Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Λύκειο και οι εισαγωγικές εξετάσεις




του Ευθύμη Δημόπουλου


Οι αλλαγές που προτείνει το Υπουργείο Παιδείας υπό τον τίτλο «Νέο Λύκειο» δε συνιστούν μεταρρύθμιση. Μεταρρύθμιση ωστόσο δε συνιστούν ούτε οι ισοπεδωτικές απορρίψεις και η έλλειψη εναλλακτικών προτάσεων. Ριζικές τομές που θα αλλάξουν δραστικά τα σημερινά δεδομένα φαίνεται πως είναι δύσκολο να χαραχθούν υπό τις παρούσες συνθήκες. Μια ολόκληρη εκπαιδευτική κουλτούρα εισαγωγικών εξετάσεων και φροντιστηρίων, κοντά μισού αιώνα - από τη δεκαετία του ’60 περίπου - δεν μπορεί να αλλάξει με κάποιες ανακοινώσεις, με αυξομειώσεις ωρών και ανακάτεμα μαθημάτων. Στο «Γόρδιο» της μεταγυμνασιακής ελληνικής εκπαίδευσης συμπλέκονται ευγενή όνειρα σπουδών, ελπίδες επαγγελματικής διεξόδου, πολιτικάντικος λαϊκισμός, η αγωνία του επιούσιου χιλιάδων αδιόριστων εκπαιδευτικών, η αναζήτηση επιπλέον εισοδήματος από διορισμένους, οι στρεβλώσεις της ελληνικής οικονομίας και της επαγγελματικής εκπαίδευσης, οι γονεϊκές φιλοδοξίες και τα κοινωνικά στερεότυπα ολόκληρων γενεών.

Υπό το βάρος όλων αυτών των παραγόντων οι εξετάσεις εισαγωγής σε ΑΕΙ -ΑΤΕΙ και τα φροντιστήρια έχουν κάνει κεφαλοκλείδωμα στην εφηβική ηλικία, στο εισόδημα της ελληνικής οικογένειας και στο Λύκειο και δε λένε να τ’ αφήσουν ν’ ανασάνουν. Ωστόσο, το δημόσιο σχολείο και η εκπαιδευτική κοινότητα δεν πρέπει να παραδοθούν αμαχητί και υπό προϋποθέσεις μπορούν μεσοπρόθεσμα να γείρουν την πλάστιγγα υπέρ τους.

Ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις; Η πρώτη προϋπόθεση είναι να αξιοποιήσει το δημόσιο σχολείο τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα σε σχέση με το καθεστώς των εξετάσεων και του φροντιστηρίου. Ας προσπαθήσουμε να δούμε τι σημαίνει αυτό. Καταρχήν, οφείλουμε να αποδεχτούμε ότι σε πρώτη φάση το σχολείο δεν μπορεί να αποκλείσει και μάλλον ούτε και να ανταγωνιστεί το φροντιστήριο στην προετοιμασία του μαθητή για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Οι λόγοι είναι πολλοί αλλά ο κυριότερος είναι πως η μηχανή του φροντιστηρίου είναι καλύτερα προσαρμοσμένη και πιο αποδοτική στο ανταγωνιστικό περιβάλλον των εισαγωγικών. Το φροντιστήριο προσφέρει περισσότερο διδακτικό χρόνο, προσανατολισμένο σε λιγότερα μαθήματα και παράλληλα απευθύνεται σε ένα μαθητικό κοινό που πληρώνει σημαντικά ποσά φοίτησης, γεγονός που οπωσδήποτε επηρεάζει την όλη στάση του διδασκόμενου. Επίσης το φροντιστήριο έχει μεγαλύτερη δυνατότητα τυποποίησης των γνώσεων και εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά το «η επανάληψη είναι μητέρα της μάθησης». Στο πλαίσιο αυτό η διαφορά αποδοτικότητας του από το σχολείο παραμένει τεράστια. Είναι σα να συγκρίνουμε το εργοστασιακό μοντέλο φορντικού τύπου με τη βιοτεχνική παραγωγή.
Παρ’ όλα αυτά η υπεροχή της φροντιστηριακής εκπαίδευσης δεν αντανακλάται πλήρως στα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων. Στο επίπεδο των μέσων όρων τα αποτελέσματα δείχνουν όχι μόνο την αποτυχία του σχολείου αλλά και του φροντιστηρίου, αφού είναι γνωστό πως η συντριπτική πλειοψηφία των υποψηφίων παρακολουθεί φροντιστηριακά μαθήματα. Ίσως να δείχνουν και τα όρια του μαζικού χαρακτήρα και του μοντέλου των εισαγωγικών εξετάσεων.
Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να αναζητήσουμε τι μπορεί να αντιπαραθέσει το Λύκειο στο σημερινό εκπαιδευτικό καθεστώς; Πρώτα απ’ όλα πρέπει να συμφωνήσουμε, και σε αυτό μάλλον συμφωνεί η συντριπτική πλειοψηφία εκπαιδευτικών και μαθητών, πως το σχολείο δεν μπορεί και δεν πρέπει να λειτουργήσει μόνο με τις εκπαιδευτικές νόρμες που επιβάλλουν οι εξετάσεις και κυριαρχούν στο φροντιστήριο. Αντιθέτως, μπορεί να προσφέρει διδασκαλία απαλλαγμένη από το στρες της ύλης και το παραδοσιακό μετωπικό μοντέλο, διδακτική καινοτομία, καλής ποιότητας διδακτική ύλη, δυνατότητες μαθητικής αυτενέργειας, περιβάλλον γνωστικών ερεθισμάτων και αμφιβολιών, ερευνητικές εργασίες, ευκαιρίες κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού και να ξεδιπλώσει μπροστά στα μάτια των μαθητών έναν ολόκληρο κόσμο τέχνης και πολιτισμού.

Στα πεδία αυτά βρίσκεται η δυνατότητα υπεροχής του σχολείου απέναντι στις εγγενείς αδυναμίες του υπάρχοντος συστήματος εξετάσεων και του φροντιστηρίου. Γιατί είτε στο φροντιστήριο είτε στο Λύκειο, μέσα στη σκληρή συνθήκη προετοιμασίας για τις εξετάσεις, ένας μαθητής δεν μπορεί να αγαπήσει την Ιστορία και να αρχίσει να διαπλάθει ιστορική σκέψη, δε θα γνωρίσει ποτέ τον Καμύ και τον Κουμανταρέα, δε θα κάνει πειράματα φυσικής, δε θα δει εκπαιδευτικά φιλμ βιολογίας και γεωγραφίας, δε θα συζητήσει για το Δαρβίνο και τη Θεωρία της Εξέλιξης, δε θα προβληματιστεί για το περιβάλλον και την οικολογία, δε θα ψάξει σε βιβλιοθήκες , δε θα έχει την ευκαιρία να αναρωτηθεί για την «Πολιτεία» του Πλάτωνα ή για το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» του Ρουσώ και δε θα διαβάσει Μίλερ ή Καμπανέλλη. Ακούω ήδη τα γέλια όσων διαφωνούν. «Σιγά μη γίνονται αυτά στο ελληνικό σχολείο» θα πουν. Ναι δε γίνονται αλλά υπάρχει η ελπίδα, η δυνατότητα και η διάθεση από πολλούς εκπαιδευτικούς και μαθητές να γίνουν. Αυτό είναι το στοίχημα για την ανασυγκρότηση της μεταγυμνασιακής εκπαίδευσης στη χώρα μας. Αντιθέτως, στο Λύκειο που «υπάγεται» στις εξετάσεις και στο φροντιστήριο δε θα γίνουν ποτέ.

Όμως πρέπει να απαντήσουμε και σε ένα δεύτερο επίπεδο προβληματισμού. Μπορεί και πρέπει το Λύκειο, ο εκπαιδευτικός και ο μαθητής να απαγκιστρωθούν πλήρως από το εκπαιδευτικό καθεστώς των εξετάσεων; Από πολλούς εκπαιδευτικούς διατυπώνεται ένσταση. Υποστηρίζουν πως από τη στιγμή που το Λύκειο αρνηθεί να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαδικασία προετοιμασίας των εισαγωγικών εξετάσεων έχει υπογράψει τη θανατική του καταδίκη. Το επιχείρημα είναι βάσιμο. Πράγματι το Λύκειο δεν πρέπει να είναι πλήρως απεξαρτημένο από τις εισαγωγικές εξετάσεις, από την οικονομία της χώρας και τον επαγγελματικό προσανατολισμό, από τις απαιτήσεις και τα standards της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Δεν μπορεί να υπάρξει μόνο ως χώρος γενικής παιδείας και διδακτικού πειραματισμού, μόνο ως «πολιτιστική κυψέλη».
Όλα αυτά μας οδηγούν στην αναζήτηση της δεύτερης προϋπόθεσης. Χρειαζόμαστε μια συνθετική εκπαιδευτική ρύθμιση για το Λύκειο που να συνδυάζει τη γενική εκπαίδευση με την προετοιμασία για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Αυτός ο συνδυασμός δεν φαίνεται πως μπορεί να επιτευχθεί στα τρία χρόνια της λυκειακής εκπαίδευσης. Από τις προτάσεις επίλυσης του προβλήματος που μελετώνται αυτή που υποστηρίζει τη δημιουργία ενός επιπλέον λυκειακού προπαρασκευαστικού έτους προετοιμασίας για τις εισαγωγικές εξετάσεις, το οποίο θα λειτουργεί ως δημόσιο φροντιστήριο, φαίνεται η πιο σοβαρή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου