Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεωνίδας Λουλούδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεωνίδας Λουλούδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

Περί του νέου νομοσχεδίου για τα ΑΕΙ. Πρώτα σχόλια





Η ομιλία του καθηγητή Λεωνίδα Λουλούδη στην εκδήλωση του Τομέα Παιδείας της Δημοκρατικής Αριστεράς για τη μεταρρύθμιση στην ανώτατη εκπαίδευση


Από την Ανανεωτική

Επιτρέψτε μου τρεις αναγκαίες-κατά τη γνώμη μου-εισαγωγικές παρατηρήσεις.

Πρώτον, Ας μην ξεχνάμε τη συγκυρία. Ότι, δηλαδή, προτείνεται η ψήφιση ενός ανατρεπτικού νέου νόμου για την ανώτατη εκπαίδευση ενώ η χώρα τελεί, ουσιαστικά, υπό καθεστώς χρεοκοπίας, άρα το αρμόδιο υπουργείο βρίσκεται σε προφανή αδυναμία να χρηματοδότησει ακόμη και συντηρητικούς αναπτυξιακούς τετραετείς προγραμματισμούς, προγράμματα δημοσίων επενδύσεων, συγχωνεύσεις τμημάτων για να μην μιλήσουμε για προσλήψεις ή μετακινήσεις κάθε κατηγορίας προσωπικού, άτοκα δάνεια και υποτροφίες σε φοιτητές κ.τ.λ. Επιπλέον, εκτός από μια φούχτα υπουργών της, κανείς σώφρων αναλυτής ούτε καν το κυβερνών κόμμα δεν δίνει σε αυτή την κυβέρνηση χρόνο επιβίωσης πέραν του ερχόμενου Σεπτεμβρίου. Ο πολιτικός χρόνος της κυβέρνησης είναι συνεπώς οριακός. Στηριζόμενη σε μια χλωμή «δεδηλωμένη», με ένα πρωθυπουργό στο περιθώριο των εξελίξεων είναι περισσότερο γνωστή στην Ευρώπη για νόμους που δεν τολμά να εφαρμόσει.

Δεύτερον, υπάρχει τουλάχιστον ένα συμπαγές εκτός του Κοινοβουλίου μέτωπο στήριξης του νομοσχεδίου; Το κυβερνητικό νομοσχέδιο εκτός από τους συνήθεις υπόπτους, εντεταλμένους δημοσιογράφους των μεγάλων συγκροτημάτων τύπου ή τις «λοιπές προοδευτικές δυνάμεις» και τους νεόκοπους δημάρχους τους καθώς και ορισμένους λιγότερο ή περισσότερο πληροφορημένους συνάδελφους, κυρίως της αλλοδαπής, υποστηρίζεται, δυστυχώς, και από ορισμένους δικούς μας συναδέλφους, με τους οποίους μαζί αγωνισθήκαμε όλη την τελευταία δεκαετία και βάλε, για να αλλάξει το ελληνικό πανεπιστήμιο. Τα επιχειρήματα όλων αυτών συνοψίζονται στο ότι: «είναι η τελευταία ευκαιρία», «αυτό το μοντέλο διοίκησης έχει πετύχει αλλού», «ας γίνει κάτι, καλύτερα από το να μην γίνει τίποτε», «από το σημερινό χάλι καλύτερο ό,τι και να γίνει» και εντελώς πρόσφατα τη δημοφιλή στάση του Πόντιου Πιλάτου: «δεν είμαι ούτε υπέρ ούτε κατά». Θα με συγχωρήσετε αν πω ότι αυτά δεν είναι σοβαρά επιχειρήματα για να μην πω επιχειρήματα σοβαρών ανθρώπων. Δεν είναι παρά δικαιολογίες μιας-κατά τα λοιπά απόλυτα κατανοητής σε ανθρώπινο επίπεδο-κόπωσης με την χρονίως αδιέξοδη «ελληνική ιδιαιτερότητα». Απέναντι σε όλους αυτούς βρίσκεται ένα εξίσου ετερόκλητο μέτωπο. Βεβαίως οι παγίως αρνούμενοι κάθε μεταρρύθμιση στο όνομα των λογής αντικαπιταλιστικών και αντιπαγκοσμιοποιητικών νεφελωμάτων και συντεχνιακών συμφερόντων αλλά και αρκετοί εξ ημών οι οποίοι είχαμε ταχθεί εμπράκτως και σαφώς υπέρ μιας μεταρρυθμιστικής πολιτικής υψηλού προσωπικού κόστους, όταν κατείχαμε θέσεις εξουσίας, μέχρι και το περασμένο φθινόπωρο. Μαζί και οι πολλοί αδιάφοροι και οι απογοητευμένοι, αυτό που λέμε επιεικώς «σιωπηλή πλειοψηφία». Συμπέρασμα: το μέτωπο της «μεταρρύθμισης» έχει, ελπίζω προσωρινά, διαρραγεί, αν όχι διασπασθεί. Σήμερα, σε αντίθεση με το 2006, μπορείς να βρεις εύκολα 1.000 υπογραφές αλλά μόνο υπέρ του μηδενιστικού «άστε με ήσυχο». Κατόπιν όλων αυτών διερωτάται κανείς πώς αυτός ο νόμος, έστω και αν ψηφισθεί, θα τύχει εφαρμογής. Από ποιους; Θυμίζω ότι με συμπαγέστερο μεταρρυθμιστικό μέτωπο, και πολύ πριν την οικονομική και πολιτική χρεοκοπία, ο λιγότερο ανατρεπτικός νόμος Γιαννάκου δεν εφαρμόστηκε σε ποσοστό μεγαλύτερο του ενός τρίτου των άρθρων του.

Για τους δύο παραπάνω λόγους και διότι: πρώτον αποτελεί άκομψη ανακρίβεια ότι διεξήχθη διάλογος για το κατατεθέν νομοσχέδιο, ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι πέραν μιας ολιγοσέλιδης έκθεσης ιδεών το υπουργείο επί δέκα σχεδόν μήνες σιωπούσε, είτε από αμηχανία είτε-το χειρότερο-αναμένοντας κυνικά τις θερινές διακοπές μεταθέτοντας συνεχώς την ημερομηνία δημοσιοποίησης των συγκεκριμένων προτάσεων του και διότι: δεύτερον, κατέθεσε αντί του υπεσχημένου λιτού και συνοπτικού νόμου-πλαίσιο (επανειλημμένες διαβεβαιώσεις του Ειδικού Γραμματέα) ένα σχέδιο 108 άρθρων και 110 σελίδων επί παντός θέματος της ακαδημαϊκής ζωής η συζήτηση του δεν μπορεί να επισπεύδεται. Αυτοί που κόπτονται για τη θεά «διαβούλευση» δεν μπορούν να αναιρούν τόσο ανερυθρίαστα τις αρχές τους. Για τον πρόσθετο λόγο ότι, το υπ’ όψη νομοσχέδιο δεν είναι για πέταμα, κάθε άλλο. Οφείλει λοιπόν το υπουργείο να μην εκβιάζει την ψήφισή του. Αν μη τι άλλο, η συγκεκριμένη κυβέρνηση, στη συγκεκριμένη συγκυρία δεν μπορεί να επικαλείται τις ταχύτητές της όταν γνωρίζουμε τις τραγικές καθυστερήσεις της θέματα επιβίωσης της ελληνικής οικονομίας. Αντίθετα, με την αιφνίδια «αποφασιστικότητά» της η υπουργός προκαλεί διόγκωση των παθών και των αντιδράσεων με συνέπεια, πράγματι, ακόμη μια ευκαιρία εποικοδομητικού διαλόγου για να λυθεί το ζήτημα που μας απασχολεί θα έχει χαθεί. Βλέπε και τη σχετική ανακοίνωση της ΠΟΣΔΕΠ περί του θέματος της παράτασης του διαλόγου.

Ας έρθουμε, τώρα, στο κυρίως θέμα μας.

Διατυπώνω ένα ερώτημα που μου φαίνεται αυτονόητα πρωτεύον. Το σημερινό μοντέλο διοίκησης, γιατί όλη η διαφωνία περί του νέου νόμου, για μένα, εκεί εστιάζεται, άραγε δεν επιδεχόταν διορθώσεων και, ως εκ τούτου, έπρεπε να ανατραπεί πλήρως; Η απάντηση μου είναι σαφώς αρνητική. Και να γιατί.

Καταρχήν υπήρχε ο νόμος-πλαίσιο που είχε εκπονήσει ο αείμνηστος Λευτέρης Παπαγιαννάκης με τη συνεργασία αρκετών από εμάς που ανήκαμε στην κίνηση ΑΡΣΗ και εκδόθηκε πριν τρία χρόνια με τη φροντίδα των συναδέλφων μας Δημήτρη Κυρτάτα και Γιάννη Παπαθεοδώρου από τον οίκο Πλέθρον. Μάλιστα, στο πλαίσιο ενημέρωσης των πολιτικών ηγετών είχαμε, εκείνη την εποχή, ενημερώσει σε ειδική συνάντηση, με τον Δ. Κυρτάτα και την Β. Κιντή τον ίδιο τον Γ. Παπανδρέου και τη υπεύθυνη τομέα παιδείας του ΠΑΣΟΚ Α. Διαμαντοπούλου. Αγνοήθηκε αυτή η κατά κοινή ομολογία αξιόλογη πρόταση.