Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Μη κρατικά πανεπιστήμια, τώρα


του Λεωνίδα Καστανά

H κατάσταση στα εκπαιδευτικά μας πράγματα δεν σώζεται ούτε με ευχολόγια, ούτε με ημίμετρα. Και οι πρυτάνεις να φύγουν από τα Πανεπιστήμια, οι ποικίλες ομάδες συμφερόντων, τα κόμματα της Αριστεράς, οι αδιάφοροι «φοιτητές», οι καθαριστές, η κυβέρνηση όλο κάτι θα σκαρφιστούν για να τα τινάξουν στον αέρα. Τα Συμβούλια Διοίκησης, που με τόσο κόπο εκλέχτηκαν, αμφιβάλλω αν θα καταφέρουν να τα βάλουν σε ρότα καλής λειτουργίας. Είκοσι άνθρωποι, όσο ικανοί και σημαντικοί και αν είναι, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι έχουν κοινή αντίληψη (που δεν έχουν) είναι αδύνατον να τιθασεύσουν όλους αυτούς που είτε από αδιαφορία, είτε από έλλειψη κουλτούρας, είτε από ιδιοτελή συμφέροντα ορμώμενοι συμβάλλουν στην καταστροφή. Το αποτέλεσμα είναι ότι η διδασκαλία και η έρευνα δεν λειτουργούν απρόσκοπτα, ενίοτε δε λειτουργούν καθόλου. Το πανεπιστήμιο και η Πολιτεία δεν κάνουν τίποτα για να προστατεύσουν τους φοιτητές που θέλουν να σπουδάσουν πραγματικά. Πολλά προγράμματα σπουδών είναι αναχρονιστικά, οι χώροι αποκρουστικοί, οι υπηρεσίες τριτοκοσμικές. Οι λιγοστές οάσεις που μεγαλουργούν είτε στην Ελλάδα, είτε στο εξωτερικό (πχ λέγε με Πανεπιστήμιο Κρήτης) αξίζουν τριπλά συγχαρητήρια αλλά δεν δικαιώνουν τα δις που ξοδεύονται συνολικά στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Είναι έργο ηρώων αλλά η εκπαίδευση δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε ήρωες. Χρειάζεται συλλογική προσπάθεια και εφαρμογή ορθολογικών νόμων, υλικά που απουσιάζουν.

Στη Μέση Εκπαίδευση τα πράγματα είναι ακόμα πιο τραγικά. Το σημερινό Λύκειο απλά δεν υπάρχει. Όλη η λειτουργία του Γενικού Λυκείου είναι προσανατολισμένη στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Και μετά την πρόσφατη μεταρρύθμιση, οι μαθητές και οι μαθήτριες από την Α έως τη Γ Λυκείου ασχολούνται αποκλειστικά με την προετοιμασία τους για τη «μεγάλη ημέρα», εμπιστευόμενοι αποκλειστικά τα Φροντιστήρια. Τα Επαγγελματικά Λύκεια μοιράζουν απλόχερα «πτυχία ειδικότητας» και «απολυτήρια» σε μαθητές και «μαθητές» που στην πλειοψηφία τους αδυνατούν να κάνουν τις τέσσερις πράξεις χωρίς τη βοήθεια του κινητού τους. Με τις καταλήψεις, τις συνελεύσεις, τις αργίες, τις καθυστερημένες τοποθετήσεις διδασκόντων, τις πολλές χαμένες ώρες και τις πανελλαδικές εξετάσεις, η σχολική χρονιά έχει συρρικνωθεί δραματικά.  Και να θέλει κάποιος να δουλέψει σοβαρά είναι αδύνατον. Η σχολική διαρροή συνεχώς αυξάνεται. Οι οργανικά αναλφάβητοι πολλαπλασιάζονται.

Και όμως το 2011 ξοδεύτηκαν 14.7 δις Ευρώ για εκπαιδευτικές ανάγκες εκ των οποίων τα 5.2 δις από τις τσέπες των πολιτών. Μισό περίπου δις πήγε στα φροντιστήρια. Τελικά στην Ελλάδα είναι αδύνατον να διδαχθείς στο δημόσιο σχολείο Μαθηματικά, Φυσική, Ελληνικά, μια ξένη γλώσσα, ένα μουσικό όργανο, ή τα βασικά μιας τέχνης, ακόμα και να γυμναστείς,  χωρίς να πληρώσεις άμεσα. Σήμερα στη δημόσια εκπαίδευση υπηρετούν 151.386 μόνιμοι εκπαιδευτικοί, 68.666 στην Πρωτοβάθμια και 82.720 στη Δευτεροβάθμια. Τρομακτικός αριθμός, αναλογικά ο μεγαλύτερος στην Ευρώπη. Αλλά εκπαίδευση δεν έχουμε.

Η ελληνική οικογένεια δεινοπαθεί για να στείλει τα παιδιά της στα ΑΕΙ αλλά αυτά είναι συνήθως κλειστά ή λειτουργούν πλημμελώς. Υπάρχουν σχολές  που λόγω ελλείψεως προσωπικού είναι αδύνατον να διαχειριστούν το δυσανάλογο αριθμό των φοιτητών τους. Πέντε διαταραγμένοι μπορούν να βάλουν λουκέτο σε ένα Πολυτεχνείο. Το σύστημα των Εξετάσεων στέλνει χιλιάδες μαθητές σε σχολές που δεν αποτελούν ούτε 5η επιλογή τους. Γράφονται αλλά δεν παρακολουθούν, αφού δεν γουστάρουν. Για μια  λάθος, απάντηση, για λίγα μόρια, χάνουν για πάντα την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν το όνειρό της ζωής τους ή πρέπει να ξενιτευτούν. Την ίδια στιγμή το παράλογο σύστημα επιτρέπει να εισέλθουν στα ΑΕΙ μαθητές με επιδόσεις πολύ κάτω της βάσης του 10. Πως είναι δυνατόν  να προχωρήσουν οι αναλφάβητοι στο πανεπιστήμιο; Το αποτέλεσμα είναι, σε πολλές σχολές, ο μέσος χρόνος απόκτησης πτυχίου να ξεπερνά τα 8 χρόνια.

Όλα αυτά τα απίθανα και όμως Ελληνικά δεν φαίνεται να απασχολούν την Πολιτεία η οποία εξαγγέλλει μεταρρυθμίσεις και αλλαγές που συνήθως είναι σχεδιασμένες στο πόδι. Που πάντοτε λαμβάνουν υπόψη τους την απασχόληση του προσωπικού και όχι τα σύγχρονα προγράμματα σπουδών που εφαρμόζει όλος ο προηγμένος κόσμος. Αλλά και όταν είναι αξιόλογες, όπως ο Νόμος 4009/11 της Άννας Διαμαντοπούλου συναντούν τη λυσσαλέα  αντίδραση ομάδων συμφερόντων και κομμάτων και ακυρώνονται στην πράξη. Τα Ελληνικά ΑΕΙ λειτουργούν αποκλειστικά για τους εργαζόμενους σε αυτά και τους κομματικούς στρατούς τους. Μέχρι χτες προετοίμαζαν κυρίως κρατικούς υπαλλήλους και πάροχους υπηρεσιών κλειστών επαγγελμάτων. Σήμερα, μέσα την βαθιά και ολοκληρωτική κρίση δείχνουν να τα έχουν χαμένα. Γιατί, αλήθεια, η Ελλάδα χρειάζεται 5 κρατικές αρχιτεκτονικές σχολές;

Μια λύση θα ήταν η στροφή στην τεχνική εκπαίδευση. Συρρίκνωση των κρατικών πανεπιστημίων, μείωση του αριθμού των εισακτέων, και επανίδρυση της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Αυτό θα ενίσχυε τη χρηματοδότηση των ΑΕΙ, και θα αναβάθμιζε το διδακτικό προσωπικό τους. Αν μάλιστα έβρισκαν τρόπο να συνδεθούν με τα αναμορφωμένα ερευνητικά κέντρα το αποτέλεσμα θα ήταν πολλαπλά θετικό. Παράλληλα, η στροφή αυτή θα απαιτούσε νέα σύγχρονη σχεδίαση της δευτεροβάθμιας και μεταδευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης, αξιολόγηση και επιλογή νέων διδασκόντων, σύνδεση των προγραμμάτων με τις ανάγκες της αγοράς, χορηγίες, φίλτρα επιλογής των μαθητών  και αυστηρή αξιολόγησή τους. Αν η Ελλάδα θέλει να αναπτυχθεί χρειάζεται πιστοποιημένο και εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό, που δεν το έχει. Δεν θέλει «πτυχιούχους» αλλά καλούς γνώστες του αντικειμένου τους. Και τα σημερινά ΕΠΑΛ και ΙΕΚ μόνο τέτοιους δεν παράγουν.

Ωστόσο κανείς δεν μας εγγυάται ότι οποιαδήποτε αλλαγή στα πανεπιστήμια, όσο ορθολογική και αν είναι έχει ελπίδες να επιβιώσει μέσα στο κλίμα που προαναφέραμε. Και εδώ η λύση είναι, ως συνήθως, το by pass. Αναθεώρηση της διάταξης του άρθρου 16 του Συντάγματος και Ίδρυση μη κρατικών Ελληνόγλωσσων ή Ξενόγλωσσων Πανεπιστημίων. Η μόνη πραγματική μεταρρύθμιση που πρέπει και μπορεί να γίνει άμεσα με ένα άρθρο και ένα νόμο. Μπορούν να ιδρυθούν από τα  Ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια, ή από αυτά του εξωτερικού ως παραρτήματα, από επιχειρηματικούς ομίλους, τράπεζες, νοσοκομεία, επιμελητήρια, ιδρύματα, ευεργέτες, χορηγούς κλπ. Θα προσελκύσουν Έλληνες και ξένους, κυρίως Άραβες και Βαλκάνιους φοιτητές. Θα καταστήσουν την Ελλάδα πνευματικό και ερευνητικό σταυροδρόμι. Θα φέρουν ξένο χρήμα, θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και θα παράγουν πλούτο.  Με τη ζήτηση που υπάρχει στην Ελλάδα για ανώτατη μόρφωση, τη μείωση των μισθών και του κόστους οικοπέδων και κατασκευών τέτοιες επενδύσεις είναι οικονομικά εφικτές. Τα παραδείγματα της Αγγλίας, της Σκοτίας, της Κύπρου, της Τουρκίας ή της Τσεχίας μας είναι γνωστά αφού χιλιάδες ελληνόπουλα σπουδάζουν ήδη εκεί. Αν σήμερα ένας φοιτητής που σπουδάζει σε μια ξένη πόλη χρειάζεται τουλάχιστον 10.000 Ευρώ το χρόνο για αμφίβολης ποιότητας κρατικές  υπηρεσίες δεν βλέπω γιατί να μη διαθέσει το ποσό αυτό για σπουδές σε ένα μη κρατικό ίδρυμα υψηλού επιπέδου.
 
Τα σοβαρά μη κρατικά πανεπιστήμια δεν είναι κερδοσκοπικοί επιχειρηματικοί οργανισμοί. Πουθενά στον κόσμο δεν είναι. Είναι ιδρυματικού χαρακτήρα, μη κερδοσκοπικά, με τη χυδαία έννοια του όρου και αξιοκρατικά. Συνεργάζονται με τα αντίστοιχα κρατικά, τα ερευνητικά κέντρα, τις ιδιωτικές και δημόσιες εταιρίες, προάγουν την έρευνα, την καινοτομία και τη γνώση. Θα απορροφήσουν χιλιάδες Έλληνες επιστήμονες με σπουδές υψηλού επιπέδου και διδακτορικό. Θα βοηθήσουν και τα κρατικά ιδρύματα να βελτιωθούν μέσω  του ανταγωνισμού. Θα απαλλάξουν τα κρατικά από χιλιάδες αιώνιους φοιτητές  που λόγω έλλειψης οριζόντιας κινητικότητας κόλλησαν και τα παράτησαν. Θα θεσμοθετήσουν  υποτροφίες για οικονομικά αδύναμους αλλά ικανότατους μαθητές, αμβλύνοντας τελικά τις ταξικές διαφορές. Έχουμε χρέος να παρέχουμε στην Ελλάδα υψηλού επιπέδου μη κρατικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες για όσους το επιθυμούν, παράλληλα με τις κρατικές αντίστοιχου επιπέδου.

Τα  μη κρατικά εκπαιδευτικά ιδρύματα θα βοηθήσουν πολύ και τη Μέση Εκπαίδευση. Χιλιάδες παιδιά που ξέρουν ότι μέσω των πανελλαδικών εξετάσεων είτε δεν θα σπουδάσουν αυτό που επιθυμούν, είτε θα πρέπει να μεταναστεύσουν στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, θα απαλλαγούν από το άγχος και θα απολαύσουν όπως πρέπει τα μαθητικά τους χρόνια. Το Λύκειο θα αποκτήσει και πάλι τον παιδευτικό του χαρακτήρα. Θα προετοιμάζει τους μαθητές του στις βασικές γνώσεις για να περάσουν ήρεμα στην επόμενη βαθμίδα και όχι για να αντιμετωπίσουν τα καπρίτσια των ιεροεξεταστών του Υπουργείου Παιδείας. Η Ελλάδα επιτέλους θα άρει μια από τις πολλές στρεβλώσεις τις, θα συγχρονίσει το βηματισμό  της με το σύγχρονο κόσμο. Τα μη κρατικά ΑΕΙ θα καθορίσουν τα δικά τους κριτήρια επιλογής των μαθητών, με βάση τις ειδικότητες που διαθέτουν και τα οποία προφανώς θα λαμβάνουν υπόψη τους, όχι τη γνώση στείρων τεχνικών επίλυσης εξωπραγματικών προβλημάτων, αλλά τη γενικότερη συγκρότηση του ατόμου, τα ταλέντα και τις δεξιότητές του. Είναι αυτονόητο ότι τα ιδρύματα αυτά θα υπόκεινται στους διεθνείς κανόνες αξιολόγησης.

Η ανώτατη εκπαίδευση χρειάζεται φρέσκο αέρα και η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων μπορεί να της τον δώσει. Γιατί θα καταδείξει στην πράξη την παθογόνα δράση των συντεχνιών και θα αναγκάσει την Πολιτεία να προβεί σε συνολικές δραστικές αλλαγές. Γιατί θα αποτελεί  αλλαγή παραδείγματος. Τότε θα φαντάζει τελείως ανάρμοστο οι δημόσιες σχολές να παραμένουν κλειστές Νοέμβρη μήνα. Η κατάληψη θα είναι αδιανόητη και όχι μια φυσιολογική πράξη. Το ελληνικό κρατικό πανεπιστήμιο αναγκαστικά θα συρρικνωθεί όπως του πρέπει. Και αν δεν προσαρμοστεί στη σύγχρονη εποχή δεν θα επιβιώσει. Είναι καιρός να τολμήσουμε μια πραγματική αλλαγή στην ανώτατη εκπαίδευση. Η κοινωνία μας δεν είναι απλά ώριμη. Το απαιτεί.      

 

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Η αλήθεια για τα πανεπιστήμια

Bάσω Κιντή
Tο Πανεπιστήμιο Αθηνών είναι κλειστό επί δύο μήνες. Γιατί; Απεργούν οι διοικητικοί υπάλληλοι. Είναι όμως λογικό να απεργεί ένα μέρος του προσωπικού ενός θεσμού και αυτός να βάζει λουκέτο επί δύο μήνες; Είναι λογικό να απεργούν π.χ., οι γιατροί ενός νοσοκομείου και να πετιούνται έξω οι ασθενείς; Κι όμως αυτό συμβαίνει στο πανεπιστήμιο. Απεργούν οι διοικητικοί υπάλληλοι και πετιούνται έξω οι φοιτητές και οι καθηγητές. Δεν γίνονται μαθήματα, δεν γίνονται εξετάσεις, δεν έχουν εγγραφεί οι πρωτοετείς, δεν μπορούν να εργαστούν και δεν αμείβονται ερευνητές σε διεθνή προγράμματα, δεν μπορούν να πάνε στα γραφεία τους οι καθηγητές. Και ενώ προγραμματισμένες συνεδριάσεις και διεθνή συνέδρια (αν δεν ματαιώνονται) γίνονται εκτός πανεπιστημίου γιατί τα αμφιθέατρα είναι απροσπέλαστα και κλειδαμπαρωμένα για τους ακαδημαϊκούς, αυτά ανοίγουν για να δεχθούν τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης αλλά και σωματεία εργαζομένων που ουδεμία σχέση έχουν με το πανεπιστήμιο. [Π.χ., τα σωματεία των εργαζομένων στις εταιρίες Wind και Vodafone, ο Σύλλογος Δανειζομένου Προσωπικού Τραπεζικού Τομέα (ΣΥΔΑΠΤΤ), ο σύλλογος εργαζομένων στην Ethnodata, θα αναδείξουν από κοινού με τους διοικητικούς υπαλλήλους που απεργούν, σε συνέντευξη τύπου, την «αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων που επιβάλει η κυβέρνηση και η τρόικα σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, καταργώντας τη μισθωτή εργασία και μετατρέποντας τους εργαζόμενους σε σκλάβους των εργολαβικών εταιριών.»] Επίσης η Πανεπιστημιούπολη, που είναι κλειστή για την ακαδημαϊκή κοινότητα, ανοίγει «με έγκριση των πρυτανικών αρχών» για να γίνει το Σάββατο 9/11 το «3ο παζάρι προϊόντων Χωρίς Μεσάζοντες από το Δίκτυο Αλληλεγγύης Ζωγράφου»
Στα απαγορευμένα στους φοιτητές και καθηγητές κτίρια κυκλοφορούν επίσης και οι λεγόμενοι ‘αλληλέγγυοι’, πρόσωπα άσχετα με το πανεπιστήμιο, αλλά καθώς φαίνεται σχετικά με πολιτικές νεολαίες, οι οποίοι (και οποίες) συμμετέχουν στην περιφρούρηση και διέκοψαν εξετάσεις που στην αρχή της κρίσης είχε γίνει απόπειρα να διεξαχθούν. Όταν επισημάνθηκε τότε στους ‘αλληλέγγυους’ από τους υπεύθυνους καθηγητές ότι αυτό που κάνουν δεν είναι δημοκρατικό, απάντησαν ευγενέστατα «στ’ αρχ..ια μας» και είπαν ότι περιφρονούν τη δημοκρατία μας και δεν είναι δημοκράτες.
Να σημειώσουμε ότι στο Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν υπάρχει αντίστοιχη των διοικητικών απεργία των καθηγητών ούτε αποφάσεις των φοιτητών για καταλήψεις. Μόνο 2-3 σύλλογοι ΔΕΠ, από τους πολλούς του Πανεπιστημίου, αποφάσισαν να απέχουν από τα διδακτικά τους καθήκοντα (δώρον άδωρον αφού τα κτίρια είναι έτσι κι αλλιώς κλειστά) μετά από συνελεύσεις των γνωστών πλέον διαδικασιών. Ενδεικτικά, η απόφαση για αποχή της τελευταίας συνέλευσης των μελών ΔΕΠ της Σχολής Θετικών Επιστημών (με αριθμό μελών ΔΕΠ πάνω από 400 άτομα) που έγινε στις 29/10/2013, ελήφθη με 25 ψήφους υπέρ, 17 κατά, 9 λευκά και 1 αποχή ενώ για να θεωρείται ότι η συνέλευση έχει απαρτία αυτή συνεχίζεται διακεκομμένα ανά εβδομάδα από τον Σεπτέμβριο (ως να είναι η ίδια συνέλευση). Επιπλέον, η διαχείριση της κεντρικής ιστοσελίδας του ΕΚΠΑ και η διακίνηση ηλεκτρονικών μηνυμάτων σε όλο το Πανεπιστήμιο, έχει περάσει από τα υπεύθυνα όργανα, στα χέρια των απεργιακών επιτροπών χωρίς καμία επίσημη αντίδραση. Λάβαμε όλοι, π.χ., πρόσφατα ανυπόγραφη ανακοίνωση των Δυνάμεων του ΠΑΜΕ.
Γιατί όμως γίνεται η απεργία των διοικητικών; Διότι η κυβέρνηση αποφάσισε ότι θα φύγουν 1.349 διοικητικοί υπάλληλοι από 8 ΑΕΙ της χώρας, 498 από τους οποίους από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πώς το αποφάσισε αυτό η κυβέρνηση; Διά της μεθόδου που απεικονίζεται σε περυσινή γελοιογραφία του Πετρουλάκη.
Οι τρεις αρχηγοί της τότε συγκυβέρνησης, Σαμαράς, Βενιζέλος, Κουβέλης, τραβούν κλήρο για να δουν ποιος θα υποστεί τη φορολογική επιβάρυνση. Το «8» βγάζει με κλειστά μάτια από την κληρωτίδα ο Βενιζέλος. Το «8» είναι τα μπλοκάκια, βρίσκει ο Κουβέλης στα τεφτέρια του. Κάπως έτσι αποφασίστηκε ότι τη συμμετοχή στη διαθεσιμότητα στα ΑΕΙ θα την πληρώσουν οι διοικητικοί υπάλληλοι των συγκεκριμένων πανεπιστημίων.
Η κυβέρνηση είχε υπογράψει από τον προηγούμενο Νοέμβριο τη δέσμευση για διαθεσιμότητα ενός συγκεκριμένου αριθμού υπαλλήλων από το δημόσιο. Σ’ αυτή έπρεπε να συμμετέχει και το Υπουργείο Παιδείας, αφού διαθέτει μεγάλο αριθμό υπαλλήλων. Έγινε η αρχή από τις άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης και δεν μπορούσε, ούτε θα ήταν δίκαιο, να εξαιρεθεί η τριτοβάθμια. Ωστόσο, οι βυζαντινολογίες περί διαθεσιμότητας, κινητικότητας κ.λπ. στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα όλο τον προηγούμενο χρόνο ανέβαλλαν ή και καθησύχαζαν υπουργεία και ενδιαφερόμενους ότι όλα θα παραπεμφθούν, ως συνήθως, στις ελληνικές καλένδες και το μέτρο δεν θα εφαρμοστεί.
Όταν το καλοκαίρι ανέλαβε νέος υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και έφθασε ο κόμπος στο χτένι με την πίεση της τρόικας, ζήτησε το Υπουργείο Παιδείας από τα συγκεκριμένα πανεπιστήμια να αξιολογήσουν τις δομές τους και το προσωπικό με ασφυκτικές προθεσμίες (ως τις 15 Σεπτεμβρίου) ώστε να υλοποιηθεί το μέτρο της διαθεσιμότητας. Τα πανεπιστήμια ανταποκρίθηκαν με τον τρόπο που γνωρίζουν, είτε οι προθεσμίες είναι ασφυκτικές είτε ελαστικές: δεν συνεργάστηκαν. Με την εξαίρεση του Πανεπιστημίου Κρήτης που υπέβαλε μία επεξεργασμένη έκθεση (στην οποία, πάντως, δεν εμφανιζόταν κανείς διοικητικός υπάλληλος να περισσεύει), αρνήθηκαν να κάνουν αξιολόγηση και υποστήριξαν με διάφορες αναλογίες ότι όχι μόνο δεν περισσεύει κανείς, αλλά αντίθετα υπάρχει στα πανεπιστήμια έλλειψη διοικητικών υπαλλήλων. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών π.χ. υποστήριξε ότι με βάση το οργανόγραμμα που έκανε χρειάζεται 600 επιπλέον άτομα.
Τα νούμερα που χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογηθούν τόσο οι θέσεις του υπουργείου όσο και πανεπιστημίων ήταν εν πολλοίς αυθαίρετα και σε ορισμένες περιπτώσεις αντιφατικά. Ο πρύτανης π.χ. του ΕΚΠΑ ανέφερε στην επιστολή του στον πρωθυπουργό (25/9) ότι ο αριθμός των προπτυχιακών φοιτητών του ιδρύματος είναι 107.000, ενώ σε έγγραφό του προς το Υπουργείο Παιδείας (21/8) 46.500. Το δε υπουργείο παρουσίασε εκ των υστέρων, μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, τη μελέτη τεκμηρίωσης για τις αποφάσεις του χωρίς να πείσει για τα κριτήρια που χρησιμοποίησε τόσο για τον προσδιορισμό του αριθμού όσο και των κατηγοριών των υπαλλήλων προς διαθεσιμότητα.
Πανεπιστήμια και διοικητικοί, για να αμφισβητήσουν το υπουργείο, επικαλούνται τις αναλογίες μεταξύ ΔΕΠ και διοικητικού προσωπικού που υπάρχουν στο εξωτερικό, για να δείξουν ότι υστερούμε σημαντικά ξεχνώντας δύο πράγματα:
1. Ότι στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από συγκρίσεις και από το ιδεωδώς σωστό, έχουμε ένα χρεοκοπημένο κράτος. Πολύ απλά δεν υπάρχουν χρήματα για να συντηρείται ο δημόσιος τομέας που είχαμε. Θα ήταν λογικό και δίκαιο να εξαιρεθούν τα πανεπιστήμια, μόνο αυτά, από τις περικοπές που έγιναν εν γένει στο προσωπικό του δημόσιου τομέα;
2. Ότι η κατάσταση στο εξωτερικό είναι πολύ διαφορετική. Π.χ., στη Μ. Βρετανία και στις ΗΠΑ τα πανεπιστήμια έχουν μεγάλους αριθμούς διοικητικών υπαλλήλων διότι παίρνουν χαρακτηριστικά υπερτροφικών εταιρειών και διότι ενδιαφέρονται να προσελκύσουν με ανταγωνιστικό τρόπο φοιτητές και να τους έχουν ικανοποιημένους. Γι’ αυτό υπάρχουν διαμαρτυρίες για το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο και εκφράζονται αντιρρήσεις για την έμφαση που δίνεται στις εξω-ακαδημαϊκές υπηρεσίες προς τους φοιτητές (πολυτελείς φοιτητικές εστίες, χώροι αναψυχής, κ.λπ.), τις οποίες χειρίζονται διοικητικοί υπάλληλοι, εις βάρος της υποστήριξης της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της πρόσληψης μελών ΔΕΠ (βλ. σχετικά το βιβλίο The Fall of the Faculty του Benjamin Ginsberg, Oxford, 2011). Είναι ενδεικτικό ότι, μεταξύ του 1975 και 2005, στις ΗΠΑ η αύξηση του ανώτερου και κατώτερου διοικητικού προσωπικού ήταν 85% και 240% αντίστοιχα, ενώ η αύξηση των μελών ΔΕΠ 51%. Όσοι διαμαρτύρονται για τους κινδύνους του επιχειρηματικού πανεπιστημίου θα πρέπει να ξέρουν ότι ακριβώς η τάση προς το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο αυξάνει τον αριθμό των διοικητικών, καθώς υποβαθμίζει την ακαδημαϊκή διαδικασία και τον ρόλο των καθηγητών.
Το Πανεπιστήμιο Αθηνών υποστήριξε επισήμως το καλοκαίρι ότι αδυνατεί να λειτουργήσει αν χάσει έστω και έναν από τους υπαλλήλους του (αφού άλλωστε του έλειπαν 600). Ωστόσο, με την εκπνοή της προθεσμίας για την απογραφή των διοικητικών δημοσιοποιήθηκε Ανοιχτή Επιστολή μελών έως τώρα της Συγκλήτου (αντιπρυτάνεων, κοσμητόρων, προέδρων τμημάτων) στην οποία ανακαλύπτεται ότι ένας αριθμός 400 περίπου υπαλλήλων διαφόρων κατηγοριών (μεταξύ των οποίων και αυτοί που είναι αδικαιολόγητα απόντες από την υπηρεσία) θα μπορούσε να ενταχθεί κατά προτεραιότητα στο μέτρο της διαθεσιμότητας χωρίς να επηρεαστεί σοβαρά η λειτουργία του πανεπιστημίου. Προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι δημοσιοποιούνται τώρα, κατόπιν εορτής, τα στοιχεία αυτά τα οποία διακινούνταν ανεπισήμως –και από επίσημα χείλη– όλο το προηγούμενο διάστημα, τότε που οι αποφάσεις της Συγκλήτου, χωρίς κατά κανόνα διαφοροποιήσεις, προέβαλλαν μια διαφορετική εικόνα λέγοντας ότι όλοι οι υπάλληλοι του ΕΚΠΑ, μηδενός εξαιρουμένου, είναι απαραίτητοι.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Είναι απολύτως κατανοητό και σεβαστό οι διοικητικοί υπάλληλοι να απεργούν και να διαμαρτύρονται καθώς ανατρέπεται βάναυσα και, κυρίως αυθαίρετα, η ζωή τους. Αυτό όμως που είναι θλιβερό και προκαλεί αγανάκτηση είναι ότι τη δύσκολη κατάσταση των υπαλλήλων αυτών εκμεταλλεύονται κυνικά ομάδες εντός και εκτός πανεπιστημίου για να προαγάγουν τις δικές τους πολιτικές και προσωπικές στοχεύσεις. Αντί να προστατευθούν, με έγκαιρη αξιολόγηση και σοβαρή διαπραγμάτευση, οι ευσυνείδητοι υπάλληλοι που υποστηρίζουν με τη δουλειά τους το πανεπιστήμιο, θυσιάζονται με τα οριζόντια μέτρα εν ονόματι μιας ακραίας αντιπολιτευτικής γραμμής που φαντασιώνεται, όπως διαδίδεται, την πτώση της κυβέρνησης (ναι, πτώση της κυβέρνησης από απεργία διοικητικών υπαλλήλων 2 ΑΕΙ). Θυσιάζονται οι ευσυνείδητοι υπάλληλοι για να προστατευθούν ακόμη κι αυτοί που, ενώ βαφτίστηκαν, εν μια νυκτί, με τον νόμο Παυλόπουλου, στην αρχή ερευνητές και μετά διοικητικοί υπάλληλοι, στη συνέχεια εμφανίζονται αδικαιολογήτως απόντες από την υπηρεσία, όπως αναγνωρίζουν όσοι υπογράφουν την Ανοιχτή Επιστολή.
Δυστυχώς, για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια, παρακολουθούμε μια οικτρή μειοψηφία να καταδυναστεύει το πανεπιστήμιο, να κρατά ομήρους χιλιάδες φοιτητές, να καταστρέφει ερευνητικό έργο, να εξευτελίζει δημοκρατικά δικαιώματα και αξίες. Δεν δίστασαν όσοι την αποτελούν να εκμεταλλευτούν ανενδοίαστα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ακόμη και τη λαχτάρα των νεαρών πρωτοετών φοιτητών και φοιτητριών να γνωρίσουν τους πανεπιστημιακούς χώρους στους οποίους τόσο μόχθησαν αυτοί και οι οικογένειές τους να βρεθούν. Με πρόσχημα μια δήθεν υποδοχή που οργάνωσαν απεργούντες σύλλογοι, τους χρησιμοποίησαν ως ακροατήριο-όμηρο για να βγάζουν λόγους. Δεν διστάζουν επίσης να εκμεταλλευτούν για τις πολιτικές στοχεύσεις τους τις φοβίες και τις ανασφάλειες των μελών ΔΕΠ στις δύσκολες εποχές που διανύουμε, διαδίδοντας ασταμάτητα ατεκμηρίωτες φήμες για πογκρόμ διωγμών. Αντιμάχονται, ισχυρίζονται, την ιδιωτικοποίηση του δημόσιου Πανεπιστημίου αλλά αποκρύπτουν, ή δεν θέλουν, να δουν ότι το πανεπιστήμιο –δημόσια περιουσία και δημόσιος θεσμός–, βρίσκεται ήδη στα χέρια λίγων ιδιωτών, έχει γίνει φέουδο επιμέρους ομάδων, που το μεταχειρίζονται κατά τα δοκούν με πλήρη αδιαφορία για το δημόσιο συμφέρον.
Θύματα όλης της κατάστασης, όπως έχει διαμορφωθεί, δεν είναι μόνο οι ευσυνείδητοι διοικητικοί υπάλληλοι που πραγματικά θίγονται με το μέτρο της διαθεσιμότητας. Είναι οι σοβαροί ακαδημαϊκοί που δεν μπορούν να φθάσουν στα εργαστήρια για να κάνουν την έρευνά τους, είναι οι ερευνητές, έλληνες και ξένοι, που μετέχουν σε ερευνητικά προγράμματα και δεν μπορούν να πληρωθούν (ενώ πληρώνονται όλοι οι υπόλοιποι), είναι διεθνείς ακαδημαϊκές και ερευνητικές συμφωνίες και υποχρεώσεις. Μα πάνω απ’ όλα είναι οι φοιτητές, προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί, που αντιμετωπίζονται ως ο τελευταίος τροχός της αμάξης. Κινδυνεύει να χαθεί το εξάμηνο και λίγους απασχολεί. Πολλοί καθηγητές κάνουν την έρευνά τους από το σπίτι τους (όταν δεν έχουν ανάγκη εργαστηρίων) ή ασκούν, χωρίς το βάρος της πανεπιστημιακής διδασκαλίας, το επάγγελμά τους από το γραφείο τους. Η μόρφωση των φοιτητών ήταν πάντα υποτιμημένη στο ελληνικό πανεπιστήμιο και τώρα φαίνεται να μην ενδιαφέρει κανέναν. Τι κι αν δεν κάνουν μάθημα οι φοιτητές; Κάποτε θα δώσουν εξετάσεις και κάποτε θα πάρουν το πτυχίο τους. Τι αξία θα έχει όμως αυτό όταν δεν θα αντιστοιχεί σε επί της ουσίας γνώσεις; Πάνε πια οι εποχές που από μόνο του το χαρτί μπορούσε να εξασφαλίσει θέσεις στο ελληνικό δημόσιο. Η ελληνική νεολαία εγκαταλείπεται στη μοίρα της και το ελληνικό πανεπιστήμιο καταρρέει.
Τι μπορεί να γίνει; Δυστυχώς τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Οι αρμοδιότητες των Συμβουλίων που έχουν την ευθύνη να εποπτεύουν τα Ιδρύματα έχουν ξεδοντιαστεί με τις αναθεωρήσεις του νόμου οι οποίες υποστηρίχθηκαν ακριβώς από τις δυνάμεις που θέλουν τα πανεπιστήμια φέουδα. Η μόνη ελπίδα είναι να αντιδράσει η κοινωνία και να κινητοποιηθεί η μεγάλη πλειονότητα πανεπιστημιακών και φοιτητών. Το ακαδημαϊκό και δημοκρατικό ήθος τους μπορεί να διασώσει το πανεπιστήμιο και να περιθωριοποιήσει τις ηχηρές και ανεύθυνες ομάδες που το υπονομεύουν, ενώ δήθεν κόπτονται για την προστασία του.