθηκαν όταν χρειάστηκαν για την οργάνωση του εθνικού κράτους, για την οργάνωση της εθνικής κουλτούρας και της αποικιακής επέκτασης. Η ιστορία και οι ιστορικοί επαγγελματοποιήθηκαν τον 19ο αιώνα. Οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες αναπτύχθηκαν γιατί είχαν βασικό ρόλο στην εκπαίδευση τόσο του προσωπικού των εθνικών κρατών όσο και των υπηκόων του. Σήμερα ποιες από αυτές τις λειτουργίες, για τις οποίες συγκροτήθηκαν και χρηματοδοτήθηκαν, εξυπηρετούν; Η σημερινή εικόνα των Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών σπουδών, ως πεδίων κριτικής σκέψης δεν έχει μεγάλη προϊστορία. Η κριτική ιστορία, η κριτική κοινωνική ανθρωπολογία, η κριτική φιλοσοφία και η κριτική θεωρία της λογοτεχνίας πότε μπήκαν μαζικά στο πανεπιστήμιο και έγιναν προγράμματα σπουδών; Μόλις μετά την μεγάλη μεταβολή του πανεπιστημίου στις δεκαετίες ‘60 και ‘70, όταν δηλαδή δημιουργήθηκε το μαζικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Αλλά και στο χώρο των σπουδών αυτών, παρατηρούμε μια αλλαγή παραδείγματος. Οι επιστήμες αυτές, άλλαξαν παράδειγμα. Η έννοια του ανθρωπισμού και κατά συνέπεια των ανθρωπιστικών σπουδών δέχτηκε μεγάλη κριτική από τις πολιτισμικές σπουδές (cultural studies), το φεμινισμό, το δομισμό και τον μεταδομισμό, τις μεταποικιακές σπουδές, κλπ. Το ερώτημα όμως είναι, βρήκαν οι σπουδές αυτές ένα νέο ρόλο; Η κριτική τους λειτουργία ανταποκρίθηκε σε ένα πολιτισμικά «κινηματικό» πλαίσιο (που διεύρυνε και συστηματοποίησε στο πανεπιστήμιο την κριτική των ‘sixties’ και του διευρυμένου ‘1968’), και λειτούργησαν όσο αυτό το πλαίσιο μπορούσε να διατηρηθεί. Έμειναν όμως χωρίς επαρκή λόγο και εκκρεμείς στη νέα εποχή, η οποία θεωρεί ότι η γνώση αποτελεί ένα οικονομικό μέγεθος το οποίο δημιουργεί πλούτο και ανάπτυξη, και το οποίο, όπως όλα τα οικονομικά μεγέθη, γίνεται αντικείμενο ρύθμισης από την αγορά. Ενώ το νέο πλαίσιο χρησιμοποίησε σε μεγάλη έκταση την κριτική των επιστημών αυτών, οι ίδιες βρέθηκαν να λειτουργούν ή να διεκδικούν λειτουργίες του κλασικού πεδίου. Η έννοια των new humanities δεν έχει περάσει ακόμη στην εκπαίδευση και στα πανεπιστήμια . Ένα παράδειγμα: Μπορεί τα παιδιά να βλέπουν τηλεόραση πριν μάθουν να διαβάζουν, μπορεί ο κινηματογράφος να είναι η δημοφιλέστερη επαφή με τις τέχνες, μπορεί το καρτούν και η διαφήμιση να κατακλύζουν το οπτικό μας πεδίο, αλλά στο σχολείο και κατ΄ επέκταση στο πανεπιστήμιο που μορφώνει τους διδάσκοντες, εξακολουθεί να διδάσκεται η λογοτεχνία όπως στον 19ο αι. Ούτε visual studies, ούτε ανάλυση του πώς βλέπουμε, της γραμματικής της εικόνας, της ιστορίας και της κριτικής του κινηματογράφου. Όλα αυτά θεωρούνται «κατώτερα» είδη γνώσης. Οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές σπουδές διεκδικούν μέλλον με τα επιχειρήματα του 19ου αι., ακόμη και αν τα εμπλουτίζουν με σύγχρονο περιεχόμενο. Το ζητούμενο όμως δεν είναι να προπαγανδίσουν το ρόλο τους, αλλά να αποκτήσουν ένα νέο ρόλο.