Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

Η ελληνική εκπαίδευση δέχεται Ιδεολογική Επίθεση



του Λεωνίδα Καστανά

Αν υπάρχει μια κόκκινη κλωστή που διαπερνάει όλες τις αλλαγές, που πρόλαβε να κάνει η παρούσα κυβέρνηση στα της Παιδείας Θέματα, είναι αυτή της καταστροφής. Ο νομοθέτης θέλει να ακυρώσει την όποια εκπαιδευτική διαδικασία. Δεν θέλει να κάνει μεταρρυθμίσεις σύμφωνα με την δική του πολιτική άποψη. Αναζητά τις ανοικτές πληγές του εκπαιδευτικού μας συστήματος και χώνει το ιδεολογικό μαχαίρι, ώστε να το ξεκάνει. Σε κάθε πολιτικό σύστημα, σε κάθε πολιτισμένη χώρα, σε κάθε φάση της νεωτερικής εποχής η εκπαίδευση θέτει στόχους, αξιολογεί το αποτέλεσμα, συνομιλεί με το παραγωγικό μοντέλο, επικοινωνεί με τον υπόλοιπο κόσμο. Η κάθε  εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι προϊόν ευρύτερης διαβούλευσης και αναζητά πλατιές και βαθιές συναινέσεις. 

Οι πρόσφατες προσπάθειες αλλαγής απλά στοχεύουν στην απορύθμιση.  Με σχέδιο, ιδεολογική ταυτότητα και εμμονή. Γι αυτό και γίνονται στα κλεφτά. Αποτελούν ένα είδος σοκ, την επιστημολογική τομή (που έλεγε και ο Αλτουσέρ) που θα σπάσει το ιδεολογικό συνεχές και θα συνεγείρει τα κοινωνικά υποκείμενα ώστε να αρνηθούν τη δομή της υπακοής βασικό στοιχείο της Εκπαίδευσης ως Ιδεολογικού Μηχανισμού του Κράτους.  Σύμφωνα με τη θεωρία των ΙΜΚ η ηγεμονεύουσα ιδεολογία μεταγγίζεται στους νέους μέσω της εκπαίδευσης και διαμορφώνει σκλάβους. Η Αστική Παιδεία και τα μυθεύματα της πρέπει να υπονομευθεί μιας και αναπαράγει  την ιδεολογία του αστισμού και συντηρεί τις ταξικές διαφορές.  Οι αξίες της Παραγωγής, της Αγοράς, της τεχνοκρατίας, της βασικής έρευνας, της αυταξίας της γνώσης,  πρέπει σταδιακά να απονομιμοποιηθούν και εν τέλει να λειώσουν μέσα στο καμίνι της ταξικής πάλης.

Πάνω σε αυτές τις αρχές στηρίζεται και ο νομοθέτης για να αρχίσει δειλά την αποδόμηση της ήδη προβληματικής ελληνικής εκπαίδευσης. Γι αυτό και δεν προτείνει τίποτα δικό του, τίποτα καινούργιο. Απλώς κάνει κριτική στις όποιες μεταρρυθμίσεις έγιναν σχετικά πρόσφατα, επαναφέροντας το παλιό που δοκιμάστηκε επί 30 χρόνια και απέτυχε.  

Ας δούμε τις σημαντικότερες αλλαγές στην Ανώτατη και τη Μέση Εκπαίδευση και ας ψηλαφίσουμε το ιδεολογικό πρόσημο που αυτές φέρουν. Είναι σαφές ότι η Παιδεία  δέχεται Ιδεολογική Επίθεση.

Ανώτατη εκπαίδευση

1. «Αιώνιοι φοιτητές»
Η επαναφορά των «αιώνιων φοιτητών» και η δυνατότητα διακοπής των σπουδών για όσο διάστημα και όποτε ο καθένας επιθυμεί, μετατρέπει τη φοίτηση σε χαλαρή και αποσπασματική. Η εξουσία ωθεί τον φοιτητή στο να μην παίρνει στα σοβαρά τις σπουδές του και να μη σέβεται την προσπάθεια που κάνει η πολιτεία αλλά και η οικογένειά του προκειμένου αυτός να αποκτήσει πανεπιστημιακά εφόδια. Μέσω αυτής της παρελκυστικής τακτικής, ο φοιτητής αποκόπτεται από το αντικείμενο, αδυνατεί να παρακολουθήσει τις επιστημονικές ή εκπαιδευτικές εξελίξεις, χάνει την επαφή και στο τέλος διακόπτει για πάντα. Μέχρι τότε έχει προσπαθήσει να παπαγαλίσει, να αντιγράψει ή έχει ζητήσει επιείκεια, μπας και σώσει την παρτίδα. Εκ των 139.175 λιμναζόντων στα ΑΕΙ και 39283 στα ΑΤΕΙ μόνο οι 10.167 και οι  13359 αντιστοίχως  έδειξαν κάποιο ενδιαφέρον τα δύο τελευταία χρόνια για τις σπουδές τους συμμετέχοντας σε κάποια εξέταση.
Συνεπώς, η επαναφορά του δικαιώματος της αιωνιότητας «διαφθείρει» και οδηγεί μαθηματικά σε λιγότερους άξιους πτυχιούχους. Οι λιμνάζοντες όμως είναι μια καλή δεξαμενή υποψηφίων αγωνιστών.

2. Κατάργηση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας

Η ηλεκτρονική ψηφοφορία κατηγορήθηκε για τεχνοφασιμό, ακριβώς επειδή έδινε τη δυνατότητα σε όλα τα μέλη του ΔΕΠ να εκλέξουν δημοκρατικά τα όργανα διοίκησης των πανεπιστημίων απ όπου και αν βρίσκονταν ενώ ταυτόχρονα εμπόδιζε τους «αντιφρονούντες» να αλλοιώσουν τα αποτελέσματα. Η κατάργηση δίνει το δικαίωμα σε ισχνές μειοψηφίες να ελέγχουν τα όργανα στο μέτρο που πολλοί πανεπιστημιακοί  δεν επιθυμούν να συμμετάσχουν στις συνελεύσεις. Τους επιτρέπει  να εκφοβίζουν όποιους δεν γουστάρουν και να τους εμποδίζουν την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος. Ενίοτε να παίρνουν και την κάλπη. Αυτά δεν είναι υποθέσεις, είναι γεγονότα που έζησαν τα ΑΕΙ τα τελευταία 30 χρόνια.
Ο νομοθέτης φαίνεται ότι δεν επιθυμεί τη μαζική συμμετοχή των καθηγητών στην εκλογική διαδικασία για  την ανάδειξη των καλύτερων στη διοίκηση των Ιδρυμάτων. Ίσως γιατί οι χειρότεροι και κομματικά εξαρτώμενοι είναι πιο εύκολο να τα καταστρέψουν.

3. Η επαναφορά διοικητικών και  φοιτητών στις εκλογές των οργάνων Διοίκησης.

Φαίνεται ως δημοκρατικό μέτρο αλλά δεν είναι. Είναι μέτρο υπονόμευσης των θεσμών. Ειδικά όταν η ψήφος τους έχει σημαντικό βάρος στην εκλογή των Πρυτανικών Αρχών. Φοιτητικές παρατάξεις και συνδικάτα διοικητικών συναλλάσσονται με τους υποψηφίους για την ικανοποίηση των συντεχνιακών τους αιτημάτων. Οι συνδικαλιστικές παρατάξεις, κακέκτυπα του πολιτικού συστήματος, διεκδικούν διευκολύνσεις και προνόμια, ανοχή στις καταλήψεις, πρόσθετες εξεταστικές περιόδους, ευκολότερο πτυχίο. Αντί ο παιδαγωγός να «άγει τους παίδας» άγεται από αυτούς. Τελείως λογικό για τα ελληνικά δεδομένα αλλά καταστρεπτικό για την ποιότητα των σπουδών και την αξιοπιστία των εκδιδόμενων τίτλων.

Το πανεπιστήμιο είναι ιδανικός χώρος για να στρατολογηθεί η ελίτ της ελληνικής κομματοκρατίας. Παρέχει συνθήκες εργαστηρίου, όπου λίγες δεκάδες ακτιβιστές μπορούν να επηρεάσουν την καθημερινότητα χιλιάδων, να φορέσουν ιδεολογικό μανδύα και να προσποιηθούν ότι εκφράζουν κάποιο κοινωνικό κίνημα προωθώντας τα συμφέροντα μειοψηφιών. Έναν τέτοιο μανδύα φορά και ο νομοθέτης.


4. Κατάργηση των Συμβουλίων Διοίκησης.

Τα Συμβούλια Διοιήκησης εξασφάλιζαν το δημοκρατικό αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ και λειτουργούν σε τουλάχιστον 800 ΑΕΙ της Ευρώπης. Κυρίως επόπτευαν τις πρυτανικές αρχές πράγμα που δεν μπορούσε να κάνει η Σύγκλητος λόγω του μεγάλου μεγέθους, της μη εξειδίκευσης και της εξάρτησής  από τις πρυτανικές αρχές. Το σημαντικότερο, επέλεγαν  εξωτερικά μέλη, ξένους και Έλληνες της διασποράς, πανεπιστημιακούς διεθνούς φήμης που ήρθαν ανιδιοτελώς να βοηθήσουν στην αναδιάρθρωση του ελληνικού πανεπιστημίου. Αυτούς κυρίως στοχεύει η απορύθμιση. Γιατί συνέδεαν τα ελληνικά ΑΕΙ με τον υπόλοιπο κόσμο, έφερναν τις διεθνείς πρακτικές και καινοτομίες στα καθ΄ημάς, έδιναν ένα Δυτικό αέρα στη χειμαζόμενη πολιτιστικά και επιστημονικά Ελλάδα.
Η κλειστότητα της ελληνικής κοινωνίας είναι ο στόχος του νομοθέτη. Έτσι θα μπορούμε να τρώμε τις σάρκες μας αναπαράγοντας την εθνική μας μοναξιά, μέχρι την ολοκληρωτική ανατροπή του συστήματος. Την ολοκληρωτική καταστροφή.   


5. Κατάργηση αγγλόφωνων τμημάτων

Τα προπτυχιακά Αγγλόφωνα τμήματα (κλασσικές σπουδές και διοίκηση τουριστικών) που ιδρύθηκαν το 2014 με απόφαση του υπουργού Λοβέρδου είναι αυτοχρηματοδοτούμενα και έμελλε να προσελκύσουν φοιτητές από την Αυστραλία, την Κίνα, τη Ρωσία, τον Καναδά και τη Μέση Ανατολή. Θα λειτουργούσαν ως πρεσβευτές του ελληνικού πολιτισμού.  Εδώ ο νομοθέτης κλείνει την πόρτα στους ξένους φοιτητές που θα ήθελαν να σπουδάσουν στην Ελλάδα και φυσικά και στα χρήματά τους. Προφανώς γιατί θεωρεί ότι τα αγγλόφωνα τμήματα είναι προανάκρουσμα της ίδρυσης ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων. Αλλά και γιατί η λειτουργία τους, εκ των πραγμάτων σύγχρονη και αξιόπιστη, θα αποτελέσει αλλαγή παραδείγματος. Η παρουσία ξένων φοιτητών θα προκαλέσει συγκρίσεις, θα συμβάλει στην επικοινωνία με τον «έξω κόσμο», θα λειτουργήσει ευεργετικά για τον πολιτισμό μας.
 Η απομόνωση είναι και εδώ η επιδίωξη του νομοθέτη. Μόνο που η απομόνωση από τον πολιτισμένο κόσμο προωθεί τον ήδη αναπτυγμένο αυτισμό μας, άρα και την αυτοκαταστροφή.  

6. Αξιοποίηση της Περιουσίας των ΑΕΙ

Καταργείται η πρόβλεψη του νόμου 4009/2011 για ένα ΝΠΙΔ με επαγγελματική διοίκηση που θα αξιοποιεί την περιουσία των Ιδρυμάτων. Η χρηματοδότηση των ΑΕΙ μέσω της εξασφάλισης πόρων με δικά τους μέσα, με διαφανή και μη πελατειακό τρόπο προφανώς και θα ενίσχυε την εκπαιδευτική αποστολή τους.
Σύμφωνα με την ιδεολογία του νομοθέτη κάτι τέτοιο οδηγεί δήθεν στο πανεπιστήμιο της αγοράς. Απλά οδηγεί σε ένα  σύγχρονο και καλύτερα εξοπλισμένο Ίδρυμα και αυτό θα  ενισχύει το ρόλο του ως Ιδεολογικό Μηχανισμό του Αστικού κράτους. Προφανώς και πρέπει να εμποδιστεί.   

 7. Πανεπιστημιακό Άσυλο

Το πανεπιστημιακό άσυλο μένει ως έχει στον προηγούμενο νόμο. Όπως όμως έδειξαν τα γεγονότα με την κατάληψη των κεντρικών του ΕΚΠΑ, η προστασία του είναι αποκλειστικά θέμα της Αστυνομίας η οποία είναι ελεγχόμενη από την κεντρική διοίκηση και ως εκ τούτου ρυθμίζεται από την ιδεολογία και την πολιτική βούληση των εκάστοτε κυβερνώντων. Ούτως ή άλλως ο όρος δεν αντιπροσωπεύει απολύτως τίποτα.
Αν οι καταλήψεις (γιατί αυτές συνιστούν σήμερα  παραβίαση του ασύλου) προάγουν τους ταξικούς αγώνες και εμποδίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία είναι ευπρόσδεκτες και προστατεύονται.  


Μέση Εκπαίδευση

8. Επιλογή διευθυντών σχολικών μονάδων

Η «καινοτομία» εδώ είναι η συμμετοχή του Συλλόγου των καθηγητών του σχολείου κατά 33% στη μοριοδότηση του υποψηφίου διευθυντή. Μαζί και με την προϋπηρεσία, που θα την έχουν όλοι, ο Σύλλογος βγάζει τον διευθυντή.  Με αυτόν τον τρόπο ο νέος διευθυντής είναι ένας παλιός καθηγητής που ξέρει πρόσωπα και πράγματα, κυρίως πρόσωπα. Ο υποψήφιος δεν εξετάζεται σε γνώσεις διοικητικής νομοθεσίας. Προφανώς γιατί του επιφυλάσσουν το ρόλο του διεκπεραιωτή των κυβερνητικών ντιρεκτίβων. Τα αντικειμενικά κριτήρια υποβαθμίζονται και η συνέντευξη καταργείται. Φυσικά και η τελευταία αποτελούσε, διαχρονικά, αντικείμενο διακομματικής συναλλαγής. Αλλά θα μπορούσε η επιλογή να γίνεται από κάποια ανεξάρτητη αρχή ή από κάποια επιστημονική επιτροπή και όχι από τα ΠΥΣΔΕ. Η επιλογή στελεχών μεγάλων πολυεθνικών εταιριών στηρίζεται κυρίως στη συνέντευξη. Ο Σύλλογος δεν αποτελεί ενιαίο σώμα και δεν έχει τα επιστημονικά και κοινώς αποδεκτά μέσα για να κρίνει ορθά και σε όφελος του δημόσιου συμφέροντος. Θα κρίνει με βάση φιλίες, πολιτικές προτιμήσεις και ιδιοτέλειες. Είναι πρωτάκουστο οι δημόσιοι λειτουργοί να επιλέγουν τον προϊστάμενό τους. Με ποιο κύρος ο διευθυντής θα ελέγχει τους υφιστάμενους;  

Και εδώ ο στόχος του νομοθέτη είναι διαλυτικός. Ένα σχολείο που ο κάθε δάσκαλος κάνει ότι θέλει και ο διευθυντής δεν έχει κανένα θεσμικό κύρος, είναι ένα χειρότερο σχολείο. Αν αυτό συνδυαστεί με την κατάργηση της αξιολόγησης οδηγούμεθα σε ένα σχολείο χωρίς πραγματική ιεραρχία και ατομική  ευθύνη.

9. Αξιολόγηση διδασκόντων και δομών

Η κατάργηση κάθε εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης είναι αυτονόητη στο μέτρο που αποτέλεσε αιχμή της αντιπολιτευτικής δράσης του κυβερνώντος κόμματος τα προηγούμενα χρόνια. ¨Όμως, η αξιολόγηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι διεθνής πρακτική και έχει κριθεί απαραίτητη για τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Είναι γνωστό ότι το μόνο που δεν συζητείται στα ελληνικά δημόσια σχολεία είναι η ποιότητα της διδασκαλίας και των δομών του συστήματος. Ποτέ μα ποτέ δεν επιχειρούνται έρευνες, απολογισμοί, κρίσεις και διορθώσεις. Γι αυτό εξάλλου γιγαντώνεται η εξωσχολική εκπαίδευση.

 Ο νομοθέτης δεν θέλει ένα σχολείο αυτογνωσίας, ετεροπαρατήρησης και αυτοβελτίωσης. Δεν θέλει να μετρήσει και να ρυθμίσει με τρόπο επιστημονικό. Τα αφήνει όλα στον πατριωτισμό των διδασκόντων, στην εκ των ενόντων δράση, στην πατέντα. Επιδιώκει απλά τον γρηγορότερο μαρασμό της ήδη αναιμικής Μέσης Εκπαίδευσης.      


10. Παράταση του σχολικού έτους λόγω καταλήψεων

Το κυβερνών κόμμα αλλά και η συνδικαλιστική νομενκλατούρα στήριξαν ανέχτηκαν ή και καθοδήγησαν στο παρελθόν τις εποχιακές καταλήψεις των σχολείων από ισχνές μειοψηφίες μαθητών που συνήθως ήθελαν τις φθινοπωρινές διακοπές τους. Το μόνο που θα μπορούσε να αναχαιτίσει αυτή τη μάστιγα ήταν η υπόθεση της παράτασης της σχολικής χρονιάς, μέσο όχι τιμωρητικό, αλλά απλά αναγκαίο για την σωστή ολοκλήρωση της διδασκόμενης ύλης. Η αναπλήρωση μέσω των μονοήμερων αργιών ή των σχολικών εκδρομών που εφαρμόστηκε τα προηγούμενα χρόνια απεδείχθη φενάκη. Η συρρίκνωση του πραγματικού διδακτικού χρόνου (κάτω από 160 μέρες το χρόνο) είναι η βασική αιτία της αδυναμίας του σχολείου να εκτελέσει το πρόγραμμά του.
Ο νομοθέτης όμως ενδιαφέρεται για λιγότερο σχολείο και περισσότερη δήθεν επανάσταση. Αντικειμενικά προτρέπει σε καταλήψεις. Ούτως ή άλλως η Παιδεία μέσα στα Λύκεια έχει εδώ και χρόνια, υποβαθμιστεί δραματικά. Καταλήψεις χωρίς συνέπειες, απλά κάνουν τη ζωή όλων, μαθητών και καθηγητών, πιο άνετη.      


11.  Κατάργηση της Τράπεζας Θεμάτων

Η επιλογή των θεμάτων των ενδοσχολικών εξετάσεων των Λυκείων μέσω της τυχαίας κλήρωσης από Τράπεζα Θεμάτων είχε στόχο να κάνει το Λύκειο στοιχειωδώς αξιόπιστο. Να αναγκάζει τον δάσκαλο να ολοκληρώνει την ύλη και το μαθητή να μελετά όλα τα μαθήματα, αφού έχανε τη δυνατότητα να γράφει σχεδόν επί γνωστών θεμάτων. Να θέτει κοινά κριτήρια για το επίπεδο των γνώσεων που απέκτησε ο κάθε μαθητής στο τέλος της χρονιάς, σε κάθε μάθημα. Άλλος σκοπός ήταν  να εισαγάγει τη συμμετοχή του βαθμού του Λυκείου στην επιλογή των νέων φοιτητών. Πέρα από ένα δώρο στους συνδικαλιστές και στους διδάσκοντες, η ακύρωση της Τράπεζας και η επαναφορά των κανόνων βαθμολογίας στο παλιό αστείο μοντέλο αποτελούν στοιχεία ιδεολογικής επίθεσης. 

Αν υπήρχε πιθανότητα κάποιοι να διαβάσουν και να μάθουν κάτι από τα διδασκόμενα αντικείμενα, αυτή εξανεμίζεται. Το Λύκειο εξαφανίζεται από σχολική μονάδα και μετατρέπεται σε έναν τυπικό προθάλαμο των ΑΕΙ, όπως ήταν παλιά.  Τι απομένει; Τα Φροντιστήρια να πάρουν όλη την ευθύνη πάνω τους. Αμ δε.


12. Ιδιωτικά σχολεία και Φροντιστήρια

 Μοιάζει να ρώτησαν «που γίνεται σωστή σχολική δουλειά» και να πήραν την απάντηση «στα  Ιδιωτικά και τα Φροντιστήρια». «Γιατί;» ρώτησαν και πάλι. «Διότι τα μεν Ιδιωτικά κάνουν ενισχυτική διδασκαλία στους μαθητές τους μετά τις 2μμ και τα Φροντιστήρια  λειτουργούν μέσα στις διακοπές, τις αργίες και τις Κυριακές. Το αποτέλεσμα είναι να απαγορευτούν τέτοιες κακές δραστηριότητες. Δεν εξετάζουμε τον αυταρχισμό μιας τέτοιας δράσης πάνω σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ούτε και το αδύνατον εφαρμογής του νόμου. Εξετάζουμε την ιδεολογική πρόθεση. Αν τα Φροντιστήρια και τα Ιδιωτικά κάνουν καλή δουλειά, δηλαδή εκπαιδεύουν σωστά, πρέπει να εμποδιστούν με κάθε τρόπο. Ακόμα  και με αστείες παρεμβάσεις.

Ο νομοθέτης εδώ λειτουργεί συμβολικά. Επιτίθεται στο αναγκαίο κακό της ιδιωτικής εκπαίδευσης, αλλά και στην επάρκειά της. Είναι σα να μας λέει «δεν θα αφήσω κανέναν να κοινωνεί  των αστικών γνώσεων».

13. Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία

Έχει γίνει πολύ συζήτηση για την κατάργηση των ΠΠΣ. Σχολεία σχεδόν χιτλερικής εμπνεύσεως, σχολεία ρετσινιάς κλπ. Διαχωρίστηκαν τα πειραματικά από τα 4-5 Πρότυπα, δεν έγιναν όμως ακόμα θεσμικές επεμβάσεις στη λειτουργία τους. Μόνο οι διευθυντές τους  θα εκλέγονται όπως και των άλλων σχολείων. Ίσως για το διεθνή σάλο που ξεσήκωσε η διατύπωση των προθέσεων. Όμως καταργήθηκε η επιλογή των μαθητών τους μέσω εξετάσεων. ΄Επανήλθε η αναξιόπιστη κλήρωση. Οι εξετάσεις αποτελούσαν ένα συμβόλαιο μεταξύ μαθητών και σχολείου για την επίπονη και συναρπαστική διαδικασία που θα ακολουθούσε. Ο μαθητής που επέλεξε να διαβάσει, να κοπιάσει, να διαγωνιστεί για να εισέλθει στο Πρότυπο σχολείο είναι και αυτός που θα τιμήσει την επιτυχία του. Θα αγαπήσει το σχολείο του και θα αφεθεί συνεργαζόμενος στα έμπειρα χέρια και μυαλά των δασκάλων του. Δεν θα το κλείσει και δεν θα το χαλάσει. Θα το προφυλάξει, γιατί το θεωρεί δικό του, αφού αγωνίστηκε για να το κατακτήσει και θα βοηθήσει το δάσκαλο να εφαρμόσει ότι πιο καινοτόμο υπάρχει για τη μόρφωσή του. Να πειραματιστεί και να μετρήσει προς όφελος αυτού και όλης της κοινωνίας.
Για το νομοθέτη θα γίνει υποχείριο και ενεργούμενο της αστικής τάξης μιας και αυτή θα καρπωθεί εν τέλει την προκοπή του. Ο νομοθέτης δεν θέλει ποιοτική συμμετοχική, δημοκρατική εκπαίδευση που βελτιώνει τη θέση των παιδιών της εργατικής τάξης. Γιατί έτσι ενσωματώνονται στο σύστημα. Προτιμά τον εξισωτισμό προς τα κάτω, την πολιτιστική εξαθλίωση, παλιά σταλινική μέθοδο ποδηγέτησης των μαζών.


 Η εκπαιδευτική κοινότητα έχει καθήκον να αντιδράσει  στην ιδεολογική επίθεση που δέχεται η Παιδεία μας.   

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Γενικό Λύκειο: Ένα σχολείο transit



του Λεωνίδα Καστανά

Κάθε υπουργός Παιδείας που σέβεται τον εαυτό του αλλάζει το εξεταστικό σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ. Με στόχο δήθεν να το κάνει πιο δίκαιο και πιο ορθολογικό. Μετά από κάθε μεταβολή η δευτεροβάθμια εκπαίδευση φθίνει με γρηγορότερους ρυθμούς και οδηγείται στην πλήρη απαξίωση. Τελικά, το μόνο που κάνουν αυτές οι αλλαγές είναι να αναδιανέμουν την φροντιστηριακή πίτα μεταξύ των διαφόρων ειδικοτήτων. Όταν περάσαμε από το σύστημα των Δεσμών στο σύστημα των Κατευθύνσεων χαμένοι βγήκαν οι Χημικοί αφού η τεχνολογική κατεύθυνση που οδηγούσε στα Πολυτεχνεία και τη ΦΜΣ δεν περιελάμβανε Χημεία και κερδισμένοι οι Φυσικοί αφού οι υποψήφιοι για τις Οικονομικές σχολές έπρεπε να εξετάζονται και στη Φυσική Κατεύθυνσης. Με τις αλλαγές του κ. Αρβανιτόπουλου, που συμπλήρωσε ο κ. Μπαλτάς, οι Χημικοί ανέκτησαν ένα μέρος της χαμένης πίτας και μαζί τους κάτι κέρδισαν και οι Βιολόγοι. Οι Πληροφορικάριοι αμύνθηκαν σθεναρά με μικρές απώλειες.

Επί του τύπου, το νέο σύστημα δίνει λιγότερες ευκαιρίες στους μαθητές από το σημερινό. Για παράδειγμα, απαγορεύει στον υποψήφιο των σχολών Πληροφορικής να διεκδικήσει μια θέση στο Μαθηματικό ή το Φυσικό. Βάζει στην ίδια ομάδα τις σχολές Πληροφορικής με αυτές της Οικονομίας, ενώ είναι προφανές ότι επιστημονικά δεν έχουν καμία σχέση. Θα μπορούσαν να κρατήσουν το υπάρχον σύστημα με κάποιες βελτιώσεις. Κατάργηση της αθλιότητας του ΑΟΔΕ, επαναφορά της Χημείας στην Τεχνολογική Κατεύθυνση αλλά και Κοινωνιολογία αντί Φυσικής για τους υποψήφιους των Οικονομικών σχολών. Δηλαδή επαναφορά των Δεσμών.

Η επιλογή των φοιτητών μας είναι μια σοβαρότατη διαδικασία αλλά συνδέεται άμεσα με το είδος και την ποιότητα των σπουδών στο Γυμνάσιο και το Λύκειο. Το ερώτημα είναι αν τα παιδιά μας περνάνε ευχάριστα, ωφέλιμα και δημιουργικά τα 6 χρόνια της εφηβείας τους στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αν κάνουν κτήμα τους σημαντικές αξίες όπως η δημοκρατία, η ισονομία, η ανεκτικότητα στο διαφορετικό, η αλληλεγγύη, αν μαθαίνουν να σκέφτονται και να ερευνούν, αν αποκτούν κουλτούρα, γνώσεις, δεξιότητες. Κυρίως, αν έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν τα ταλέντα τους, να αποκτήσουν ψυχική ισορροπία και να βρουν τον προσανατολισμό τους μέσα στο δύσβατο σύγχρονο κόσμο. Το ελληνικό σχολείο, παρ’ όλες τις διακηρύξεις, κάνει πολύ λίγα γι αυτά. Τα παιδιά στο σχολείο, δια νόμου, δεν πράττουν, δεν κατασκευάζουν, δεν ερευνούν, δεν προτείνουν, δεν δοκιμάζουν, δεν καλλιτεχνούν. Μονάχα ακούνε, αν ακούνε πια τίποτα. Ακόμα και η πρόσφατη εισαγωγή των project εκφυλίστηκε πολύ γρήγορα και κατέληξε, όπως ήταν φυσικό, σε ένα τρόπο συμπλήρωσης ωραρίου των εκπαιδευτικών. Το δασκαλοκεντρικό σύστημα διδασκαλίας απλά παραθέτει γνώσεις σε τεράστια έκταση και βάθος, χωρίς καμιά πειραματική εφαρμογή, ιστορική αναφορά ή σύνδεση με την πραγματικότητα. Τα παιδιά καλούνται να γνωρίσουν έναν εικονικό αλλά και ανούσιο γι αυτά κόσμο, πολύ λιγότερο ενδιαφέρον από τον κόσμο των video games. Με τρόπο απόλυτο, βαρετό, θετικιστικό.  Το μόνο κίνητρο  για να τον προσεγγίσουν, έστω επιδερμικά, είναι η απόκτηση του απολυτηρίου του Λυκείου που οδηγεί στο δικαίωμα συμμετοχής στις πανελλαδικές εξετάσεις εισαγωγής στα ΑΕΙ. Αν καταργηθούν δεν θα ξαναδιαβάσει ποτέ και κανείς τίποτα από αυτά που διδάσκονται.

Από την Α έως την Γ Λυκείου οι μαθητές θεωρούνται «υποψήφιοι». Πείθονται ότι για να πετύχουν στη ζωή πρέπει να κάνουν κτήμα τους τις «γνώσεις» που περιλαμβάνει το κάθε «μάθημα», μόνο από αυτά που κάθε φορά απαιτούνται για την εισαγωγή στη σχολή των «ονείρων» τους. Μια σχολή που επιλέγουν με αμφίβολα κριτήρια (οικογένεια, διαφήμιση, μόδες, τύχη) και για την οποία δεν ξέρουν σχεδόν τίποτα. Δεν γνωρίζουν το περιεχόμενο, τις απαιτήσεις, τις προοπτικές αλλά ούτε και τις δικές τους ικανότητες, καθοριστικό για την ολοκλήρωση των σπουδών τους. Οι 180.000 «αιώνιοι φοιτητές»  δείχνουν του λόγου το αληθές. Έτσι, καλοί στην πλειοψηφία τους μαθητές που   γράφουν γύρω στο 17 μπαίνουν στο 4ετούς φοίτησης Φυσικό της Αθήνας που  έχει μέσο χρόνο απόκτησης πτυχίου τα 7,6 έτη, αφού η Φυσική είναι μια πολύ δύσκολη επιστήμη, το συγκεκριμένο τμήμα έχει μεγάλες απαιτήσεις, αλλά δεν οδηγεί σε προσοδοφόρο επάγγελμα. Αντιθέτως, οι φοιτητές της Ιατρικής που έχουν «εθισθεί» στο διάβασμα για να γράψουν 19 στις εισαγωγικές και έχουν ισχυρό επαγγελματικό κίνητρο, τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα, αφού η 6ετής πολύ «σκληρή» Ιατρική της Αθήνας έχει μέσο χρόνο απόκτησης πτυχίου μόνο τα 6,7 χρόνια.

Το όνειρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και μάλιστα των ειδικοτήτων που οδηγούν σε πολύ καλά αμειβόμενα επαγγέλματα δεν αποτελεί μια ιδιαιτερότητα της φυλής. Είναι αποτέλεσμα του παραγωγικού μοντέλου. Σε μια χώρα που όλη η Οικονομία περιστρέφεται γύρω από το πελατειακό κράτος και τον τριτογενή τομέα, είναι φυσικό οι νέοι και οι νέες να αναζητούν ένα πτυχίο ΑΕΙ για να βρουν θέση, είτε στο Δημόσιο, είτε σε μια καλά προστατευμένη συντεχνία. Σε μια χώρα που υστερεί δραματικά σε παραγωγή και εξαγωγές είναι φυσιολογικό η τεχνική εκπαίδευση να είναι τελείως αναξιόπιστη και απαξιωμένη. Η Ελλάδα παράγει μαζικά «επιστήμονες» ενώ έχει ανάγκη επαγγελματίες με δεξιότητες και μεσαία προσόντα για να σύρουν το κάρο της παραγωγικής ανάταξης και  ανάπτυξης. Η πρόσφατη χρεοκοπία και η εκτεταμένη ανεργία οδηγούν στη μετανάστευση του επιστημονικού δυναμικού για την εκπαίδευση του οποίου οι πολίτες της πληρώνουν αδρά. Το γεγονός ότι το κράτος και το πολιτικό σύστημα εμποδίζουν συστηματικά τις επενδύσεις στην παραγωγή εμπορεύσιμων προϊόντων συντηρεί την εκπαιδευτική στρέβλωση και αυτή καθιστά αδύνατη την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ο ορισμός του φαύλου κύκλου. Η κακή εκπαίδευση είναι άμεσο αποτέλεσμα των πολιτικών μας επιλογών.

Η δευτεροβάθμια εκπαιδευτική βαθμίδα δεν μπορεί να ικανοποιήσει το όνειρο που η ίδια η δομή της κοινωνίας εγκιβωτίζει στα μυαλά και στις ψυχές των παιδιών μας. Αντιθέτως λειτουργεί σαν μια καλοστημένη παγίδα. Με χρόνο διδασκαλίας 160-180 ημέρες το χρόνο αδυνατεί να τους διδάξει επαρκώς τα μύρια όσα ορίζουν τα αναλυτικά προγράμματα. Με διδάσκοντες επιλεγμένους κυρίως μέσω επετηρίδας, χωρίς ουσιαστική επιμόρφωση, χωρίς ικανοποιητικούς μισθούς και κυρίως χωρίς κανένα έλεγχο και αξιολόγηση, το Λύκειο αδυνατεί να επιτελέσει στοιχειωδώς το ρόλο του. Επειδή έχει συνείδηση της ανεπάρκειάς του κατήργησε και την εσωτερική αξιολόγηση των μαθητών του. Κανείς και καμιά δεν μένουν στην ίδια τάξη, ελάχιστοι μένουν μετεξεταστέοι, οι βαθμοί μπαίνουν με «κοινωνικά κριτήρια», για να είναι τα παιδιά του λαού ικανοποιημένα. Στα πλαίσια αυτά καταργήθηκε και η Τράπεζα Θεμάτων αλλά και η συμμετοχή του Λυκείου στο βαθμό πρόσβασης στα ΑΕΙ που έκαναν τις εξετάσεις πιο απαιτητικές και έδιναν ένα κάποιο περιεχόμενο στις σπουδές. Το Λύκειο κρατάει για τον εαυτό του το ρόλο του σχολείου - τράνζιτ,  όπου οι μαθητές περνούν και φεύγουν χωρίς καμιά αξιολόγηση.  Τα μόνα που δεν συζητιούνται μέσα στο σχολείο είναι η ποιότητα της διδασκαλίας και το εκπαιδευτικό αποτέλεσμα. 

Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, ο μαθητής βιώνει και δικαίως, ότι οι 7 ώρες που περνάει κάθε μέρα μέσα στην τάξη είναι ώρες χαμένες από τη ζωή του. Το κλίμα είναι αφόρητα βαρετό αφού δεν συμμετέχει οργανικά στην εκπαιδευτική διαδικασία. Συνήθως, βαριεστημένοι δάσκαλοι τον βομβαρδίζουν συνοπτικά με τσιτάτα, τύπους, τεχνικές, ή και ανέκδοτα. Ωφέλιμο αποτέλεσμα δεν υπάρχει. Στο Λύκειο δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτε το δίπολο εξουσιαστή - εξουσιαζόμενου, αφού απουσιάζουν οι σχέσεις. Το σχολείο μετατρέπεται σε  πραγματικό βασανιστήριο χωρίς βασανιστές από το οποίο όλοι, δάσκαλοι και μαθητές, θέλουν να την κοπανήσουν. Γι αυτό και όλοι ψάχνουν την αφορμή για να μην γίνει μάθημα. H κατάληψη δεν είναι πράξη πολιτικής διαμαρτυρίας. Είναι ευκαιρία για φθινοπωρινές διακοπές, κοπάνα χωρίς απουσία υπό την αιγίδα του κράτους. Είναι όμως το αποτέλεσμα των πολιτικών που ασκήθηκαν στο χώρο της Παιδείας.

Το φροντιστήριο, δηλαδή η παράλληλη διδασκαλία, αποτελεί μονόδρομο για την όποια επιτυχία. Εκεί ο χρόνος επαρκεί, ο δάσκαλος είναι επαγγελματίας και αξιολογημένος εκ του αποτελέσματος, το μάθημα γίνεται πάντοτε, έστω και δασκαλοκεντρικά, αλλά αποκλειστικά με στόχο την επιτυχία. Και τα καταφέρνει. Ούτε εκεί μαθαίνουν σε βάθος τα αντικείμενα, αλλά τουλάχιστον μαθαίνουν να διαχειρίζονται όλα αυτά που θα τους ζητηθούν ώστε να αντεπεξέλθουν στις εξετάσεις. Αυτός ο ανώφελος και χρονοβόρος δυϊσμός, μαζί με όλες τις δυσκολίες της εφηβείας, τις προσδοκίες και τις αγωνίες επιδρούν αρνητικά στον ψυχισμό τους.  Γι αυτό και τελικά λίγοι μαθαίνουν συνήθως λίγα και εν πολλοίς άχρηστα πράγματα για το μέλλον. Με το που τελειώνουν οι εξετάσεις τα περισσότερα παιδιά κάνουν delete στις «γνώσεις» του Λυκείου. Στη σχολή που μπαίνουν αρχίζουν σχεδόν από την αρχή. Έχουν απλά κρατήσει μέσα τους τα στοιχειώδη. Γι αυτό έχει τεράστια σημασία να τα έχουν μάθει σωστά. Η δουλειά στο Γυμνάσιο και την Α Λυκείου είναι καθοριστική. Αλλά στις τάξεις αυτές το ελληνικό δημόσιο σχολείο είναι τελείως ανεπαρκές. Γιατί και εκεί θέλει να τους τα μάθει όλα σε παράλογο βάθος και έκταση με ανεκπαίδευτους για τις τάξεις αυτές δασκάλους με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να μη μαθαίνουν ούτε ανάγνωση, ούτε γραφή, ούτε τις 4 πράξεις. Οι τραγικές επιδόσεις στο σύστημα PISA το μαρτυρούν. Γι αυτό και οι κρατούντες το απαξιώνουν συστηματικά.    

Ένα τέτοιο Λύκειο δεν μπορεί να αποτελέσει αυτόνομη εκπαιδευτική βαθμίδα, γιατί απλά δεν είναι καν εκπαιδευτική βαθμίδα, στην ουσία «δεν υπάρχει», που λένε και τα παιδιά. Δεν έχει σώμα, δεν έχει ιδεολογία, δεν έχει αποστολή, δεν έχει τρόπο. Δεν έχει μέτρηση. Δίνει μόνο αναξιόπιστα απολυτήρια, από Λίαν Καλώς και πάνω. Δεν εκπαιδεύει, δεν θεραπεύει, δεν κοινωνικοποιεί, τελικά δεν αγαπά. Γι’ αυτό και είναι ευάλωτο στον τραμπουκισμό, τον ολοκληρωτισμό, τον οπαδισμό και τις ψυχότροπες ουσίες. Σε πράγματα για τα οποία, συνήθως, αποφεύγουμε να μιλάμε. Είναι κλειστό στους μαθητές και ανοικτό μόνο στους δασκάλους  αφού μέσω αυτού βγάζουν έναν συνήθως χαλαρό  και γλίσχρο επιούσιο, δίνοντας λόγο μόνο στη συνείδησή τους. Ένα σχολείο-τράνζιτ. Άρα, η όποια αλλαγή στο εξεταστικό είναι άνευ περιεχομένου, αφού δεν προσβάλει τον πυρήνα της ιδεολογίας της εκπαίδευσης.  Με κάθε σύστημα θα επιλέγονται όσοι και όσες έχουν αποστηθίσει, σε ανάλογο βαθμό, ανούσιες τεχνικές και πληροφορίες και θα κατανέμονται σε σχολές αμφιβόλου ποιότητας, με αβέβαιο μέλλον.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι έτσι ή αλλιώς τα παιδιά μας κάνουν τελικά αυτό που μπορούν με βάση την ταξική τους καταγωγή, το οικογενειακό τους περιβάλλον, τις φυσικές τους ικανότητες και το βαθμό προσήλωσης στο στόχο τους. Ο γιος και η κόρη των εύπορων γονέων θα κάνει καλύτερα και ακριβότερα ιδιαίτερα, θα πάει ενδεχομένως σε ένα αξιοπρεπές ιδιωτικό σχολείο και θα αυξήσει τις πιθανότητες να μπει στην Ιατρική, τη Νομική ή το Πολυτεχνείο. Γι αυτές τις σχολές  γίνονται οι εξετάσεις. Τα θέματα στα Μαθηματικά και τη Φυσική, στα πιο δύσκολα δηλαδή μαθήματα, φροντίζουν να δικαιώσουν ακριβώς αυτούς. Δηλαδή, τους καλύτερα φροντιστηριακά εκπαιδευμένους. Κάποιοι από τους «επιτυχόντες» θα είναι και οι εξυπνότεροι ή οι ικανότεροι, ώστε να στελεχώσουν τις ελίτ του μέλλοντος. Γι αυτό εξάλλου  και η νέα διακυβέρνηση φρόντισε να χαλάσει τα δημόσια Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία. Ίσως για να μην αλλοιωθούν οι ταξικές ανισότητες.      


ΥΓ. Μια πρόταση ενός άλλου Λυκείου σε ένα επόμενο άρθρο.