Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρότυπα σχολεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρότυπα σχολεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Το στοίχηµα των πειραµατικών


Να ξαναµπούν στα σχολεία η αριστεία και ο ανταγωνισµός

του Γιάννη Αντωνίου από τα Νέα (4/05/2011)


Τις επόµενες µέρες εισάγεται προς ψήφιση στην ολοµέλεια της Βουλής το νοµοσχέδιο που εισηγείται την επανίδρυση του θεσµού των πειραµατικών σχολείων και τη µετατροπή τους σε πρότυπα - πειραµατικά.

Τα πειραµατικά σχολεία, ιδιαίτερα τα ιστορικά, µε µια έννοια απόγονοι των πρότυπων σχολείων του πρώτου µισού του 20ού αιώνα και της µεταπολεµικής περιόδου, από το 1985 κινήθηκαν σε µια εξαιρετικά αµφίρροπη τροχιά, η οποία δικαίως σε αρκετές περιπτώσεις νοµιµοποιούσε τις φωνές που αµφισβητούσαν τον ρόλο και τη χρησιµότητά τους. Η ταυτότητα των σχολείων ελίτ στο όνοµα του εξισωτισµού είχε καταστατικά εξαλειφθεί, ενώ το πειραµατικό προφίλ που προέβλεπε ο νόµος 1566 παρέµεινε γράµµα κενό στη µακρά διάρκεια. Μέσα στο τοπίο της αξιολογικής ερήµου που σφράγισε την ελληνική εκπαίδευση τα τελευταία 30 χρόνια, οι όποιες πειραµατικές δράσεις, οι όποιες συντεταγµένες προσπάθειες εκπαιδευτικής καινοτοµίας ή ακόµη περισσότερο η επιστηµονική έρευνα µε επίκεντρο τη σχολική πράξη δεν έγινε κατορθωτό να αποκτήσουν σταθερότητα και να τροφοδοτήσουν και το υπόλοιπο σύστηµα µε τα πορίσµατά τους, µε το οποίο ποτέ δεν συνδέθηκαν ουσιαστικά, όπως άλλωστε και µεταξύ τους. Οι σχέσεις µε τα πανεπιστηµιακά τµήµατα περιορίστηκαν µόνο στην πραγµατοποίηση δειγµατικών διδασκαλιών, σε όποια σχολεία τέλος πάντων αναπτύχθηκαν τέτοια προγράµµατα η συνεργασία µε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο πρακτικά ήταν ανύπαρκτη, ενώ τα νέα αναλυτικά προγράµµατα και τα νέα βιβλία σε πολύ λίγες περιπτώσεις δοκιµάστηκαν πιλοτικά.

Αν κάτι µένει ίσως ως θετικός απολογισµός από την 25χρονη λειτουργία του θεσµού είναι ότι αρκετά από τα πειραµατικά σχολεία κατάφεραν να προσφέρουν εκπαιδευτικές υπηρεσίες, κατά περίπτωση λίγο ή πολύ επάνω από τον µέσο όρο του συστήµατος. Και αυτό συνέβη γιατί σε αρκετά απ’ αυτά δίδαξε ένας ικανός αριθµός καλών εκπαιδευτικών µε αυξηµένα προσόντα και θέληση προσφοράς, έξω από τον κανόνα της δηµοσιοϋπαλληλίας, αλλά και γιατί κατά τεκµήριο αρκετά από τα σχολεία, ακόµη και µε το σύστηµα της κλήρωσης, απευθύνονταν σε ακροατήρια µε σχετικά ανεβασµένα πολιτιστικά και διανοητικά χαρακτηριστικά.

Χωρίς αµφιβολία οι διατάξεις του νοµοσχεδίου φιλοδοξούν να ανατρέψουν αυτό το αρνητικό σκηνικό. Εισηγούνται τη δηµιουργία ενός πανελλαδικού δικτύου σχολείων, οργανικά συνδεδεµένων µε πανεπιστηµιακά τµήµατα ή σχολές, µε ενιαία εθνική διοίκηση, εκτός του υπάρχοντος διοικητικού µηχανισµού της εκπαίδευσης, τα οποία συνδέονται µε ποικίλους τρόπους µε το υπόλοιπο σύστηµα. Εισάγουν τη συστηµατική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών και εναλλακτικές πρακτικές επιλογής των µαθητών (κλήρωση, εξετάσεις, τεστ δεξιοτήτων). Βασικοί στόχοι της λειτουργίας του συστήµατος αποτελούν ο εκπαιδευτικός πειραµατισµός, η καινοτοµία, η πιλοτική εφαρµογή προγραµµάτων σπουδών και διδακτικών πρακτικών, η επιστηµονική έρευνα, η πρακτική εξάσκηση των φοιτητών των λεγοµένων «παραγωγικών» σχολών, η επιµόρφωση των εκπαιδευτικών και βεβαίως η προώθηση του στόχου της αριστείας που αφορά το σύστηµα συνολικά, τις δοµές, τις λειτουργίες και τους ανθρώπους (µαθητές και εκπαιδευτικούς).

Στη δηµόσια συζήτηση σχετικά µε τη µεταρρύθµιση, ένα µεγάλο µέρος των κριτικών απόψεων που διατυπώθηκαν εστίασαν στο υποτιθέµενο ασυµβίβαστο του πειραµατικού χαρακτήρα των υπό επανίδρυση σχολείων και του στόχου της αριστείας. Η απάντη ση σ’ αυτού του είδους την κριτική είναι ότι σ’ ένα σύστηµα που για τριάντα χρόνια έχει µάθει να µην αποτιµά, να µη µετρά, να µην αξιολογεί δράσεις, επιλογές και ανθρώπους, να µην εξατοµικεύει, να µην καλλιεργεί συστηµατικά δεξιότητες και ταλέντα ούτε βεβαίως να θεραπεύει υστερήσεις και αδυναµίες, και µόνο η απενοχοποίηση και η προβολή του στόχου της αριστείας, εκτός από ισχυρό αντιπαράδειγµα στην κουλτούρα του εξισωτισµού προς τα κάτω, αποτελούν εκ των πραγµάτων επιλογή αυθεντικού πειραµατισµού, ο οποίος επιπροσθέτως είναι ο κατεξοχήν αναγκαίος σ’ αυτή τη φάση για τον αναπροσανατολισµό και την ανασυγκρότηση του συστήµατος της δηµόσιας εκπαίδευσης.

Η µεταµόρφωση των πειραµατικών σχολείων σε νησίδες πειραµατισµού και αριστείας αλλά και σε σχολεία ατµοµηχανές για ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστηµα αποτελεί έναν φιλόδοξο στόχο γιατην εκπαίδευση και την κοινωνία που δεν πρέπει να χαθεί µέσα στις γνωστές παθογένειες του κράτους και στον ενδηµικό αρνητισµό που τον επιτείνει η κρίση.

Για την επιτυχία του εγχειρήµατος είναι αναγκαία η συστράτευση των εκπαιδευτικών και της κοινωνίας. Προϋπόθεση όµως γι’ αυτό είναι να ισχύσουν αδιαµφισβήτητοι κανόνες αξιοκρατίας και διαφάνειας στην επιλογή των σχολείων, των εκπαιδευτικών και των οργάνων διοίκησης του συστήµατος. Αρκετές απ’ αυτές τις προϋποθέσεις δεν διασαφηνίζονται ούτε κατοχυρώνονται επαρκώς από τις σχετικές διατάξεις του νοµοσχεδίου. Ολα αυτά είναι ανάγκη να διασαφηνισθούν κατά τη διαδικασία της ψήφισης του νοµοσχεδίου, αλλά και στα προεδρικά διατάγµατα και στις υπουργικές αποφάσεις που θα ακολουθήσουν την εφαρµογή του. 

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Για τα πρότυπα σχολεία και την αναβίωσή τους


Ένα θαυμάσιο άρθρο για τα πρότυπα σχολεία και τη σκοταδιστική αντίληψης της "'Αριστεράς"

Αγαπητοί φίλες/φίλοι της "Αυγής",

Στο πλαίσιο του διαλόγου που διεξάγεται αυτή την εποχή για την αναβίωση των πάλαι ποτέ προτύπων (και νυν πειραματικών) σχολείων, διάβασα με προσοχή στην εφημερίδα σας την τοποθέτηση της κ. Τρίμη-Κύρου («Πειραματικά-πρότυπα σχολεία: μία αντίφαση και μία παγίδα»). Ως παλαιός απόφοιτος τέτοιου σχολείου, αλλά και εκπαιδευτικός, νιώθω τον πειρασμό να θέσω υπ' όψιν σας κάποια σχόλια για τη συγκεκριμένη τοποθέτηση απέναντι στα πρότυπα σχολεία.
Σπεύδω εξαρχής να διευκρινίσω πως πιστεύω ότι η αυθεντική λύση είναι η επαναφορά των εξετάσεων. Για να είμαι πιο ακριβής, τα πρότυπα σχολεία θα πρέπει να δέχονται μαθητές με εξετάσεις, και ενδεχομένως θα πρέπει να εξεταστεί η δημιουργία κάποιων πειραματικών σχολείων, όπου οι μαθητές θα εισάγονται με κλήρωση (ώστε να υπάρχει πειραματική διδασκαλία σε πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα μαθητικού κοινού). Τοβασικό ερώτημα όμως που πρέπει να απαντήσει η κοινωνία, είναι αν θα πρέπει να υποστηρίζονται οι μαθητές που διαθέτουν κάποια έφεση ή κάποιο ταλέντο στις επιστήμες (και, γιατί όχι, στις τέχνες, στον αθλητισμό κ.λπ.) για να εκτοξεύσουν τις δυνατότητές τους στα αστέρια και πιό ψηλά ακόμα. Αν η απάντηση είναι «ναι», τότε η αναβίωση των προτύπων είναι επιβεβλημένη. Κανένα σύστημα δεν είναι απόλυτα δίκαιο, ούτε βέβαια το σύστημα των εξετάσεων στην ηλικία των 12 ετών. Αναμφίβολα θα υπάρξουν αδικίες, αλλά το όφελος είναι σημαντικά μεγαλύτερο από τις όποιες παρενέργειες.
Αυτό δεν αποκλείει φυσικά (και δεν βλέπω να έχει ιδιαίτερη σχέση με) τη διάθεση να αναβαθμιστούν συνολικά τα δημόσια σχολεία. Σε πρώτο βήμα, η οικονομική δαπάνη της αλλαγής του συστήματος εισαγωγής στα υπάρχοντα «πειραματικά» από κλήρωση σε εξέταση, δεν είναι σπουδαίο. Απλά, πρόκειται για θέμα πολιτικής βούλησης.
Διαβάζοντας το άρθρο της κ. Τρίμη, είδα με ενδιαφέρον πως οι απόψεις που οδήγησαν στην κατάργηση των προτύπων καλά κρατούν σε κάποιους κύκλους, παρά την -όπως προσωπικά πιστεύω- ήττα τους στην κοινωνία. Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου, η αναβίωση των προτύπων συγκρίνεται με την επαναφορά των παρθεναγωγείων ή την κατάργηση της μεικτής φοίτησης!! Δεν γνωρίζω ποιες είναι οι έρευνες για την κοινωνική προέλευση των μαθητών των πάλαι ποτέ προτύπων που επικαλείται η κ. Τρίμη, δυσκολεύομαι όμως να ακυρώσω την προσωπική μου εμπειρία (που ταιριάζει, όπως διαπίστωσα και με την εμπειρία άλλων αποφοίτων της Βαρβακείου): ζώντας την ατμόσφαιρα του σχολείου μου την περίοδο 1974-1980 εκτιμώ πως η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών προερχόταν από μικροαστικές και μεσοαστικές οικογένειες, ενώ τα παιδιά των εργατικών οικογενειών ήταν σαφώς (πολύ) περισσότερα από τα παιδιά πλουσίων οικογενειών. Την αταξική αυτή σύνθεση εξασφάλιζαν οι εξετάσεις και αδυνατώ να πιστέψω πως θα τη διαταράξει σοβαρά η παραπαιδεία της προετοιμασίας για τα πρότυπα. Η συγγραφέας του άρθρου είναι στην εκπαίδευση (και μάλιστα στο Βαρβάκειο), απορώ λοιπόν πώς της έχει διαφύγει το γεγονός πως οι νεοσσοί των ευκατάστατων οικογενειών στρέφονται στα ιδιωτικά σχολεία, όχι (τόσο) για να βρούν καλή εκπαίδευση, όσο για να δημιουργήσουν τις κατάλληλες κοινωνικές διασυνδέσεις και γνωριμίες για το μέλλον τους. Αμφιβάλλω αν έστω και ένας εξ αυτών θα έκανε τον κόπο να κάνει φροντιστήριο για να περάσει με εξετάσεις σε πρότυπο σχολείο!
Από την άλλη, δυσκολεύομαι να κατανοήσω την αντιπάθεια που αποπνέει το άρθρο (συνήθης στους φορείς αυτών των απόψεων) για τους μαθητές με υψηλές δυνατότητες. Στο άρθρο της κας Τρίμη, οι άριστοι είναι πάντα «άριστοι» (σε εισαγωγικά) λες και δεν υπάρχει αυτό το είδος ή είναι ντροπή να διακρίνεται κανείς στο σχολείο (τα εισαγωγικά βέβαια σημαίνουν την αμφισβήτηση της αρθρογράφου σε οποιοδήποτε σύστημα αξιολόγησης της αριστείας, δεδομένων των κοινωνικών παραμέτρων, ωστόσο η επιφύλαξη και η αντιπάθεια ακόμα και στη λέξη «άριστος» είναι διάχυτη, πάντα κατά τη γνώμη μου). Το αποκορύφωμα βρίσκεται στην άποψη του άρθρου πως «Πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας είναι να υποστηρίζει την καλύτερη εκπαίδευση για τους περισσότερους και όχι για τους ελάχιστουςΤα προνομιούχα (λόγω ευφυΐας ή λόγω περιβάλλοντος) παιδιά θα βρουν τον δρόμο τους». Ή παρακάτω: «... η αναβίωση των προτύπων θα οδηγήσει σε αφαίμαξη των 'άριστων' μαθητών από τα υπόλοιπα δημόσια σχολεία. Είναι άραγε αυτό θετικό; Μήπως επιχειρώντας να ενισχύσουμε τους 'άριστους' χαντακώνουμε τους υπόλοιπους, στερώντας τις τάξεις τους από παιδιά που θα στήριζαν το μάθημα και τη διαδικασία κατάκτησης της γνώσης;».
Αυτό είναι εκπληκτικό: αντί να υποστηριχτούν τα παιδιά που έχουν κάποιες δυνατότητες, ώστε να τις εκμεταλλευτούν στο έπακρο, καλούνται να «στηρίξουν το μάθημα και τη διαδικασία της γνώσης»!! Φαντάζομαι πως το επόμενο βήμα θα είναι να διασπείρουμε τους καλούς μαθητές στα σχολεία υποβαθμισμένων περιοχών έτσι ώστε να έχουν κίνητρο οι μέτριοι και κακοί μαθητές να γίνουν καλύτεροι! Και όσο για τους άριστους, γιατί να νοιαστούμε; Αυτοί θα βρουν τον δρόμο τους...
Δεν νομίζω πως χρειάζεται άλλο σχόλιο, πέραν της διαπίστωσης πως το θέμα είναι καθαρά ιδεολογικόΤο βασικό ερώτημα είναι αν η κατάργηση των προτύπων στέρησε τη δυνατότητα σε παιδιά οικογενειών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, να αποκτούν πραγματικά καλή εκπαίδευση, αφού η κλήρωση είναι άδικο μέσο επιλογής και τα ιδιωτικά σχολεία είναι κάπως ακριβά. Κατα τη γνώμη μου αυτό ακριβώς συνέβη, και αυτό πρέπει να διορθωθεί με την αναβίωση των προτύπων.Το χειρότερο δε είναι πως οι «προοδευτικές», «αντι-ελιτίστικες» απόψεις της δεκαετίας του '80 (που όπως είδα στο άρθρο της κ. Τρίμη, καλά κρατούν) λειτούργησαν ως εν δυνάμει πολιορκητικός κριός των συμφερόντων των ιδιωτικών σχολείων, που ήταν και οι μεγάλοι ωφελημένοι από την κατάργηση των προτύπων και την ευρύτερη υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου. Υπάρχει ένα θαυμάσιο άρθρο του Στάθη Καλύβα (από το Yale) στην "Καθημερινή" («Στις ρίζες της χρεωκοπίας», 17 Οκτωβρίου 2010) που δείχνει και τις κοινωνικές συνέπειες της κατάργησης των προτύπων: στα ξένα πανεπιστήμια είναι συντριπτική πλέον η αναλογία των αποφοίτων ιδιωτικών σχολείων σε σχέση με το παρελθόν. Τελικά, οι «αντι-ελιτίστες» κατάφεραν αυτό που ήθελαν να αποφύγουν: την τέλεια ταξική παιδεία. Νομίζω πως ήλθε η ώρα να γυρίσει η κοινωνία την πλάτη σε αυτές τις ιδεοληψίες και να μπει ξανά στη λογική της επανίδρυσης των σχολείων που βοηθούν και υποστηρίζουν τους πραγματικά καλούς μαθητές.
Με εκτίμηση,
Κων/νος Δ. Κούτρας
Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
Απόφοιτος της Βαρβακείου Προτύπου Σχολής