Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Ο στιγματισμός κάθε προσπάθειας αλλαγής

Ο στιγματισμός κάθε προσπάθειας αλλαγής

ΜΑΡΙΑ ΡΕΠΟΥΣΗ | Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Θα ήθελα στην παρέμβαση αυτή να ασχοληθώ με δύο μύθους που αφορούν την Ιστορία στην εκπαίδευση, τη θέση της στα σχολεία και τον σκοπό που υπηρετεί ή υπηρετούσε. Ο πρώτος αφορά τη διαχρονικότητα της σχολικής ιστορίας και ο δεύτερος την εθνική σκοποθεσία της. Οι μύθοι αυτοί είναι συγκροτητικοί της κυρίαρχης ρητορικής για τη θέση και τον σκοπό της Ιστορίας στην εκπαίδευση και προβάλλονται κάθε φορά που επιχειρείται η αναδιαπραγμάτευση της θέσης της Ιστορίας στα αναλυτικά προγράμματα και ο αναστοχασμός για την κοινωνική λειτουργία της, με άλλα λόγια κάθε φορά που γίνεται προσπάθεια να επανατεθούν τα ερωτήματα αυτά και να απαντηθούν με τρόπο που αρμόζει στην εποχή μας. Μέρος της αντίπαλης προς τις αλλαγές επιχειρηματολογίας είναι το βάρος ενός δήθεν εμπράγματoυ παρελθόντος της ιστορικής εκπαίδευσης που συνηγορεί υπέρ του αμετάβλητου της σημερινής κατάστασης και εγκαλεί ως ύποπτη κάθε προσπάθεια αλλαγής της. 


Ι. Κοινή πεποίθηση ακόμη και ανάμεσα στο καλλιεργημένο και εγγράμματο ιστορικά κοινό είναι ότι η Ιστορία ήταν ανέκαθεν εγκατεστημένη στα ιδρύματα που ανά εποχή ήταν ταγμένα στη μάθηση. Δεν είναι όμως έτσι. Παρά τα αποφθέγματα για την παιδευτική αξία της, που τη συνόδευαν από τον 2ο αι. π.Χ., η Ιστορία απουσίαζε για αιώνες από τις μαθήσεις που οι ανθρώπινες κοινωνίες έκριναν απαραίτητες για τη συνέχεια και την εξέλιξή τους. Ακόμη και οι διαφωτιστές ήταν διχασμένοι. Οι χρήσεις και οι καταχρήσεις της Ιστορίας στον δημόσιο βίο τούς είχαν κάνει εξαιρετικά δύσπιστους για την αξία της Ιστορίας στην εκπαίδευση. Χρειάστηκε να φανούν τα σημάδια σημαντικών αλλαγών της Ιστορίας και να διαμορφωθεί μια σαφής σχέση ανάμεσα στη νέα εποχή του Διαφωτισμού και στην Ιστορία για να γίνει μειοψηφική αυτή η άποψη και να ηγεμονεύσει η αντίθετή της.

Με μικρές διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα, η αλλαγή των αντιλήψεων πυκνώνει στο τέλος του αιώνα των Φώτων και στην καμπή του 18ου προς τον 19ο αιώνα η Ιστορία θεωρείται απαραίτητη σκευή του πολιτισμένου δυτικού ανθρώπου, μέρος της εγγραμματοσύνης του. Αποτέλεσμα αυτής κυρίως της αλλαγής αλλά και των νέων αντιλήψεων οργάνωσης των σπουδών είναι η εγγραφή της Ιστορίας στο σχολικό περιβάλλον και η σταδιακή μετατροπή της σε σχολικό μάθημα. Πολλές φορές από τότε αμφισβητήθηκε η θέση της Ιστορίας στα προγράμματα σπουδών, κυρίως σε εκπαιδευτικά συστήματα που ήταν στραμμένα στο παρόν και στο μέλλον και όχι στο παρελθόν. Η παραμονή της στην εκπαίδευση ως υποχρεωτικό μάθημα έπρεπε να επιβεβαιώνει την κοινωνική της χρησιμότητα, την ανταπόκρισή της στα ερωτήματα και στις περιέργειες της εποχής της, την ικανότητά της να προσαρμόζεται σε ένα σχολείο που αλλάζει μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει. Με άλλα λόγια το ερώτημα αν θα πρέπει να έχουμε υποχρεωτικά Ιστορία στα σχολεία ήταν και είναι συνυφασμένο με το είδος της Ιστορίας που θέλουμε να διδάσκουμε.

Η υπόθεση του εγχειριδίου της Στ΄ Δημοτικού ήταν ενδεικτική των συγκρούσεων που γεννά κάθε προσπάθεια αλλαγής των δεδομένων της σχολικής ιστορίας
ΙΙ. Λιγότερο κοινή ενδεχομένως στο κοινό της Ιστορίας αλλά μαζική στο υπόλοιπο κοινό είναι επίσης η αντίληψη της διαχρονικής πατριωτικής αποστολής της Ιστορίας. Στη συλλογική αναπαράσταση, στην Ελλάδα αλλά όχι μόνο, η Ιστορία είναι ιστορικά ταυτισμένη με το έθνος και η αποστολή της είναι ιστορικά εθνική. Η αλήθεια είναι ότι η αποστολή της έγινε σταδιακά εθνικοποιητική στη διάρκεια του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα αφού για πολλά χρόνια η σχολική ιστορία περπάτησε στα μονοπάτια του πολιτισμένου κόσμου και ταλαντεύτηκε ανάμεσα στην ιερά και στην εκκοσμικευμένη εκδοχή της. Με άλλα λόγια οι πρώτες σχολικές κατασκευές της Ιστορίας δεν ήταν εσωστρεφείς και εθνικές, τουλάχιστον με την έννοια που αποδίδουμε σήμερα στον όρο. Στη θέση του έθνους που είναι σήμερα η κεντρική κατηγορία της σχολικής αφήγησης ήταν ο πολιτισμός και ο στόχος ήταν να τον διδάξουν και να τον αποθεώσουν για να διαμορφώσουν πολίτες. Αυτός ο πολιτισμός, ως κατηγορία αλλά και κριτήριο για να αποτιμηθεί ποιο παρελθόν είναι άξιο να διδαχθεί στα σχολεία, δεν ήταν λίγες οι φορές που επανήλθε στο προσκήνιο των αντιπαραθέσεων για να μετριάσει την εθνοκεντρική στροφή της σχολικής ιστορίας. Στον δυτικό κόσμο, σε κάποιες περιπτώσεις και περιστάσεις τα κατάφερε, σε άλλες ανάμεσα στις οποίες εντάσσεται και η δική μας ελληνική περίπτωση καμία ένσταση και αντιπαράθεση δεν κατάφερε να κλονίσει την εμμονή στη στερεοτυπική εθνική αποστολή της σχολικής ιστορίας, αυτή που είναι απόλυτα ελληνοκεντρική, γεγονοτολογική, ηρωική και πένθιμη.

Αυτή η σχολική κατασκευή που φέρει το όνομα Ιστορία διαιωνίζεται στην ελληνική εκπαίδευση σε αναντιστοιχία με τις ανάγκες των καιρών και τα σύγχρονα ζητούμενα της ιστορικής εκπαίδευσης που στρέφεται στην ανάπτυξη της ιστορικής σκέψης και στη διαμόρφωση κριτικής ιστορικής συνείδησης. Η αναντιστοιχία γεννά αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις. Τις ζήσαμε με την υπόθεση του εγχειριδίου της Στ΄ Δημοτικού, τις ζούμε σε μικρότερο βαθμό και ένταση με κάθε προσπάθεια αλλαγής των δεδομένων της σχολικής ιστορίας, της θέσης της στο πρόγραμμα σπουδών, των σχολικών βιβλίων, της διδακτέας ύλης, κτλ. Θα εξακολουθήσουμε να τις ζούμε, πιστεύω, όσο αυτό που διδάσκουμε στα σχολεία μας κρατά δέσμια τη σκέψη των παιδιών σε σχήματα και ανάγκες του παρελθόντος, είναι φοβικό απέναντι στις προκλήσεις της εποχής μας και εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες και ποικίλες εργολαβίες. Η συζήτηση παραμένει ανοικτή και για να θυμηθούμε τον ποιητή «για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή».

Η κυρία Μαρία Ρεπούση είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας και Ιστορικής Εκπαίδευσης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. 

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=364098&ct=114&dt=31/10/2010#ixzz13yBPN36m

Με στόχο την κατανόηση του παρόντος

Με στόχο την κατανόηση του παρόντος

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ | Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010
Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και ειδικότερα η μεταρρύθμιση της διδασκαλίας της Ιστορίας, παρ΄ όλο που δεν έχουν τις οδυνηρές επιπτώσεις που έχει η μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού, η μείωση των μισθών και τα μέτρα λιτότητας, προκαλούν οξύτερες και πολύ πιο φανατικές αντιδράσεις. Οι λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό το, σε πρώτο επίπεδο, παράδοξο φαινόμενο, είναι γνωστοί στους ειδικούς και δεν εντοπίζονται μόνο στη χώρα μας. Πριν από κάποιους μήνες, η συντηρητική στροφή της διδασκαλίας της Ιστορίας στο Τέξας είχε προκαλέσει επίσης αντιδράσεις. Οι λόγοι ήταν και εκεί παρόμοιοι και απεικονίζονταν ανάγλυφα στο πανό που κρατούσε μια διαδηλώτρια: «Θέλω να βλέπω τον εαυτό μου μέσα στο εγχειρίδιο Ιστορίας». Η θρησκευόμενη, «πατριωτική» Αμερική της Σάρας Πέιλιν ζητούσε το μερίδιό της στη διδασκαλία της Ιστορίας.

Η άποψη της «εκπροσώπησης» επικρατεί και στη χώρα μας, με αποτέλεσμα να γίνεται εξονυχιστικός έλεγχος όλων των εγχειριδίων Ιστορίας από ερασιτέχνες αναγνώστες μη τυχόν και έχει παραλειφθεί ή υποβαθμιστεί κάποιος τόπος, οικογένεια, πρόγονος ή πολιτική τάση στην αφήγηση της σχολικής ιστορίας. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει ο παιδαγωγός ή ο ιστορικός ότι είναι αδύνατον να εμφανίζονται σε ένα σχολικό εγχειρίδιο πεπερασμένων σελίδων γεγονότα, πρόσωπα και δεδομένα που θα έπρεπε να καλύπτουν εγκυκλοπαίδειες. Είναι, λοιπόν, ενδιαφέρον ότι, παρά την αυτονόητη αυτή παραδοχή, η συζήτηση εξακολουθεί να μαίνεται γύρω από λεπτομέρειες, τη στιγμή που είναι επίσης γνωστό ότι οι ιστορικές γνώσεις των αποφοίτων του λυκείου είναι πενιχρές, στρεβλές ή, απλώς, ανύπαρκτες. Ο διάλογος γύρω από την Ιστορία γίνεται από ειδικούς, και μη, ερήμην των ιδίων των παιδιών και, δυστυχώς, ερήμην και των εκπαιδευτικών. Γιατί όποιος ρωτούσε, είτε τους μεν είτε τους δε, θα διαπίστωνε ότι καμία από τις λεπτομέρειες για τις οποίες γίνεται η συζήτηση δεν έχει γίνει αντιληπτή από τους μαθητές, ότι τα παιδιά νιώθουν να πνίγονται κάτω από τον όγκο των πληροφοριών και αντιπαθούν το μάθημα της Ιστορίας, το οποίο θεωρούν, στην καλύτερη περίπτωση, άχρηστο. Η αρνητική σχέση με το σχολικό εγχειρίδιο επιδεινώνεται, εξάλλου, από τον τρόπο εξέτασης και βαθμολόγησης. Ενα μάθημα που προορίζεται να καλλιεργήσει την κριτική σκέψη και συνδέεται με την αγωγή του πολίτη εξαντλείται- στο λύκειο τουλάχιστον - σε αποσπάσματα κεφαλαίων, δηλαδή στην περίφημη «εξεταστέα ύλη». Αλλά και στην υποχρεωτική εκπαίδευση η πυκνότητα της ύλης και οι ελάχιστες ώρες που διαθέτει ο εκπαιδευτικός βάσει του ωρολογίου προγράμματος οδηγούν σε ακρωτηριασμό της διδασκαλίας, έτσι ώστε η μεταπολεμική ιστορία να μην καλύπτεται εν τέλει.

Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.
Εξι προτάσεις για να λυθεί ο γόρδιος δεσμός

Οι μαθητές νιώθουν να πνίγονται κάτω από τον όγκο των πληροφοριών και θεωρούν, στην καλύτερη περίπτωση, άχρηστο το μάθημα της Ιστορίας
Δεν είναι παράλογο, άραγε, να επαναλαμβάνεται ευλαβικά τρεις φορές όλη η ελληνική ιστορία, να διδάσκεται βεβαίως ο Λεωνίδας και ο Ιουστινιανός, αλλά οι μαθητές να μη διδάσκονται τίποτα για τη δικτατορία των συνταγματαρχών, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Γεώργιο Παπανδρέου; Και πώς μπορούν να κατανοήσουν τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν, αν γνωρίζουν μεν τον Κολοκοτρώνη αλλά δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει Ψυχρός Πόλεμος, τείχος του Βερολίνου, διάλυση της Γιουγκοσλαβίας; Αν στόχος της διδασκαλίας της Ιστορίας είναι η κατανόηση του παρόντος και η αυτογνωσία (ποιοι είμαστε, ποια είναι η ταυτότητά μας ή οι ταυτότητές μας), νομίζω ότι κανείς δεν διαφωνεί ότι για τον στόχο αυτόν είναι απαραίτητη η γνώση κατ΄ εξοχήν της πρόσφατης Ιστορίας και μάλιστα όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της ευρωπαϊκής, και της παγκόσμιας. Τι χρειάζεται λοιπόν για να λυθεί ο γόρδιος δεσμός της σχολικής ιστορίας;

Πρώτον, να γίνει ενιαίος σχεδιασμός της διδασκαλίας της Ιστορίας στην υποχρεωτική εκπαίδευση ώστε να μην επαναλαμβάνεται η ίδια ύλη δύο φορές και να δίνεται έτσι η δυνατότητα για μια πιο ευρηματική και σύγχρονη διάρθρωση της διδακτέας ύλης.

Δεύτερον, να καταργηθεί το ένα και μοναδικό εγχειρίδιο που παράγεται από το υπουργείο Παιδείας. Το σύστημα αυτό δημιουργεί τεράστιο βάρος στους συγγραφείς αλλά καθιστά και την πολιτεία υπόλογη και ευάλωτη απέναντι σε κριτικές, εφόσον υπάρχει «επίσημη», κρατική άποψη για την Ιστορία. Εννοείται ότι το υπουργείο θα είναι υπεύθυνο για τη σύνταξη των αναλυτικών προγραμμάτων και για την έγκριση των εγχειριδίων που θα χρησιμοποιούνται στα σχολεία.

Τρίτον, να επιμορφωθούν οι εκπαιδευτικοί ώστε να είναι σε θέση να διδάξουν ένα μάθημα για το οποίο δεν υπάρχει θεσμοθετημένη ειδικότητα (στην καλύτερη περίπτωση διδάσκεται από φιλολόγους, αλλά είναι «δεύτερη ανάθεση» σε πολλές άλλες ειδικότητες).

Τέταρτον, να αλλάξει το σύστημα αξιολόγησης και εξέτασης των μαθητών ώστε να αποσυνδεθεί επιτέλους η Ιστορία από την παπαγαλία.

Πέμπτον, το περιεχόμενο και η μέθοδος της διδασκαλίας της Ιστορίας να προσαρμόζονται στην ηλικία των μαθητών και όχι το αντίθετο. Πολύ συχνά όσοι επιχειρηματολογούν υπέρ μιας συγκεκριμένης μορφής Ιστορίας επικεντρώνονται μόνο στο περιεχόμενο και αγνοούν τη διδακτική πλευρά.

Εκτον, η σχολική ιστορία να συμβαδίζει με την ακαδημαϊκή ιστορία όπως συμβαίνει με όλα τα υπόλοιπα μαθήματα και τις αντίστοιχες επιστήμες. Νέα γνωστικά πεδία, νέες μέθοδοι, νέα ευρήματα οδηγούν σε συνεχή αναθεώρηση την ιστορική επιστήμη.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι χρειάζεται να διδασκόμαστε Ιστορία. Ωστόσο, αυτή η Ιστορία πρέπει να είναι ανοιχτή, ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια, που θα περικλείει και δεν θα αποκλείει, που θα δημιουργεί ερεθίσματα για σκέψη και στοχασμό, και που θα έλκει τους μαθητές. Κυρίως θα πρέπει να μπορεί να απαντήσει στο βασικό ερώτημα που θέτουν, δικαίως, τα παιδιά: «Τι τη χρειαζόμαστε σήμερα την Ιστορία;».


Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=364096&ct=114&dt=31/10/2010#ixzz13yA63UJm