Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βάσω Κιντή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βάσω Κιντή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Η αλήθεια για τα πανεπιστήμια

Bάσω Κιντή
Tο Πανεπιστήμιο Αθηνών είναι κλειστό επί δύο μήνες. Γιατί; Απεργούν οι διοικητικοί υπάλληλοι. Είναι όμως λογικό να απεργεί ένα μέρος του προσωπικού ενός θεσμού και αυτός να βάζει λουκέτο επί δύο μήνες; Είναι λογικό να απεργούν π.χ., οι γιατροί ενός νοσοκομείου και να πετιούνται έξω οι ασθενείς; Κι όμως αυτό συμβαίνει στο πανεπιστήμιο. Απεργούν οι διοικητικοί υπάλληλοι και πετιούνται έξω οι φοιτητές και οι καθηγητές. Δεν γίνονται μαθήματα, δεν γίνονται εξετάσεις, δεν έχουν εγγραφεί οι πρωτοετείς, δεν μπορούν να εργαστούν και δεν αμείβονται ερευνητές σε διεθνή προγράμματα, δεν μπορούν να πάνε στα γραφεία τους οι καθηγητές. Και ενώ προγραμματισμένες συνεδριάσεις και διεθνή συνέδρια (αν δεν ματαιώνονται) γίνονται εκτός πανεπιστημίου γιατί τα αμφιθέατρα είναι απροσπέλαστα και κλειδαμπαρωμένα για τους ακαδημαϊκούς, αυτά ανοίγουν για να δεχθούν τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης αλλά και σωματεία εργαζομένων που ουδεμία σχέση έχουν με το πανεπιστήμιο. [Π.χ., τα σωματεία των εργαζομένων στις εταιρίες Wind και Vodafone, ο Σύλλογος Δανειζομένου Προσωπικού Τραπεζικού Τομέα (ΣΥΔΑΠΤΤ), ο σύλλογος εργαζομένων στην Ethnodata, θα αναδείξουν από κοινού με τους διοικητικούς υπαλλήλους που απεργούν, σε συνέντευξη τύπου, την «αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων που επιβάλει η κυβέρνηση και η τρόικα σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, καταργώντας τη μισθωτή εργασία και μετατρέποντας τους εργαζόμενους σε σκλάβους των εργολαβικών εταιριών.»] Επίσης η Πανεπιστημιούπολη, που είναι κλειστή για την ακαδημαϊκή κοινότητα, ανοίγει «με έγκριση των πρυτανικών αρχών» για να γίνει το Σάββατο 9/11 το «3ο παζάρι προϊόντων Χωρίς Μεσάζοντες από το Δίκτυο Αλληλεγγύης Ζωγράφου»
Στα απαγορευμένα στους φοιτητές και καθηγητές κτίρια κυκλοφορούν επίσης και οι λεγόμενοι ‘αλληλέγγυοι’, πρόσωπα άσχετα με το πανεπιστήμιο, αλλά καθώς φαίνεται σχετικά με πολιτικές νεολαίες, οι οποίοι (και οποίες) συμμετέχουν στην περιφρούρηση και διέκοψαν εξετάσεις που στην αρχή της κρίσης είχε γίνει απόπειρα να διεξαχθούν. Όταν επισημάνθηκε τότε στους ‘αλληλέγγυους’ από τους υπεύθυνους καθηγητές ότι αυτό που κάνουν δεν είναι δημοκρατικό, απάντησαν ευγενέστατα «στ’ αρχ..ια μας» και είπαν ότι περιφρονούν τη δημοκρατία μας και δεν είναι δημοκράτες.
Να σημειώσουμε ότι στο Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν υπάρχει αντίστοιχη των διοικητικών απεργία των καθηγητών ούτε αποφάσεις των φοιτητών για καταλήψεις. Μόνο 2-3 σύλλογοι ΔΕΠ, από τους πολλούς του Πανεπιστημίου, αποφάσισαν να απέχουν από τα διδακτικά τους καθήκοντα (δώρον άδωρον αφού τα κτίρια είναι έτσι κι αλλιώς κλειστά) μετά από συνελεύσεις των γνωστών πλέον διαδικασιών. Ενδεικτικά, η απόφαση για αποχή της τελευταίας συνέλευσης των μελών ΔΕΠ της Σχολής Θετικών Επιστημών (με αριθμό μελών ΔΕΠ πάνω από 400 άτομα) που έγινε στις 29/10/2013, ελήφθη με 25 ψήφους υπέρ, 17 κατά, 9 λευκά και 1 αποχή ενώ για να θεωρείται ότι η συνέλευση έχει απαρτία αυτή συνεχίζεται διακεκομμένα ανά εβδομάδα από τον Σεπτέμβριο (ως να είναι η ίδια συνέλευση). Επιπλέον, η διαχείριση της κεντρικής ιστοσελίδας του ΕΚΠΑ και η διακίνηση ηλεκτρονικών μηνυμάτων σε όλο το Πανεπιστήμιο, έχει περάσει από τα υπεύθυνα όργανα, στα χέρια των απεργιακών επιτροπών χωρίς καμία επίσημη αντίδραση. Λάβαμε όλοι, π.χ., πρόσφατα ανυπόγραφη ανακοίνωση των Δυνάμεων του ΠΑΜΕ.
Γιατί όμως γίνεται η απεργία των διοικητικών; Διότι η κυβέρνηση αποφάσισε ότι θα φύγουν 1.349 διοικητικοί υπάλληλοι από 8 ΑΕΙ της χώρας, 498 από τους οποίους από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πώς το αποφάσισε αυτό η κυβέρνηση; Διά της μεθόδου που απεικονίζεται σε περυσινή γελοιογραφία του Πετρουλάκη.
Οι τρεις αρχηγοί της τότε συγκυβέρνησης, Σαμαράς, Βενιζέλος, Κουβέλης, τραβούν κλήρο για να δουν ποιος θα υποστεί τη φορολογική επιβάρυνση. Το «8» βγάζει με κλειστά μάτια από την κληρωτίδα ο Βενιζέλος. Το «8» είναι τα μπλοκάκια, βρίσκει ο Κουβέλης στα τεφτέρια του. Κάπως έτσι αποφασίστηκε ότι τη συμμετοχή στη διαθεσιμότητα στα ΑΕΙ θα την πληρώσουν οι διοικητικοί υπάλληλοι των συγκεκριμένων πανεπιστημίων.
Η κυβέρνηση είχε υπογράψει από τον προηγούμενο Νοέμβριο τη δέσμευση για διαθεσιμότητα ενός συγκεκριμένου αριθμού υπαλλήλων από το δημόσιο. Σ’ αυτή έπρεπε να συμμετέχει και το Υπουργείο Παιδείας, αφού διαθέτει μεγάλο αριθμό υπαλλήλων. Έγινε η αρχή από τις άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης και δεν μπορούσε, ούτε θα ήταν δίκαιο, να εξαιρεθεί η τριτοβάθμια. Ωστόσο, οι βυζαντινολογίες περί διαθεσιμότητας, κινητικότητας κ.λπ. στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα όλο τον προηγούμενο χρόνο ανέβαλλαν ή και καθησύχαζαν υπουργεία και ενδιαφερόμενους ότι όλα θα παραπεμφθούν, ως συνήθως, στις ελληνικές καλένδες και το μέτρο δεν θα εφαρμοστεί.
Όταν το καλοκαίρι ανέλαβε νέος υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και έφθασε ο κόμπος στο χτένι με την πίεση της τρόικας, ζήτησε το Υπουργείο Παιδείας από τα συγκεκριμένα πανεπιστήμια να αξιολογήσουν τις δομές τους και το προσωπικό με ασφυκτικές προθεσμίες (ως τις 15 Σεπτεμβρίου) ώστε να υλοποιηθεί το μέτρο της διαθεσιμότητας. Τα πανεπιστήμια ανταποκρίθηκαν με τον τρόπο που γνωρίζουν, είτε οι προθεσμίες είναι ασφυκτικές είτε ελαστικές: δεν συνεργάστηκαν. Με την εξαίρεση του Πανεπιστημίου Κρήτης που υπέβαλε μία επεξεργασμένη έκθεση (στην οποία, πάντως, δεν εμφανιζόταν κανείς διοικητικός υπάλληλος να περισσεύει), αρνήθηκαν να κάνουν αξιολόγηση και υποστήριξαν με διάφορες αναλογίες ότι όχι μόνο δεν περισσεύει κανείς, αλλά αντίθετα υπάρχει στα πανεπιστήμια έλλειψη διοικητικών υπαλλήλων. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών π.χ. υποστήριξε ότι με βάση το οργανόγραμμα που έκανε χρειάζεται 600 επιπλέον άτομα.
Τα νούμερα που χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογηθούν τόσο οι θέσεις του υπουργείου όσο και πανεπιστημίων ήταν εν πολλοίς αυθαίρετα και σε ορισμένες περιπτώσεις αντιφατικά. Ο πρύτανης π.χ. του ΕΚΠΑ ανέφερε στην επιστολή του στον πρωθυπουργό (25/9) ότι ο αριθμός των προπτυχιακών φοιτητών του ιδρύματος είναι 107.000, ενώ σε έγγραφό του προς το Υπουργείο Παιδείας (21/8) 46.500. Το δε υπουργείο παρουσίασε εκ των υστέρων, μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, τη μελέτη τεκμηρίωσης για τις αποφάσεις του χωρίς να πείσει για τα κριτήρια που χρησιμοποίησε τόσο για τον προσδιορισμό του αριθμού όσο και των κατηγοριών των υπαλλήλων προς διαθεσιμότητα.
Πανεπιστήμια και διοικητικοί, για να αμφισβητήσουν το υπουργείο, επικαλούνται τις αναλογίες μεταξύ ΔΕΠ και διοικητικού προσωπικού που υπάρχουν στο εξωτερικό, για να δείξουν ότι υστερούμε σημαντικά ξεχνώντας δύο πράγματα:
1. Ότι στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από συγκρίσεις και από το ιδεωδώς σωστό, έχουμε ένα χρεοκοπημένο κράτος. Πολύ απλά δεν υπάρχουν χρήματα για να συντηρείται ο δημόσιος τομέας που είχαμε. Θα ήταν λογικό και δίκαιο να εξαιρεθούν τα πανεπιστήμια, μόνο αυτά, από τις περικοπές που έγιναν εν γένει στο προσωπικό του δημόσιου τομέα;
2. Ότι η κατάσταση στο εξωτερικό είναι πολύ διαφορετική. Π.χ., στη Μ. Βρετανία και στις ΗΠΑ τα πανεπιστήμια έχουν μεγάλους αριθμούς διοικητικών υπαλλήλων διότι παίρνουν χαρακτηριστικά υπερτροφικών εταιρειών και διότι ενδιαφέρονται να προσελκύσουν με ανταγωνιστικό τρόπο φοιτητές και να τους έχουν ικανοποιημένους. Γι’ αυτό υπάρχουν διαμαρτυρίες για το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο και εκφράζονται αντιρρήσεις για την έμφαση που δίνεται στις εξω-ακαδημαϊκές υπηρεσίες προς τους φοιτητές (πολυτελείς φοιτητικές εστίες, χώροι αναψυχής, κ.λπ.), τις οποίες χειρίζονται διοικητικοί υπάλληλοι, εις βάρος της υποστήριξης της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της πρόσληψης μελών ΔΕΠ (βλ. σχετικά το βιβλίο The Fall of the Faculty του Benjamin Ginsberg, Oxford, 2011). Είναι ενδεικτικό ότι, μεταξύ του 1975 και 2005, στις ΗΠΑ η αύξηση του ανώτερου και κατώτερου διοικητικού προσωπικού ήταν 85% και 240% αντίστοιχα, ενώ η αύξηση των μελών ΔΕΠ 51%. Όσοι διαμαρτύρονται για τους κινδύνους του επιχειρηματικού πανεπιστημίου θα πρέπει να ξέρουν ότι ακριβώς η τάση προς το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο αυξάνει τον αριθμό των διοικητικών, καθώς υποβαθμίζει την ακαδημαϊκή διαδικασία και τον ρόλο των καθηγητών.
Το Πανεπιστήμιο Αθηνών υποστήριξε επισήμως το καλοκαίρι ότι αδυνατεί να λειτουργήσει αν χάσει έστω και έναν από τους υπαλλήλους του (αφού άλλωστε του έλειπαν 600). Ωστόσο, με την εκπνοή της προθεσμίας για την απογραφή των διοικητικών δημοσιοποιήθηκε Ανοιχτή Επιστολή μελών έως τώρα της Συγκλήτου (αντιπρυτάνεων, κοσμητόρων, προέδρων τμημάτων) στην οποία ανακαλύπτεται ότι ένας αριθμός 400 περίπου υπαλλήλων διαφόρων κατηγοριών (μεταξύ των οποίων και αυτοί που είναι αδικαιολόγητα απόντες από την υπηρεσία) θα μπορούσε να ενταχθεί κατά προτεραιότητα στο μέτρο της διαθεσιμότητας χωρίς να επηρεαστεί σοβαρά η λειτουργία του πανεπιστημίου. Προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι δημοσιοποιούνται τώρα, κατόπιν εορτής, τα στοιχεία αυτά τα οποία διακινούνταν ανεπισήμως –και από επίσημα χείλη– όλο το προηγούμενο διάστημα, τότε που οι αποφάσεις της Συγκλήτου, χωρίς κατά κανόνα διαφοροποιήσεις, προέβαλλαν μια διαφορετική εικόνα λέγοντας ότι όλοι οι υπάλληλοι του ΕΚΠΑ, μηδενός εξαιρουμένου, είναι απαραίτητοι.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Είναι απολύτως κατανοητό και σεβαστό οι διοικητικοί υπάλληλοι να απεργούν και να διαμαρτύρονται καθώς ανατρέπεται βάναυσα και, κυρίως αυθαίρετα, η ζωή τους. Αυτό όμως που είναι θλιβερό και προκαλεί αγανάκτηση είναι ότι τη δύσκολη κατάσταση των υπαλλήλων αυτών εκμεταλλεύονται κυνικά ομάδες εντός και εκτός πανεπιστημίου για να προαγάγουν τις δικές τους πολιτικές και προσωπικές στοχεύσεις. Αντί να προστατευθούν, με έγκαιρη αξιολόγηση και σοβαρή διαπραγμάτευση, οι ευσυνείδητοι υπάλληλοι που υποστηρίζουν με τη δουλειά τους το πανεπιστήμιο, θυσιάζονται με τα οριζόντια μέτρα εν ονόματι μιας ακραίας αντιπολιτευτικής γραμμής που φαντασιώνεται, όπως διαδίδεται, την πτώση της κυβέρνησης (ναι, πτώση της κυβέρνησης από απεργία διοικητικών υπαλλήλων 2 ΑΕΙ). Θυσιάζονται οι ευσυνείδητοι υπάλληλοι για να προστατευθούν ακόμη κι αυτοί που, ενώ βαφτίστηκαν, εν μια νυκτί, με τον νόμο Παυλόπουλου, στην αρχή ερευνητές και μετά διοικητικοί υπάλληλοι, στη συνέχεια εμφανίζονται αδικαιολογήτως απόντες από την υπηρεσία, όπως αναγνωρίζουν όσοι υπογράφουν την Ανοιχτή Επιστολή.
Δυστυχώς, για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια, παρακολουθούμε μια οικτρή μειοψηφία να καταδυναστεύει το πανεπιστήμιο, να κρατά ομήρους χιλιάδες φοιτητές, να καταστρέφει ερευνητικό έργο, να εξευτελίζει δημοκρατικά δικαιώματα και αξίες. Δεν δίστασαν όσοι την αποτελούν να εκμεταλλευτούν ανενδοίαστα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ακόμη και τη λαχτάρα των νεαρών πρωτοετών φοιτητών και φοιτητριών να γνωρίσουν τους πανεπιστημιακούς χώρους στους οποίους τόσο μόχθησαν αυτοί και οι οικογένειές τους να βρεθούν. Με πρόσχημα μια δήθεν υποδοχή που οργάνωσαν απεργούντες σύλλογοι, τους χρησιμοποίησαν ως ακροατήριο-όμηρο για να βγάζουν λόγους. Δεν διστάζουν επίσης να εκμεταλλευτούν για τις πολιτικές στοχεύσεις τους τις φοβίες και τις ανασφάλειες των μελών ΔΕΠ στις δύσκολες εποχές που διανύουμε, διαδίδοντας ασταμάτητα ατεκμηρίωτες φήμες για πογκρόμ διωγμών. Αντιμάχονται, ισχυρίζονται, την ιδιωτικοποίηση του δημόσιου Πανεπιστημίου αλλά αποκρύπτουν, ή δεν θέλουν, να δουν ότι το πανεπιστήμιο –δημόσια περιουσία και δημόσιος θεσμός–, βρίσκεται ήδη στα χέρια λίγων ιδιωτών, έχει γίνει φέουδο επιμέρους ομάδων, που το μεταχειρίζονται κατά τα δοκούν με πλήρη αδιαφορία για το δημόσιο συμφέρον.
Θύματα όλης της κατάστασης, όπως έχει διαμορφωθεί, δεν είναι μόνο οι ευσυνείδητοι διοικητικοί υπάλληλοι που πραγματικά θίγονται με το μέτρο της διαθεσιμότητας. Είναι οι σοβαροί ακαδημαϊκοί που δεν μπορούν να φθάσουν στα εργαστήρια για να κάνουν την έρευνά τους, είναι οι ερευνητές, έλληνες και ξένοι, που μετέχουν σε ερευνητικά προγράμματα και δεν μπορούν να πληρωθούν (ενώ πληρώνονται όλοι οι υπόλοιποι), είναι διεθνείς ακαδημαϊκές και ερευνητικές συμφωνίες και υποχρεώσεις. Μα πάνω απ’ όλα είναι οι φοιτητές, προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί, που αντιμετωπίζονται ως ο τελευταίος τροχός της αμάξης. Κινδυνεύει να χαθεί το εξάμηνο και λίγους απασχολεί. Πολλοί καθηγητές κάνουν την έρευνά τους από το σπίτι τους (όταν δεν έχουν ανάγκη εργαστηρίων) ή ασκούν, χωρίς το βάρος της πανεπιστημιακής διδασκαλίας, το επάγγελμά τους από το γραφείο τους. Η μόρφωση των φοιτητών ήταν πάντα υποτιμημένη στο ελληνικό πανεπιστήμιο και τώρα φαίνεται να μην ενδιαφέρει κανέναν. Τι κι αν δεν κάνουν μάθημα οι φοιτητές; Κάποτε θα δώσουν εξετάσεις και κάποτε θα πάρουν το πτυχίο τους. Τι αξία θα έχει όμως αυτό όταν δεν θα αντιστοιχεί σε επί της ουσίας γνώσεις; Πάνε πια οι εποχές που από μόνο του το χαρτί μπορούσε να εξασφαλίσει θέσεις στο ελληνικό δημόσιο. Η ελληνική νεολαία εγκαταλείπεται στη μοίρα της και το ελληνικό πανεπιστήμιο καταρρέει.
Τι μπορεί να γίνει; Δυστυχώς τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Οι αρμοδιότητες των Συμβουλίων που έχουν την ευθύνη να εποπτεύουν τα Ιδρύματα έχουν ξεδοντιαστεί με τις αναθεωρήσεις του νόμου οι οποίες υποστηρίχθηκαν ακριβώς από τις δυνάμεις που θέλουν τα πανεπιστήμια φέουδα. Η μόνη ελπίδα είναι να αντιδράσει η κοινωνία και να κινητοποιηθεί η μεγάλη πλειονότητα πανεπιστημιακών και φοιτητών. Το ακαδημαϊκό και δημοκρατικό ήθος τους μπορεί να διασώσει το πανεπιστήμιο και να περιθωριοποιήσει τις ηχηρές και ανεύθυνες ομάδες που το υπονομεύουν, ενώ δήθεν κόπτονται για την προστασία του.

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2011

Η μεταρρύθμιση στα πανεπιστήμια, οι διαφωνίες και η ουσία



Βάσω Κιντή, Τα Νέα, 16/08/2011


H Βάσω Κιντή απαντά στον Ηλία Νικολακόπουλο


Επί ένα χρόνο συζητείται το θέμα της μεταρρύθμισης του ελληνικού πανεπιστημίου και, δυστυχώς, ο διάλογος που αναπτύχθηκε πρέπει να παραδεχτούμε ότι ήταν φτωχός. Οχι γιατί δεν υπήρξε ο απαιτούμενος χρόνος όπως υποστηρίζουν μερικοί πολέμιοι της μεταρρύθμισης, αλλά γιατί θα έπρεπε κανείς πρώτα να ξεμπερδέψει με τα λάθη, την άγνοια, την εσκεμμένη παραπληροφόρηση και την ιδεολογική εμμονή για να μπορέσει να θίξει τα ουσιώδη, δηλαδή τον χαρακτήρα του πανεπιστημίου σήμερα, και ειδικά του μαζικού πανεπιστημίου, τη σχέση του με την αγορά, τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσουν τα ελληνικά ιδρύματα. Επρεπε πρώτα να αποκρούσει τον αρνητισμό και τα προσχήματα της ψευτοπόλωσης που ταλανίζουν τον δημόσιο βίο. Στην αρχή ήταν η θέση ότι το σχέδιο νόμου μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης δεν αποτελεί βάση συζήτησης (σωρηδόν έβγαιναν οι αποφάσεις ακαδημαϊκών και συνδικαλιστικών οργάνων που υποστήριζαν τη θέση αυτή), μετά ότι το σχέδιο νόμου αφαιρεί τη δημοκρατική νομιμοποίηση από τα όργανα ή ότι θα φέρει μάνατζερ και πρύτανη αλλοδαπό. Υστερα, ότι η παιδεία αντικαθίσταται από την κατάρτιση ή ότι οι προτάσεις των φορέων αγνοήθηκαν όταν η μόνη πρόταση που διαφοροποιείται ουσιαστικά από το σχέδιο νόμου είναι να αναδεικνύονται πρυτάνεις και κοσμήτορες από τα μέλη ΔΕΠ. Η κύρια μέριμνα, δηλαδή, όσων αντιδρούν εστιάζει στο πώς θα μείνει στην απόλυτη δικαιοδοσία των καθηγητών η διοίκηση των πανεπιστημίων, αποκλειομένων τώρα και των φοιτητών.

Στο άρθρο του Ηλία Νικολακόπουλου (ΗΝ) στα «ΝΕΑ» (13/8/11) επαναλαμβάνεται η εντελώς ατεκμηρίωτη θέση ότι τα πανεπιστημιακά τμήματα μετατρέπονται σταδιακά σε ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης όταν στο σχέδιο νόμου τα προγράμματα σπουδών παραμένουν στην αρμοδιότητα των τμημάτων και των σχολών και πιστοποιούνται από Ανεξάρτητη Αρχή ακριβώς για να διασφαλίζεται ότι θα λαμβάνονται υπόψη τα διεθνώς ισχύοντα. Φοβάται ο ΗΝ ότι θα μετατρέψουν οι ίδιοι οι καθηγητές τα τμήματά τους σε ινστιτούτα κατάρτισης; Δεν τον ενοχλεί που σήμερα επισωρεύονται μαθήματα στο πρόγραμμα των φοιτητών μόνο και μόνο για να καλύπτεται ο διδακτικός φόρτος των καθηγητών ή για να ικανοποιούνται οι επιθυμίες τους για την προβολή στο πρόγραμμα της στενής ειδικότητά τους;

Γράφει επίσης ότι ο «κοσμήτορας της (ενιαίας για όλο το πανεπιστήμιο) Σχολής Μεταπτυχιακών Σπουδών παρεμβαίνει ακόμη και για την κρίση των διδακτορικών διατριβών (άρ. 19, παρ. 6)». Ομως, στο άρθρο 5, παρ. 2β του σ/ν αναφέρεται ότι ο οργανισμός κάθε ιδρύματος καθορίζει την ίδρυση «σχολής ή σχολών μεταπτυχιακών σπουδών» - άρα δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει μια ενιαία σχολή ανά ίδρυμα - ενώ στο άρθρο 39 (και όχι 19), παρ. 6 αναφέρεται ότι η κοσμητεία (και όχι ο κοσμήτορας), δηλαδή οι εκλεγμένοι διευθυντές των τμημάτων, εκπρόσωπος των φοιτητών και ο κοσμήτορας, ορίζει την τριμελή εξεταστική επιτροπή ύστερα από εισήγηση του επιβλέποντος ή των επιβλεπόντων καθηγητών, ακριβώς για να διασφαλίζεται κατά το δυνατόν ότι οι επιβλέποντες δεν θα επιλέγουν για εξεταστές τους «κολλητούς» τους. Ούτε η κοσμητεία ούτε βέβαια ο κοσμήτορας επεμβαίνει στην κρίση των διατριβών.

Στο ίδιο άρθρο ο ΗΝ σχολιάζει την πρόβλεψη για ταξινομική ψήφο του ν/σ για την εκλογή των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου του ιδρύματος και ψέγει εμένα ως νεόκοπη ειδικό επί των εκλογικών συστημάτων επειδή ανέφερα σε άρθρο μου στο «Βήμα» ότι απαιτείται το 52% των ψήφων για να εκλέξει μια οργανωμένη ομάδα τα 4 από τα 7 εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου. Δεν διεκδικώ ούτε προέβαλα εύσημα εκλογολόγου. Οπως θα έκανε οποιοσδήποτε θέλει να ξέρει για τι μιλάει, πόσω μάλλον εάν είναι πανεπιστημιακός, ρώτησα, έψαξα και πληροφορήθηκα τι σημαίνει ταξινομική ψήφος. Εμαθα λοιπόν, συμβουλευόμενη συναδέλφους ειδικούς και τα υλικά έγκυρων διεθνών οργανισμών (όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης - Venice Commission) που ασχολούνται με τα εκλογικά συστήματα, ότι η ταξινομική ψήφος μεταφράζει τους γενικούς όρους «ordinal vote» και «ranked-choice voting», ότι υπάρχουν πολλές παραλλαγές όλες αναλογικού χαρακτήρα, ότι εφαρμόζεται ευρέως και ότι ενώ είναι ένα σύστημα με σύνθετο τρόπο καταμέτρησης έχει ακριβώς το πλεονέκτημα ότι χειραγωγείται πολύ δύσκολα (με πλειοψηφίες της τάξης που ανέφερα) και επιτρέπει στους εκλογείς να ψηφίζουν με τρόπο που αντιστέκεται στους τακτικισμούς των κομμάτων. Γι’ αυτό άλλωστε υποθέτω ότι προκρίθηκε το σύστημα αυτό και αυτό το στοιχείο επικαλέστηκα στο κείμενό μου. Θα περίμενα από έναν έμπειρο εκλογολόγο όπως ο ΗΝ ο οποίος, αντίθετα με εμένα, έχει υποθέτω βλέψεις για διεθνή συμβολή στον τομέα αυτό, αντί να μένει στον στείρο αρνητισμό, να διαθέσει τις γνώσεις και την πείρα του για να προτείνει τρόπους διασφάλισης της αντιπροσωπευτικότητας στις εκλογές των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου. Θα μπορούσε να παρουσιάσει το δικό του ενδεδειγμένο μοντέλο και να συζητήσει συγκεκριμένα με τους ειδικούς. Κυρίως, όμως, θα περίμενε κανείς από έναν παλαιό πανεπιστημιακό όπως ο ΗΝ να μας πει με αίσθημα ευθύνης και με το βάρος της γνώμης του τι όντως πήγε στραβά στο πανεπιστήμιο και τι πρέπει να αλλάξει.

Ελπίζω, έστω και μετά την ψήφιση του νόμου, να μπορέσουμε επιτέλους κάποια στιγμή να συζητήσουμε με ειλικρίνεια τα πραγματικά και σοβαρά θέματα που αφορούν τη μεταρρύθμιση του πανεπιστημίου.

Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

Debate μεταξύ δύο καθηγητριών για το νομοσχέδιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης









από τα Νέα
Η αναμονή τελείωσε. Ο νέος νόμος-πλαίσιο για τα πανεπιστήμια έφτασε έξω από τις πύλες του Κοινοβουλίου, με σοβαρή την πιθανότητα να ψηφισθεί την πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου. Ο νόμος παρουσιάζεται επίσημα στο Υπουργικό Συμβούλιο την ερχόμενη Τρίτη ή Τετάρτη και αμέσως μετά κατατίθεται στη Βουλήγια να ξεκινήσει η διαδικασία συζήτησής του. Τις προηγούμενες ημέρες ωστόσο προκάλεσε οξύτατες αντιπαραθέσεις και debates μεταξύ πολιτικών και πανεπιστημιακών κύκλων. Παρακάτω παραθέτουμε τις βασικότερες αλλαγές που φέρνει ο νόμος, τις οποίες και σχολιάζουν δύο αναπληρώτριες καθηγήτριες, με εμπειρία χρόνων στα ελληνικά πανεπιστήμια, η κάθε μία από τη δική της οπτικήγωνία. Γιατί «Ναι» (Βάσω Κιντή) στον νέο νόμο και γιατί «Οχι» (Ευγενία Μπουρνόβα)... 
1. Συμβούλια Διοίκησης
 και πρυτάνεις οι οποίοι διορίζονται και παύονται απόαυτά.Τα Συμβούλια θα αποτελούνται από 15 μέλη. Τα οκτώ θα είναι εκλεγμέναεσωτερικά μέλη του ιδρύματος (επτά ή τέσσερις καθηγητές και ένας εκπρόσωπος των φοιτητών).Τα υπόλοιπα επτά θα είναι προσωπικότητες εκτός πανεπιστημίου που θα εκλέγονται πάντως από τα ίδια. 

«Εξασφαλίζει, κατ΄ αρχάς, την ανεξαρτησία όσων ασκούν διοίκηση από αυτούς τους οποίους διοικούν. Με το ισχύον σύστημα ένας πρύτανης είναι απίθανο να ελέγξει αυτούς που τον εκλέγουν. Πρύτανης και μέλη ΔΕΠ συσπειρώνονται εναντίον του υπουργείου και αντιμετωπίζουν το πανεπιστήμιο ως ιδιοκτησία τους χωρίς να λογοδοτούν πουθενά. Τα πανεπιστήμια όμως ανήκουν στην κοινωνία. Τα εξωτερικά μέλη στα συμβούλια από τα οποία θα εκλέγεται ο πρύτανης και στα οποία θα λογοδοτεί, αντιπροσωπεύουν, συμβολικά, την κοινωνία». 
Βάσω Κιντή (+)


«Η συνταγματικά κατοχυρωμένη “πλήρης αυτοδιοίκηση” των ΑΕΙ επιτάσσει να εκλέγονται ο πρύτανης, οι αντιπρυτάνεις, οι κοσμήτορες, οι πρόεδροι τμημάτων από τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας. Με τη νέα ρύθμιση η ακαδημαϊκή διοίκηση περνά από τον εκλεγμένο πρύτανη και το αντιπροσωπευτικό συλλογικό όργανο της Συγκλήτου σε ένα ολιγαρχικό Συμβούλιο, στο οποίο προεδρεύει, συγκεντρώνοντας όλες τις κρίσιμες αρμοδιότητες, προσωπικότητα εκτός πανεπιστημίου. Εξωτερικός από το πανεπιστήμιο πρύτανης φαίνεται στην καλύτερη περίπτωση... αδύνατον και στη χειρότερη καταστρεπτικό. Συμφωνούμε με τη συγκρότηση ενός εποπτικού οργάνου των ΑΕΙ, ως θεσμικού αντιβάρου στην αυτοδιοίκησή τους, όχι όμως με την εκχώρηση όλων των διοικητικών εξουσιών σε κλειστές ομάδες, προερχόμενες εντός ή εκτός πανεπιστημίου». 
Ευγενία Μπουρνόβα (-) 

2. «Αιώνιοι φοιτητές».Εάν
 φοιτητής δεν εγγραφεί σε δύο συνεχόμενα εξά μηνα διαγράφεται. 

(+) «Είναι σίγουρο ότι η φοιτητική ιδιότητα πρέπει να συνδέεται με τη συμμετοχή στην ακαδημαϊκή ζωή».


(-) «Θα προτιμούσα η Πολιτεία να έδινε περισσότερη προσοχή στις αιτίες που δημιουργούν τους “αιώνιους φοιτητές”, στα κίνητρα για την εξάλειψή τους και όχι στην τιμωρία τους. Το σύστημα εκπαίδευσης στη δευτεροβάθμια και εισαγωγής στην τριτοβάθμια δημιουργούν κουρασμένους από τα φροντιστήρια και αδιάφορους φοιτητές, διότι τελικά σπουδάζουν ένα αντικείμενο που δεν τους ενδιαφέρει». 

3. Τριετείς σπουδές στα ΑΕΙ και απαραίτητη γνώση μιας ξένης γλώσσας για την απόκτηση πτυχίου.Οι σπουδές διαρθρώνονται σε τρεις κύκλους. Ο πρώτος για προγράμματα σπουδών με μαθήματα που αντιστοιχούν κατ΄ ελάχιστον σε 180ακαδημαϊκές μονάδες (3 έτη).Ο δεύτερος για μεταπτυχιακά με μαθήματα πουαντιστοιχούν σε 60 ως 120 μονάδες.Ο τρίτος για διδακτορικές σπουδές με μαθήματα που αντιστοιχούν σε 60 ως 120 μονάδες και στην εκπόνηση διδακτορικής διατριβής. 

(+) «Είναι θετικό να δίνεται η δυνατότητα στα πανεπιστήμια να προσφέρουν διαφόρων τύπων προγράμματα και πτυχία και να εναρμονίζονται με τον ευρωπαϊκό χώρο. Σήμερα προγράμματα εκτείνονται σε πολλά έτη όχι επειδή το απαιτεί το επιστημονικό αντικείμενο, αλλά διότι οι καθηγητές φορτώνουν το πρόγραμμα με μαθήματα της στενής ειδικότητάς τους. Επίσης θεωρώ θετική την εισαγωγή μαθημάτων στις διδακτορικές σπουδές για σφαιρικότερη γνώση». 


(-) «Ο τριετής κύκλος αντιβαίνει σε επικρατούσες αντιλήψεις για τον επαρκή χρόνο πρόσληψης της επιστημονικής γνώσης. Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες υιοθέτησαν αυτή τη διάρθρωση των σπουδών (3+2+3), βιώνουν σήμερα τις αρνητικές συνέπειες εφαρμογής της. Στο όνομα της προσαρμογής, με 10 χρόνια καθυστέρηση προς τα ευρωπαϊκά δεδομένα, δεν πρέπει να υποτιμηθούν οι αρνητικές αυτές εμπειρίες». 

4. Η χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό κατανέμεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και δεικτών. Προβλέπεται μπόνους αναλόγως επίτευξης στόχων. 

(+) «Καλώς συνδέεται η χρηματοδότηση με την αξιολόγηση. Η σύνδεση αυτή δεν πρέπει να είναι μόνο “τιμωρητική”, αλλά επίσης υποστηρικτική και στρατηγική. Δηλαδή μπορεί να αυξάνεται η χρηματοδότηση ιδρυμάτων που υστερούν ώστε να βελτιωθούν σε τομείς που κρίνονται στρατηγικά αναγκαίοι. Κρίσιμο ζήτημα θα είναι οι δείκτες που θα χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση. Πέρα από τους ακαδημαϊκούς θα έβλεπα και δείκτες όπως: παρουσία γυναικών στον φοιτητικό και διδακτικό πληθυσμό, προσβασιμότητα ξένων φοιτητών και μειονοτήτων». 

(-) «Παρόμοια κριτήρια ισχύουν και τώρα, αλλά υπάρχει σχετική αδιαφάνεια στην τελική χρηματοδότηση και στις έκτακτες επιχορηγήσεις. Υπάρχουν όμως και άλλα κριτήρια που δεν φαίνεται να απασχολούν το υπουργείο, όπως η ύπαρξη ή μη κατάλληλων ιδιόκτητων υποδομών και εξοπλισμένων εργαστηρίων, το γεγονός ότι ένα τμήμα έχει ανελαστικές δαπάνες ανεξάρτητα του αριθμού των φοιτητών, η προσέλκυση μεταδιδακτόρων, η έρευνα, κλπ. Τέλος, η διαπραγμάτευση της χρηματοδότησης δεν μπορεί να γίνεται με την ΑΔΙΠ που πρέπει να έχει αποκλειστικά τον ρόλο του αξιολογητή και όχι και του χρηματοδότη, που αποτελεί ρόλο του υπουργείου». 

5. Αξιολόγηση καθηγητών ανά πέντε χρόνια και επιπτώσεις σε περίπτωση αρνητικής έκθεσης. 

(+) «Πολλοί καθηγητές της πρώτης βαθμίδας σήμερα, επειδή δεν κρίνονται επί μακρόν και δεν λογοδοτούν πουθενά, αδρανούν τελείως ακαδημαϊκά και επιδίδονται σε άλλες δραστηριότητες, όπως η καταδυνάστευση του διδακτικού προσωπικού χαμηλοτέρων βαθμίδων, δημιουργώντας δίκτυα εξάρτησης και ασκώντας συχνά ωμούς εκβιασμούς. Είναι μέτρο που έγινε με ικανοποίηση δεκτό στην πανεπιστημιακή κοινότητα». 

(-) «Η αξιολόγηση πρέπει να διαφοροποιείται από την πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων, η οποία ασφαλώς πρέπει να τιμωρείται ανεξαρτήτως βαθμίδας ή θέσεως. Το υπουργείο προβάλλει ως αλαζονικός τιμωρός των δήθεν ανόμων καθηγητών. Το έργο των καθηγητών περιλαμβάνεται στους πίνακες αξιολόγησης των Τμημάτων, συνεπώς η πολιτεία έχει την ευχέρεια να διακρίνει τη συνεισφορά τους στην επιστήμη, στο πανεπιστήμιο και στην κοινωνία. Για αυτό και η διάταξη αφήνει περιθώρια να ερμηνευτεί ως εκ του πονηρού. Αποτελεσματικότερη κατεύθυνση συνιστά η απαίτηση για την αφοσίωση των καθηγητών στα τυπικά καθήκοντα που ορίζει ο νόμος». 

6. Κατάργηση της βαθμίδος του λέκτορα και μονιμοποίηση στη βαθμίδα τουαναπληρωτή καθηγητή.Οι επίκουροι καθηγητές εκλέγονται με τετραετή θητεία, με δυνατότητα ανανέωσης για άλλη μία,ύστερα από κρίση. 

(+) «Το σχήμα αυτό εναρμονίζεται με τις διεθνείς πρακτικές». 

(-) «Η κατάργηση του λέκτορα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί θετικά με δεδομένο ότι οι νέοι επιστήμονες έχουν αυξημένα προσόντα (συχνά ανώτερα των καθηγητών οι οποίοι τους κρίνουν) και η πρώτη εκλογή καθυστερεί αρκετά. Παρατηρείται όμως μια γενικότερη στροφή στην ενίσχυση της πρώτης βαθμίδας στα όργανα, στις επιτροπές εκλογών, κτλ., γεγονός που προσδίδει αυταρχικό χαρακτήρα στο σύστημα. Επιχειρείται μήπως η “επιστροφή της έδρας”; Οι διαδικασίες εκλογής και εξέλιξης, και κυρίως οι λίστες εκλεκτόρων, δεν μπορεί να επαφίενται εξ ολοκλήρου στο αδιαφανές και ανέλεγκτο Συμβούλιο Ιδρύματος». 

7. Καταργείται η νομική υπόσταση
 του ασύλου. Υπεύθυνος για την ακαδημαϊκήελευθερία έρευνας-διδασκαλίας και την προστασία προσωπικού και πανεπιστημίουείναι ο πρύτανης. 

(+) «Θεωρώ ότι καλώς αποϊδεολογικοποιείται και αντιμετωπίζεται ως ζήτημα φύλαξης. Τα ίδια τα πανεπιστήμια πρέπει να βρουν τρόπους να εξασφαλίζουν την ακαδημαϊκή ελευθερία και τη διακίνηση των ιδεών (που είναι περισσότερο θέμα κλίματος και όχι χώρου), καθώς και την προστασία της περιουσίας τους». 

(-) «Το πανεπιστημιακό άσυλο δεν μπορεί να εξεταστεί χωριστά από τη γενικότερη “ασυλία” που επικρατεί στη χώρα. Θεσπίστηκε για την προστασία της ελεύθερης διακίνησης ιδεών και της κριτικής σκέψης και όχι για την παρεμπόδισή της (που συμβαίνει συχνά) ή για ποινικά κολάσιμες πράξεις. Το ίδιο όμως δεν ισχύει για τη βουλευτική ασυλία; Τι να πούμε για την αστυνομική ασυλία ή εκείνη των κουκουλοφόρων; Ποιος δίνει το παράδειγμα στη χώρα;». 

8. Κάθε σχολή οργανώνει διαφορετικά προγράμματα σπουδών. Η εισαγωγή των πρωτοετών φοιτητών θα γίνεται σε σχολές αντί τμημάτων. 

(+) «Η ενδυνάμωση των σχολών επιτρέπει την ευελιξία στην ανάπτυξη προγραμμάτων σπουδών και ενισχύει την κινητικότητα των φοιτητών. Ωστόσο πιστεύω ότι μια δομή τμημάτων πρέπει να διατηρηθεί ώστε να έχουν την ευθύνη των επιστημονικών περιοχών κάποια σταθερά σώματα». 

(-) «Αντί να ενισχύσει την αποτελεσματική διατμηματικότητα και τη διεπιστημονικότητα που υπάρχει σήμερα έρχεται να τις καταργήσει ως ακαδημαϊκές και διοικητικές μονάδες. Ετσι όμως επιστρέφουμε στο παρελθόν, όταν φιλόλογοι, ιστορικοί και φιλόσοφοι έβγαιναν μόνον από τη Φιλοσοφική. Πάει... περίπατο η ειδίκευση στο επιστημονικό πεδίο, αφού βάλλεται η ολοκλήρωση ενός κύκλου μαθημάτων εντός του, κινδυνεύοντας να συρρικνωθεί η επιστημονική επάρκεια του φοιτητή». 

9. Η ίδρυση, κατάργηση
 ή συγχώνευση σχολών και ιδρυμάτων πρέπει να είναι σύμφωνη με τις δυνατότητες της εθνικής οικονομίας και τον περιφερειακόχωροταξικό σχεδιασμό. 

(+) «Ακόμη κι αν δεν υπήρχε οικονομικό πρόβλημα θα έπρεπε να γίνουν αναδιαρθρώσεις ιδρυμάτων και σχολών. Χρειάζεται εξορθολογισμός· να μην ιδρύονται σχολές στις περιφέρειες υπουργών και βουλευτών. Ούτε ομάδες καθηγητών να παίρνουν δώρο ένα τμήμα. Κάθε πανεπιστήμιο πρέπει να συγκεντρώνει αρκετές σχολές και να προσφέρει στους φοιτητές ένα campus όπου θα γνωρίζονται, συνομιλούν και συνεργάζονται». 

(-) «Η προχειρότητα με την οποία η Πολιτεία ως σήμερα ίδρυε ΑΕΙ-ΤΕΙ συνεχίζεται τώρα που απειλεί ότι θα τα κλείσει με συνοπτικές διαδικασίες, ενώ εξίσου πρόχειρη φαίνεται η διάταξη για σύνταξη εθνικής στρατηγικής για την εκπαίδευση κάθε τετραετία, όταν οι χώρες στις οποίες θέλουν να μοιάσουμε έχουν σχεδιασμό με ορίζοντα τουλάχιστον δεκαετίας. Προτείνεται η αναδιάταξη να γίνει αφού πρώτα ξεκαθαριστούν το όραμα για την εικοσαετία, οι στόχοι για τη δεκαετία (βλέπε, στόχους προγράμματος Ευρώπη 2020), αφότου αξιολογηθεί το σύστημα και αναπτυχθεί συντεταγμένος διάλογος με τους εμπλεκόμενους». 

+1 απόλυτη συμφωνία
Ανώνυμες εταιρείες και Νομοθετικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου στη διαχείρισητης περιουσίας των πανεπιστημίων. 

«Η ρύθμιση επιχειρεί να παρακάμψει γραφειοκρατίες και δυσκαμψίες του δημόσιου λογιστικού, ο έλεγχος του οποίου συχνά παγιδεύεται σε ακραίες τυπικότητες. Οι διοικήσεις σήμερα αναγκάζονται να παρανομούν συνεχώς για να αντεπεξέλθουν σε στοιχειώδεις υποχρεώσεις τους. Ωστόσο, πρέπει να υπάρχει σοβαρός ουσιαστικός έλεγχος των Προσώπων αυτών». 
Βάσω Κιντή (+)

«Δεν έχουμε αντίρρηση για χρηματοδοτικές εισροές από τον ιδιωτικό τομέα, αρκεί βεβαίως να μη θιγεί η προώθηση της βασικής έρευνας. Σαφώς συναινούμε στην αξιοποίηση επιτέλους των περιουσιών των πανεπιστημίων, ένα πεδίο όπου έχει σημειωθεί εξαιρετική καθυστέρηση αφού το σημερινό σύστημα σχετικά με την αξιοποίηση της περιουσίας, διαχείρισης κληροδοτημάτων, κτλ., είναι ιδιαίτερα γραφειοκρατικό, αντιπαραγωγικό και τελικά αδιαφανές». 
Ευγενία Μπουρνόβα (+) 

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Βάσω Κιντή «Δεν μπορούμε να απεργούμε για τα κουρέλια του κράτους»

Συνέντευξη στο Βήμα και στην ΕΛΕΝΗ ΒΟΥΛΤΣΙΔΟΥ | Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011


Την περασμένη Τετάρτη η πανεργατική απεργία και οι κινητοποιήσεις που έγιναν σε όλη την Ελλάδα ήταν, σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι μεγαλύτερες της τελευταίας εικοσαετίας. Ο κόσμος δρα- και αντιδράόταν «ο κόμπος φτάνει στο χτένι».Μια διαφορετική αντίδραση όμως ήρθε από τον χώρο του Πανεπιστημίου την Τρίτη, παραμονή της απεργίας. Είκοσι πανεπιστημιακοί υπέγραψαν και έδωσαν στη δημοσιότητα κείμενο στο οποίο εξηγούν γιατί δεν απεργούν. « Η απόφασή μας βασίζεται στην άποψή μας ότι την ώρα της κρίσης δεν μπορούμε να λέμε “η κρίση δεν αφορά εμένα, ας πληρώσουν οι άλλοι”, ούτε μπορούμε να κρατάμε όμηρο την κοινωνία απαιτώντας να πληρώσουν τον μισθό μας οι άνεργοι και οι συνταξιούχοι» υποστηρίζουν. Οπως λένε, «από την κρίση θα βγούμε με περισσότερη και καλύτερη δουλειά». Η επίκουρη καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρία Βάσω Κιντή, η οποία συνυπογράφει το κείμενο,μας μιλάει για το πώς γεννήθηκε αυτή η πρωτοβουλία,λέει ότι όλα τα προβλήματα δεν λύνονται με απεργίες και καταλογίζει στην ΠΟΣΔΕΠ ότι επιλέγει στη συγκεκριμένη συγκυρίααδιέξοδες μορφές πάλης. 
- Κυρία Κιντή, πώς προέκυψε η ανακοίνωση «Δεν απεργώ» των πανεπιστημιακών;
«Ηταν πρωτοβουλία ενός συναδέλφου από την Κρήτη, του Γιάννη Καρακάση, ο οποίος συνέταξε και το κείμενο. Διακινήθηκε για πολύ λίγο επειδή δεν υπήρχαν τα χρονικά περιθώρια. Γι΄ αυτό και υπήρχαν λίγες υπογραφές. Τώρα που την είδαν και άλλοι συνάδελφοί μας αρκετοί μάς έγραψαν ότι θα ήθελαν και αυτοί να την υπογράψουν».

- Εκτιμάτε ότι υπάρχει μια τάση διαφοροποίησης στην πανεπιστημιακή κοινότητα από αυτήν της επιλογής των απεργιών;

«Βλέπω ότι υπάρχει αρκετά μεγάλος αριθμός ανθρώπων και στα πανεπιστήμια που βλέπουν ότι μια συμπεριφορά όπως αυτή που μας έφερε στο χείλος της χρεοκοπίας δεν μπορεί να είναι η λύση στα σημερινά μας προβλήματα. Πολύς κόσμος έδειξε να συμμερίζεται, έστω και εκ των υστέρων, αυτόν τον συμβολικό τρόπο αντίδρασης».

- Δηλαδή, όσοι υπογράφετε το κείμενο πιστεύετε ότι οι απεργίες μπορεί να οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση την Ελλάδα;
«Οχι ακριβώς οι απεργίες. Γιατί προφανώς κανείς από εμάς δεν είναι εναντίον των απεργιών και όλοι μας έχουμε απεργήσει στη ζωή μας και θα απεργήσουμε ξανά. Αλλά μια λογική όπου ζητάς συνεχώς από το κράτος κυρίως προνόμια, και δεν αναφέρομαι στους πανεπιστημιακούς, οι οποίοι είναι πολύ χαμηλά αμειβόμενοι σε σχέση με άλλους, μια συνεχής διεκδίκηση αυτών των προνομίων τα οποία ικανοποιούνται μόνο με δανεικά μάς οδήγησε σε αυτή την κατάσταση. Σήμερα τα συγκεκριμένα προβλήματα που έχουμε δεν θα λυθούν με απεργίες».

- Πώς βλέπετε να λύνονται; «Οπως αναφέρεται και στην ανακοίνωση, με περισσότερη δουλειά γιατί πρέπει να παραχθεί πλούτος ώστε να μη στηριζόμαστε πάντα σε δανεικά».

- Η περισσότερη δουλειά όμωςδεν συνεπάγεται και αντίστοιχες μισθολογικές απολαβές ή οι αμοιβές είναι ικανοποιητικές αλλά εμείς δουλεύουμε λιγότερο;
«Διάφοροι που απεργούν συνεχώς αυτές τις ημέρες έχουν υψηλές απολαβές οι οποίες δεν προκύπτουν από περισσότερη εργασία αλλά προκύπτουν από ειδικές διασυνδέσεις με το κράτος επί σειρά ετών που τους επέτρεψαν να έχουν όλα αυτά τα προνόμια. Οπως γράφουμε και στην ανακοίνωσή μας, οι μισθοί των πανεπιστημιακών είναι κάτω από το μισό τού πλαφόν των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ. Δεν μπορούμε λοιπόν εμείς να απεργούμε με τον ίδιο τρόπο. Από την άλλη, όταν λέμε να εργαζόμαστε περισσότερο δεν εννοούμε ότι δεν πρέπει να σκεφτόμαστε και να βάζουμε το κεφάλι κάτω και να δουλεύουμε. Απλώς η συγκεκριμένη συγκυρία απαιτεί να παραχθεί πλούτος και αυτός πώς αλλιώς θα παραχθεί; Δεν μπορεί να ζούμε συνεχώς με δανεικά». - Στην ανακοίνωση επισημαίνεται ότι η ομοσπονδία σας, η ΠΟΣΔΕΠ, η οποία και συμμετείχε στην απεργία,έχει δίκαια αιτήματα. Με ποιον τρόπο θεωρείτε ότι πρέπει οι πανεπιστημιακοί να προωθήσουν την επίλυσή τους; «Η δική μας ανακοίνωση δεν ήθελε να κάνει αντιπολίτευση στην ΠΟΣΔΕΠ. Θέλαμε απλώς να δείξουμε ότι αυτές οι μορφές πάλης είναι στη συγκεκριμένη συγκυρία αδιέξοδες. Δεν μπορούμε να διαμοιράζουμε όχι πλέον τα ιμάτια αλλά ούτε τα κουρέλια του κράτους. Θα πρέπει να δείξουμε περισσότερη αλληλεγγύη, και αυτό το τονίζουμε, και σε ανθρώπους που δεν έχουν τρόπο να διεκδικήσουν μια δίκαιη κατανομή των βαρών. Δηλαδή, τους ανέργους και τους συνταξιούχους. Θα πρέπει, οι πανεπιστημιακοί, να θέτουμε τα αιτήματά μας υπόψη της κοινωνίας και της κυβέρνησης, αλλά χωρίς αυτό να μας οδηγεί σε μια κατάσταση όπου αναιρείται η συνθήκη της συμβολής όλων στο ξεπέρασμα της κρίσης».

- Αναφερθήκατε και σε άλλες κοινωνικές ομάδες και, επειδή οι άνθρωποι της διανόησης πολλές φορές είστε στην πρωτοπορία της σκέψης και ανοίγετε δρόμους, το μήνυμά σας είναι «όχι απεργίες, όχι κινητοποιήσεις»;
«Οπως είπα και πριν, δεν είμαστε εναντίον των απεργιών εν γένει. Αυτό ήταν μια συμβολική κίνηση. Ειδικά στους πανεπιστημιακούς οι απεργίες είναι πολύ συχνά τελετουργικές. Οι διοικήσεις των πανεπιστημίων κλείνουν τα πανεπιστήμια όταν υπάρχουν γενικές απεργίες, οπότε είτε απεργείς είτε δεν απεργείς δεν εργάζεσαι. Σε άλλες περιπτώσεις οι πανεπιστημιακοί απεργούν αλλά ο μισθός τους δεν περικόπτεται και είναι μια πρακτική η οποία εντάσσεται στο κλίμα της Μεταπολίτευσης που μας έφερε στη χρεοκοπία. Απέναντι σε αυτές τις τελετουργικές απεργίες που είναι αδιέξοδες θέλαμε να σταθούμε κριτικά και όχι γενικά στο δικαίωμα της απεργίας. Προφανώς και η κοινωνία πρέπει να αντιστέκεται σε πολιτικές που δεν λαμβάνουν υπόψη τους υπαρκτά προβλήματα».

- Και πώς θα ακουστεί η φωνή όλων αυτών τα δικαιώματα των οποίων θίγονται, τα οποία δεν είναι πάντα οικονομικά;

«Ναι, μέσω των κινητοποιήσεων μπορεί να ακουστεί η φωνή τους. Αλλά είναι μια φωνή που αυτή τη στιγμή ζητάει από ένα κράτος που είναι σχεδόν χρεοκοπημένο να πάρει και άλλα δανεικά και να συνεχίσει μια πορεία που μας οδηγεί στη χρεοκοπία».

«Ολοι έχουμε μερίδιο ευθύνης»
- Λέτενα βοηθήσουμε όλοι σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία. «Τα φάγαμεόμωςόλοι μαζί», όπως είπε ο κ. Πάγκαλος;

«Θα έλεγα ότι όλοι έχουμε μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση στην οποία έχουμε φθάσει.Προφανώς δεν είναι ίδιο το βάρος της ευθύνης που επιμερίζεται σε όλους,αλλά, αφού αυτή η κοινωνία είναι δική μας και αυτή η χώρα είναι όλων μας,όλοι πρέπει να προσπαθήσουμε να τη σώσουμε. Δεν πρέπει να εμφανιζόμαστε σαν ανώριμα παιδιά που περιμένουν να τα σώσουν κάποιοι άλλοι.Εμείς έχουμε την ευθύνη για το τι θα γίνει η χώρα και εμείς πρέπει να την αναλάβουμε».

- Η ανακοίνωσή σας θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια πρόταση ανοχής σε όσα συμβαίνουν.

«Κοιτάξτε,η πρωτοβουλία μας αυτή δεν είναι μια πολιτική κίνηση.Αυτές οι υπογραφές μαζεύτηκαν αμέσως από μια αυθόρμητη διάθεση να δηλώσουμε ότι δεν θέλουμε να συνεχίσουμε όπως πριν.Δεν ήταν κάτι που είχαμε προγραμματίσει. Κυρίως θέλαμε να δηλώσουμε με τη στάση μας ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε με δανεικά,ότι δεν ταυτιζόμαστε με διεκδικήσεις ομάδων που δεν σκέφτονται το σύνολο,δεν δείχνουν αλληλεγγύη,και κυρίως ότι δεν μπορούμε να διαμοιράζουμε τα ιμάτια του κράτους με έναν τρόπο ιδιοτελή. Πρέπει να σκεφτόμαστε και τους άλλους». 

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=32&artId=386691&dt=27%2F02%2F2011#ixzz1FFo4y84S

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Ελλειψη στόχων και λογοδοσίας της Β. Κιντή

'Ελλειψη στόχων και λογοδοσίας

ΒΑΣΩ ΚΙΝΤΗ | Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010 Η Βάσω Κιντή είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών/Από το Βήμα
Ο νεποτισμός στα πανεπιστήμια είναι μια ακόμη έκφραση του βασικού τους προβλήματος που είναι, κατά τη γνώμη μου, η έλλειψη στόχων (εκπαιδευτικών και ερευνητικών) και η συνεπαγόμενη έλλειψη λογοδοσίας. Οταν υπάρχουν στόχοι οι οποίοι αποτιμώνται, τότε κάθε ενέργεια αξιολογείται με κριτήριο το κατά πόσον συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων αυτών. Στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν τίθενται στόχοι, ούτε από την πολιτεία ούτε από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Για την ελληνική κοινωνία και πολιτεία τα πανεπιστήμια είναι οι χώροι όπου σημαντικός αριθμός νέων ανθρώπων αποκτούν τα τυπικά προσόντα για να επιστρέψουν έπειτα από ένα (αόριστο) διάστημα στην αγορά (με την ευρεία έννοια), ενώ η ακαδημαϊκή κοινότητα δεν μπορεί από τη συγκρότησή της να θέσει στρατηγικούς στόχους. Η διοίκησή της δεν εκλέγεται με βάση τις διοικητικές ικανότητες των ατόμων που την αποτελούν ούτε θα μπορούσε να έχει πρόγραμμα που θα υπερέβαινε τη διάρκεια μιας θητείας. Αυτό που έχουμε στα πανεπιστήμια είναι η διαχείριση της δεδομένης κατάστασης προς όφελος τελικά αυτών που ασκούν εξουσία στα ιδρύματα. Οσα καλά συμβαίνουν στα πανεπιστήμια και ξεχωρίζουν από την πεπατημένη οφείλονται στο μεράκι, στις ικανότητες και στο ήθος ορισμένων μελών του διδακτικού προσωπικού που καταφέρνουν να δημιουργήσουν τον χώρο για να ανθήσουν εκεί η διδασκαλία και η έρευνα.

Ο νεποτισμός είναι σύμπτωμα της απουσίας κάθε έννοιας λογοδοσίας από τα ΑΕΙ. Καθηγητές που αποκτούν ισχύ με διαφόρους τρόπους, συνήθως όχι ακαδημαϊκούς, μπορούν να επιλέγουν φωτογραφικά, ακόμη και εφευρίσκοντας, το αντικείμενο των υπό προκήρυξη θέσεων και να το επιβάλλουν νομιμότατα, στο Τμήμα, στη Σχολή και στο Ιδρυμα χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Στη συνέχεια οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν, πάλι νομότυπα, να συγκροτήσουν τα εκλεκτορικά σώματα και τις εισηγητικές επιτροπές της αρεσκείας τους, να αποθαρρύνουν ανεπιθύμητους υποψηφίους, να εκβιάσουν ρητά ή σιωπηρά την ψήφο χαμηλόβαθμων καθηγητών, να υποσχεθούν ανταποδοτικά οφέλη σε αντίπαλα κέντρα εξουσίας, ώστε οι θέσεις να καταληφθούν τελικά από τους συγγενείς, τους προστατευομένους ή τους υποτελείς.

Ποιος είναι ο τρόπος να καταπολεμηθεί αυτή η νοσηρή κατάσταση; Δεν είναι να απαγορεύουμε στους συγγενείς των πανεπιστημιακών να καταλαμβάνουν ακαδημαϊκές θέσεις. Αυτό θα ήταν άδικο. Δεν είναι να αναθέσουμε σε υπαλλήλους του υπουργείου Παιδείας, όπως συνέβαινε παλαιά, να παρεμβαίνουν στο πώς περιγράφονται τα αντικείμενα. Ούτε αποτελεί λύση να ενισχύσουμε τον τυπικό νομικό έλεγχο που ασχολείται με το πότε εστάλησαν οι επιστολές στους εκλέκτορες και τι ακριβώς γράφτηκε στα πρακτικά. 

Η λύση θα έρθει αν δρομολογηθούν μηχανισμοί λογοδοσίας, τόσο εντός όσο και εκτός πανεπιστημίου. Εντός, τα ελληνικά πανεπιστήμια πρέπει να αποκτήσουν ισχυρή διοίκηση η οποία θα διαθέτει ανεξαρτησία από αυτούς που διοικεί και η οποία θα μπορεί να θέτει μακροχρόνιους στόχους. Μια τέτοια διοίκηση με ακαδημαϊκή κρίση θα μπορεί να παρεμβαίνει επί της ουσίας, και όχι επί των τύπων, αξιολογώντας με βάση τους στόχους που έχουν τεθεί. Θα μπορεί να αναπέμπει θέσεις σε ανυπόστατα αντικείμενα ή αντικείμενα για τα οποία ήδη υπάρχει διδακτικό προσωπικό, να υποστηρίζει θέσεις σε κλάδους που θέλει να αναπτύξει, να ακυρώνει εκλογές αν δεν ικανοποιούνται οι ακαδημαϊκές προδιαγραφές, να διαλύει κέντρα διαπλοκής, να προσλαμβάνει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ακόμη και συγγενείς όταν αυτό προάγει τους στόχους. Αλλά και η διοίκηση θα πρέπει να λογοδοτεί δημοσίως. Εκτός πανεπιστημίων, η πολιτεία θα πρέπει να ελέγχει τι μαθαίνουν οι φοιτητές όταν αποφοιτούν (και δεν θα μαθαίνουν πολλά, αν έχουν άχρηστους δασκάλους), τι έρευνα παράγεται, τι επίδραση έχει το Πανεπιστήμιο στην κοινωνία. Θα πρέπει και η πολιτεία να έχει στόχους τους οποίους να αποτιμά και ανάλογα να ενισχύει ή όχι. Πρέπει, επιτέλους, να ασχοληθούμε στα ελληνικά πανεπιστήμια με το περιεχόμενο και όχι με τους τύπους (είτε αυτοί είναι οι αδιάβλητες αλλά άθλιες εισαγωγικές εξετάσεις είτε το πλήθος ανούσιων δημοσιεύσεων που μετρούνται χωρίς να διαβάζονται είτε η προσχηματική τήρηση των κανονισμών). Μόνο τότε θα έχει ο νεποτισμός κόστος και θα μπορεί να καταπολεμηθεί. Μόνο τότε δεν θα μπορούν ορισμένοι να λυμαίνονται ασύδοτα τους θεσμούς και τις επενδύσεις της ελληνικής κοινωνίας, πνίγοντας κάθε άξια προσπάθεια. 









Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=370244&ct=114&dt=28%2F11%2F2010#ixzz16awXB7j0

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

ΠANEΠΙΣΤΗΜΙΟ:Επένδυση ζωής - όχι προσομοίωση λειτουργίας Βάσω Κιντή,

ΠANEΠΙΣΤΗΜΙΟ:Επένδυση ζωής - όχι προσομοίωση λειτουργίας
Βάσω Κιντή,


KintiVaso.jpg
Βάσω Κιντή
Ποια είναι η σημερινή εικόνα των Πανεπιστημίων; Πρώτα απ’ όλα εξωτερικά: συνήθως απρόσωπα, ψυχρά κτήρια από μπετόν (σαν μεγάλοι σταθμοί λεωφορείων), με τοίχους σκεπασμένους από αφίσες και συνθήματα που δεν αφήνουν ελεύθερη ούτε σπιθαμή. Βρώμικες τουαλέτες, χαλασμένα ασανσέρ, σπασμένα καθίσματα, φτηνά κυλικεία, σε ορισμένες δε περιπτώσεις βαριές αλυσίδες που κρατούν στη θέση τους τραπέζια και καρέκλες για να μην κλαπούν. Οι βιβλιοθήκες αναιμικές, με λίγους αναγνώστες στα σπουδαστήρια. Οι φοιτητές εμφανίζονται στα (υποχρεωτικά) εργαστήρια, και ορισμένοι από αυτούς στα μαθήματα - μετά φεύγουν αμέσως.
 Η εξωτερική εικόνα αντανακλά, σε ένα βαθμό τουλάχιστον, όσα συμβαίνουν και ακαδημαϊκά. Οι φοιτητές βρίσκονται σε σχολές που, με ελάχιστες εξαιρέσεις (ιατρική, νομική, ορισμένες σχολές των Πολυτεχνείων και ίσως παιδαγωγικά), δεν είχαν επιλέξει. Δεν γνωρίζουν και δεν ενδιαφέρονται για το αντικείμενο. Ενδιαφέρονται να πάρουν το πτυχίο για να μπορέσουν, ίσως, να βρουν δουλειά, κυρίως, στο δημόσιο. Εν τω μεταξύ, όσοι μπορούν, εργάζονται κανονικά και βέβαια απουσιάζουν από τα ιδρύματα. Ο χώρος των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων: ένας αφιλόξενος διαμετακομιστικός σταθμός. Οι καθηγητές διεκπεραιώνουν τη διδασκαλία, η οποία, λόγω των συνθηκών, ακόμη και για τους πιο ευσυνείδητους, είναι μια εμπειρία αποκαρδιωτική. Οι πιο ενεργοί ακαδημαϊκά, προσπαθούν, υπό αντίξοες συνθήκες (γλίσχροι μισθοί, ανύπαρκτη υποστήριξη, διαβλητή αξιοκρατία, κ.λπ.), να ανταποκριθούν στα ερευνητικά τους καθήκοντα και να συνδεθούν με όσα συμβαίνουν διεθνώς. Οι υπόλοιποι παρασιτούν, με όσους τρόπους μπορούν (λάθρα βιούντες, κάνοντας άλλη δουλειά, απουσιάζοντας). Η οικογενειοκρατία, η κομματοκρατία, η διαπλοκή και η αδιαφάνεια, μεμονωμένα και σε συντονισμό, τραβούν όλο και πιο κάτω τον δημόσιο γίγαντα.
 Όλοι ξέρουν ότι η κατάσταση δεν πάει άλλο. Ότι τα πράγματα πρέπει με κάποιο τρόπο να βελτιωθούν. Αλλιώς, το δημόσιο πανεπιστήμιο θα αφεθεί να βουλιάξει κάτω από το βάρος των προβλημάτων του, πνίγοντας τις προσδοκίες των νέων ανθρώπων και το σπουδαίο έργο που επιτελούν οι πιο δυναμικές του μονάδες. Το κρίσιμο βεβαίως είναι, πώς να βελτιωθεί! Προτάσεις υπάρχουν και κυκλοφορούν, και καλό είναι να συζητηθούν με ψυχραιμία και περίσκεψη για να υιοθετηθούν μέτρα που απαντούν στα αναγνωρισμένα προβλήματα και έχουν δοκιμαστεί διεθνώς, αποφεύγοντας τις ήδη διαγνωσμένες κακές διεθνείς εμπειρίες.
 Το σημαντικό είναι να υπάρξει επένδυση στα Πανεπιστήμια, όχι κατ’ ανάγκην, ή όχι μόνο χρηματική. Η ελληνική κοινωνία και η ελληνική πολιτεία πρέπει να αναμένουν από τα Πανεπιστήμια μορφωμένους πολίτες, ικανούς επαγγελματίες, ερευνητική παραγωγή που να μπορεί να διοχετεύεται στην οικονομία. Τέτοιοι στόχοι, που δεν πρέπει να είναι κενά λόγια στα χαρτιά, θα δώσουν περιεχόμενο στην ακαδημαϊκή διαδικασία και θα κάνουν το ακαδημαϊκό δυναμικό να συγκεντρωθεί στο έργο του.
Γιατί διαπρέπουν οι έλληνες φοιτητές και ακαδημαϊκοί όταν βρίσκονται στο εξωτερικό; Επειδή το περιβάλλον και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε ωθεί να μελετάς, να εργάζεσαι, να παράγεις. Πολλοί στηρίζονται σε σένα, αναμένουν από σένα να αποδώσεις στον τομέα που σου έχει ανατεθεί. Αν είσαι φοιτητής, να ανταποκριθείς στις υποχρεώσεις σου για να μπορείς να βρεις δουλειά και να γίνεις πολίτης μιας σύγχρονης δημοκρατίας. Αν είσαι μεταπτυχιακός, να γίνεις καλός ερευνητής, να προσφέρεις νέες ιδέες. Αν είσαι ακαδημαϊκός, να μεταδώσεις τις γνώσεις σου, να χαράξεις νέους δρόμους με το έργο σου, να προσελκύσεις τους πιο ικανούς από τους φοιτητές, να συμβάλεις στην πρόοδο της κοινωνίας. Γι’ αυτό, κυβερνήσεις και Πανεπιστήμια προσφέρουν στο ανθρώπινο δυναμικό τους κάθε δυνατή βοήθεια (εργαστήρια, βιβλιοθήκες, υπολογιστές, ίντερνετ, τεχνικό, γραμματειακό, νομικό προσωπικό, υποτροφίες, βραβεία, ερευνητικά προγράμματα), ώστε απερίσπαστοι, διδάσκοντες και φοιτητές, να αφοσιωθούν στο έργο τους. Εμείς εδώ, προσομοιώνουμε μια τέτοια λειτουργία. Ακόμη και τα χρήματα που επενδύονται, δεν επενδύονται για να επιτευχθούν συγκεκριμένοι ακαδημαϊκοί και κοινωνικοί στόχοι, αλλά συχνά, απλώς για να ξοδευτούν, για να υπάρξει απορρόφηση κονδυλίων, για να ικανοποιηθούν τοπικοί παράγοντες, για να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένα κέντρα ισχύος.
 Οι αλλαγές που δρομολογούνται από το Υπουργείο Παιδείας, πρέπει να απαλλάξουν τα δυναμικά στοιχεία των πανεπιστημίων, που τα τελευταία χρόνια είναι όλο και περισσότερα, από ένα αρχαϊκό και αναποτελεσματικό θεσμικό πλαίσιο που καθηλώνει, αν δεν βραχυκυκλώνει, τις προσπάθειές τους. Αυτές οι δυνάμεις πρέπει να διεκδικήσουν τη μεταρρύθμιση, όχι μόνο γιατί αυτή θα τους διευκολύνει, αλλά γιατί έτσι το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο θα πάψει να αποτελεί διεθνή εξαίρεση και θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες και τις απαιτήσεις μιας κοινωνίας που κοιτάζει μπροστά, στο μέλλον.
Η Βάσω Κιντή είναι  Αναπληρώτρια καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Ο φτωχός συγγενής, της Βάσως Κιντή


Της Βάσως Κιντή, ΒΗΜΑ 08.10.10

Σε όλον τον κόσμο οι ανθρωπιστικές σπουδές αντιμετωπίζονται όλο και πιο συχνά ως οι φτωχοί συγγενείς της εκπαίδευσης και της έρευνας. Λιγότεροι φοιτητές τις επιλέγουν, λιγότερα χρήματα συγκεντρώνονται για να τις υποστηρίξουν, πανεπιστημιακά τμήματα αναδιατάσσονται ή κλείνουν. Στη νέα σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Τεχνολογίας που ανακοίνωσε το υπουργείο Παιδείας εκλείπουν εντελώς. Οι σπουδές αυτές φαίνονται άχρηστες, περιττές, μια πολυτέλεια για την αργόσχολη τάξη, ένα λείψανο μιας μακρινής εποχής που μοιάζει να μην έχει θέση σήμερα στη ζωή μας. 

Οσοι λίγοι τις υπερασπίζονται ακολουθούν, κατά κανόνα, τους εξής δύο δρόμους: είτε αυτάρεσκα θεωρούν πως η αξία τους είναι αυταπόδεικτη (με τίμημα όσοι δεν την αναγνωρίσουν να χαρακτηριστούν αδαείς, άξεστοι και τεχνοκράτες) είτε προβάλλουν μεγαλορρήμονες λόγους περί των σπουδών αυτών, όπως ότι μελετώντας κλασικά κείμενα θα ανακαλύψουμε τα πανανθρώπινα ιδανικά, θα βρούμε το νόημα της ζωής, θα μάθουμε αιώνιες αλήθειες και ηθικά διδάγματα με αποτέλεσμα να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι και πολίτες. Όπως όμως παρατηρεί ο Stanley Fish, οι άνθρωποι των γραμμάτων δεν είναι καθόλου πιο σοφοί ή ηθικοί από τους υπόλοιπους, ενώ επιχειρήματα σαν αυτά ανατροφοδοτούν την παγιωμένη εικόνα ενός αιθεροβάμονος και ελιτίστικου λόγου άσχετου με την πραγματική ζωή. Ούτε μπορούμε να υποστηρίξουμε τις σπουδές αυτές λέγοντας ότι αποτελούσαν ανέκαθεν μέρος της εγκύκλιας παιδείας. Το τι μπορεί να συνέβαινε παλαιά δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για να το συνεχίσουμε και στο μέλλον. Η υπεράσπιση των ανθρωπιστικών σπουδών δεν πρέπει ωστόσο να γίνεται με όρους άμεσης και απτής οικονομικής ωφέλειας (πόσα χρήματα θα κερδίσουμε), γιατί έτσι τις μετατρέπουμε σε κάτι άλλο από αυτό που είναι, ούτε όμως με υπεροψία, σαν να μην υπάρχει καν χρεία δικαιολόγησης, σαν κάθε μνεία ωφέλειας να αποτελεί γι΄ αυτές ύβρι. Σε τι ωφελούν, λοιπόν, οι ανθρωπιστικές σπουδές; Μπορούν να προσφέρουν αναλυτικές δεξιότητες, να καλλιεργήσουν την κριτική σκέψη και τη φαντασία, να ενισχύσουν τη δημιουργικότητα. Αναλύοντας και ερμηνεύοντας κείμενα αποκτούμε την ικανότητα να κατανοούμε άλλους ανθρώπους. Ακούγοντας μουσική και βλέποντας έργα τέχνης οξύνουμε τις αισθήσεις μας, καλλιεργούμε την ευαισθησία μας και την παρατηρητικότητά μας, διευρύνουμε το φάσμα της εμπειρίας μας. Όλα αυτά είναι εφόδια ζωής είτε πρόκειται να κάνουμε ένα απλό επάγγελμα είτε πρόκειται ν΄ ανοίξουμε νέους δρόμους στις επιστήμες, στις τέχνες, στη ζωή. Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρώ πως οι ανθρωπιστικές σπουδές πρέπει να αποτελούν υποχρεωτικό μέρος της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ακόμη και αν σπουδάζει κανείς μαθηματικά, φυσικές, κοινωνικές ή τεχνολογικές επιστήμες. Η δε έρευνα στους τομείς αυτούς μπορεί να αποδειχθεί πολλαπλά επωφελής ειδικά για την Ελλάδα. Στην αρχαιολογία, στην ιστορία, στην ανθρωπολογία, στη φιλοσοφία, στη φιλολογία η Ελλάδα μπορεί να βρεθεί, χωρίς καν μεγάλες επενδύσεις, στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Στις επιστήμες και στην τεχνολογία, λόγω μεγέθους, έλλειψης παράδοσης και υποδομών, αναγκαζόμαστε να ακολουθούμε ασθμαίνοντας, μεμονωμένα και αποσπασματικά, όσα συμβαίνουν στον διεθνή χώρο. Στις ανθρωπιστικές σπουδές, όμως, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ισχυρές ακαδημαϊκές και ερευνητικές παραδόσεις και να αποτελέσουμε παγκόσμιο σημείο αναφοράς. 

Η κυρία Βάσω Κιντή είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. 


Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artId=359336&dt=08/10/2010#ixzz11ld6yiZ8

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Φουλ για μεταρρύθμιση

Αναδημοσιεύω από τα Νέα ένα καίριο άρθρο της Βάσως Κιντή, σχετικά με τη «μεταρρύθμιση» που επίκειται στη τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η μεταρρύθμιση πρέπει να προχωρήσει, τα πανεπιστήμια πρέπει να αλλάξουν, η  άθλια σημερινή κατάσταση πρέπει να ανατραπεί. Δυστυχώς, η Αριστερά του Σύριζα, του ΚΚΕ και των αριστερίστικών ομάδων με τη βαθιά συντηρητική και αντιδραστική πολιτική τους, θα παλέψουν για να μην αλλάξει και πάλι τίποτα, υπερασπιζόμενοι ουσιαστικά την «μεταρρύθμιση» της Γιαννάκου την οποία πολέμησαν και όλο το σημερινό καθεστώς πλήρους διάλυσης. Παράλληλα οι όποιες προθέσεις και εξαγγελίες του Υπουργείου για μια απόπειρα αστικού εκσυγχρονισμού, κινδυνεύουν να μείνουν στα χαρτιά κάτω από την πίεση παγιωμένων συμφερόντων, τα οποία από τη μεριά τους πασχίζουν να κρατήσουν την κατάσταση ως έχει. Απέναντι στην ουσιαστική συμμαχία του αριστερισμού, της δεξιάς και των απανταχού λαμογιών, οι δυνάμεις της Δημοκρατικής Αριστεράς αναζητούν τη διέξοδο. Ίδωμεν.

Η µεταρρύθµιση πρέπει να προχωρήσει.

Της Βάσως Κιντή

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα Νέα: 24 Αυγούστου 2010

Μέσα στη ραστώνη του καλοκαιριού, που φέτος είναι βαριά όχι µόνο από τη ζέστη, άρχισαν οι τροχιοδεικτικές βολές σχετικά µε τα όσα πρόκειται να γίνουν το επόµενο διάστηµα στα πανεπιστήµια. Η κυβέρνηση αφήνει να διαρρεύσουν προσεκτικά πληροφορίες και διερευνά τις δυνατότητες συµµαχιών για τη µεταρρύθµιση που εξήγγειλε. Από την άλλη, οι κατ’ όνοµα υπερασπιστές του δηµόσιου πανεπιστηµίου που έχουν αναλάβει την υπόθεση εργολαβικά, προετοιµάζουν το έδαφος για άλλη µια επίδειξη ανακλαστικού ακτιβισµού. Αντί να προβάλουν τις προτάσεις τους για τη µεταρρύθµιση που θα επιθυµούσαν, άρχισαν την κουρασµένη επανάληψη των στερεοτύπων περί νεοφιλελευθερισµού, Μπολόνιας και ιδιωτικοποίησης. Προφανώς θεωρούν περιττή κάθε προσπάθεια µεταρρύθµισης του καπιταλισµού και των θεσµών του και αρκούνται να αντιδρούν σε κάθε απόπειρα αλλαγής, οποιουδήποτε είδους, µήπως θιγούν κεκτηµένες καταστάσεις, ακόµη κι εκείνες που σε προηγούµενη φάση πολέµησαν. Διατηρείται έτσι ένα αφασικό τέλµα που σκεπάζει τις αδράνειες και το βόλεµα πολλών, τις ανοµίες ορισµένων και επιτρέπει στην επιφάνεια την εύκολη και ασύδοτη άσκηση γενικής πολιτικής εν ονόµατι πάντοτε του δηµόσιου πανεπιστηµίου. Ενα τέλµα που µαταιώνει, από την πρώτη µέρα, τα όνειρα και τις προσδοκίες των φοιτητών, που τόσο πάσχισαν να περάσουν τις πύλες του, ένα τέλµα που πνίγει κι αποκαρδιώνει τους πανεπιστηµιακούς δασκάλους οι οποίοι προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους µε µεράκι και υπευθυνότητα.

Η µεταρρύθµιση πρέπει να προχωρήσει.

Μπορεί η κοινωνία να είναι τραυµατισµένη από τις αλλεπάλληλες ανατροπές στη ζωή όλων, αλλά τα πανεπιστήµια πρέπει να αλλάξουν. Οχι απλώς σε θέµατα διαδικαστικά και σε λεπτοµέρειες που διατηρούν ανέπαφο ένα εσωστρεφές φαραωνικό µαυσωλείο, αλλά σε θέµατα ουσίας, για να φυσήξει ένας φρέσκος αέρας δηµιουργίας, διαφάνειας, µάθησης.

Τα πανεπιστήµια πρέπει να πάψουν να είναι τόπος εξετάσεων, ένας διαµετακοµιστικός σταθµός για την απόκτηση του πτυχίου. Πρέπει να γίνουν χώροι µόρφωσης. Τι σηµαίνει αυτό; Πρώτα απ’ όλα οι φοιτητές να επιστρέψουν στις αίθουσες αλλά και στους χώρους των πανεπιστηµίων. Να σπάσουµε τις τάξεις σε πολλά τµήµατα, να αναθέτουµε εργασίες, να µην περνάς τα µαθήµατα αν δεν έχεις συµµετάσχει σε µια πολυσχιδή εκπαιδευτική διαδικασία. Να µην µπορείς να παίρνεις πτυχίο εξ αποστάσεως, από το χωριό ή τον τόπο της εργασίας σου, ούτε αποστηθίζοντας κάποιες σελίδες δυο µέρες πριν από τις εξετάσεις.

Τα προγράµµατα σπουδών να σχεδιάζονται µε βάση το γνωστικό αντικείµενο και όχι ανάλογα µε τις ειδικότητες ή τις σκοπιµότητες των καθηγητών. Το πανεπιστήµιο πρέπει να παρέχει γνώσεις αλλά και ποικίλες δεξιότητες. Οι δεξιότητες αυτές δεν αποκτώνται διαβάζοντας µόνο βιβλία, αλλά και από µια πυκνή φοιτητική ζωή που περιλαµβάνει συλλογικές δραστηριότητες, θεατρικές, µουσικές και αθλητικές οµάδες, διαλέξεις, εκθέσεις, έκδοση εφηµερίδων και εντύπων ακαδηµαϊκών. Οι χώροι των πανεπιστηµίων πρέπει να σφύζουν από ζωή όλες τις ώρες, να υποδέχονται τους φοιτητές στις βιβλιοθήκες, σε ωραία καφέ και εστιατόρια όπου θα συναντώνται µεταξύ τους και µε τους καθηγητές έξω από τις αίθουσες διδασκαλίας. Γι’ αυτό, µεταξύ άλλων, πρέπει να είναι συγκεντρωµένες σ’ έναν τόπο οι σχολές, να επικοινωνούν τα τµήµατα µεταξύ τους. Ετσι θα πάψουν να είναι τα πανεπιστήµια σκοτεινά, εγκαταλελειµµένα σκέλεθρα, εύκολη λεία για όσους λυµαίνονται τον δηµόσιο χώρο τους µε αυταρχικές καταλήψεις, µε συνθήµατα και αφίσες κοµµατικών παρατάξεων που δεν αφήνουν ελεύθερη ούτε σπιθαµή. Ετσι θα ανοίξουν και στην κοινωνία. Ενα ακαδηµαϊκό περιβάλλον ποιότητας, εκτός του ότι προστατεύει και δίνει ουσία σε όλη την εκπαιδευτική διαδικασία, προάγει επιπλέον την έρευνα, κρατώντας εδώ τους καλούς φοιτητές, δίνοντας ώθηση στους ερευνητές, δηµιουργώντας ερευνητικές παραδόσεις. Σίγουρα χρειάζονται χρόνος, χρήµατα και αλλαγή νοοτροπιών. Οµως µε καίριες πρωτοβουλίες στην οργάνωση των σπουδών και νοµοθετικές παρεµβάσεις µπορεί να σηµατοδοτηθεί µια αλλαγή κλίµατος. Κρίσιµο στην πορεία αυτή είναι το ζήτηµα της διακυβέρνησης των πανεπιστηµίων. Είναι σηµαντικό να υπάρχει ισχυρή διοίκηση, απαλλαγµένη από εξαρτήσεις συναδελφικές, κοµµατικές, τοπικές, κυβερνητικές. Αυτονοµία των πανεπιστηµίων δεν είναι να παραδοθεί το ίδρυµα στο ΔΕΠ, αλλά να µπορεί να σχεδιάζει τη στρατηγική και την τακτική του χωρίς παρεµβάσεις, λογοδοτώντας στη συνέχεια. Ενας πρύτανης που εκλέγεται από το ΔΕΠ για µία τετραετία (ώστε να αποφεύγονται καθεστωτικές συµπεριφορές), δεν µπορεί στο µικρό αυτό διάστηµα να υλοποιήσει µια πολιτική και δεν µπορεί να ελέγξει το ΔΕΠ αν χρειαστεί. Η πρόταση περί διοικητικών συµβουλίων µε αρµοδιότητες επιλογής και ελέγχου του πρύτανη, αλλά και για τη διαµόρφωση της ιδιαίτερης φυσιογνωµίας των ιδρυµάτων που εποπτεύουν, βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση, αρκεί να µην καταλήξουν όργανα διακοσµητικά για πελατειακές διευθετήσεις.


Η Βάσω Κιντή διδάσκει Φιλοσοφία στο Πανεπιστήµιο Αθηνών.