Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Ρεπούση Vs Καλογήρου: 2 κείμενα για τα ΑΕΙ




Ο τρίτος δρόμος για την ανώτατη εκπαίδευση


Μαρία Ρεπούση   από τα Νέα

Η Ανανεωτική Αριστερά ήταν πάντα η Αριστερά του τρίτου δρόμου. Βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές υποστηρίζαμε πάντα με όσο το δυνατόν μεγαλύτερες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις. Μεταρρυθμίσεις που θα μεταβάλουν τις κοινωνικές δομές, τις κοινωνικές σχέσεις, τις νοοτροπίες, τις πρακτικές ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν τα μεγάλα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου, να δίνουν λύσεις αποτελεσματικές και κοινωνικά δίκαιες.
Ο τρίτος δρόμος στα πανεπιστήμια όπως και συνολικά στην κοινωνία δεν είναι ο εύκολος δρόμος. Λόγος πολύχρωμος και με αποχρώσεις, πιεζόταν και εξακολουθεί να πιέζεται από ακραίες λογικές που είμαι βέβαιη ότι θα αναγνωρίσετε σε κείμενα και σε λόγους συναδέλφων που δημοσιεύονται τελευταία στις εφημερίδες και φιλοξενούνται στα ΜΜΕ. Ακραίες φιλελεύθερες και τιμωρητικές προς τα πανεπιστήμια λογικές από τη μια που ορκίζονται στο όνομα του πρόσφατου νόμου και θεωρούν ιεροσυλία οποιαδήποτε διορθωτική κίνηση θα τον έκανε περισσότερο λειτουργικό ή αποδεκτό, ακραίες και στην ουσία, στο περιεχόμενο της μεταρρύθμισης και στους τρόπους προώθησής της.
Εκπορεύθηκαν κυρίως από το υπουργείο Παιδείας της κυβέρνησης Παπανδρέου και υποστηρίχθηκαν από λιγοστούς πανεπιστημιακούς. Από την άλλη, ακραίες καταγγελτικές και αρνητικές σε κάθε μεταρρύθμιση λογικές και συμπεριφορές που διακηρύσσουν τη μη εφαρμογή του νόμου και αρνούνται κάθε αλλαγή που θα μπορούσε να κλονίσει τις εγκατεστημένες εξουσίες μέσα στα πανεπιστήμια. Ηταν οι γνωστές δυναμικές μειοψηφίες που είχαν την πολιτική κάλυψη του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων «δημοκρατικών» δυνάμεων.
Στο Κοινοβούλιο στην πρόσφατη διαδικασία βελτίωσης του νόμου 4009 και προκειμένου να κρατηθεί υψηλά το καταγγελτικό φρόνημα, ο ΣΥΡΙΖΑ έφθασε μάλιστα στο σημείο να καταψηφίσει και τις προτάσεις της φίλα προσκείμενής του παράταξης στα πανεπιστήμια. Και από τις δυο πλευρές, έγινε φανερό ότι δεν ενδιαφέρονται για τα πανεπιστήμια αλλά για την ενίσχυση της όποιας «εκσυγχρονιστικής» ή «αντισυστημικής» φυσιογνωμίας τους και την καταγραφή τους στο νέο πολιτικό τοπίο.
Οι δύο αυτές λογικές με τις αντίστοιχες πρακτικές μέσα στα πανεπιστήμια έφεραν την κατάσταση σε αδιέξοδο. Δεν μπορούσε τίποτα να προχωρήσει. Οχι μόνον η μεταρρύθμιση. Δεν μπορούσαν ν' ανοίξουν τα πανεπιστήμια τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Με βάση τον νόμο, 31 Αυγούστου 2012, παύονταν όλες οι διοικήσεις, ενώ σε κανένα πανεπιστήμιο δεν είχε εκλεγεί Συμβούλιο Διοίκησης για να αναλάβει καθήκοντα. Ηταν αναγκαία μια πολιτική καταρχήν παρέμβαση που θα επέτρεπε την αποκατάσταση της επικοινωνίας ανάμεσα στην Πολιτεία και στα πανεπιστήμια και αντίστοιχες νομοθετικές ρυθμίσεις που θα έδιναν το πράσινο φως για την αποκατάσταση της ομαλότητας και την εφαρμογή των νόμων. Μαζί τους μια σειρά διορθωτικές κινήσεις που επιβάλλονταν από δυσλειτουργίες του ν. 4009. Αυτό έγινε.
Η Δημοκρατική Αριστερά στήριξε αυτήν την πρωτοβουλία του υπουργείου Παιδείας. Τη στήριξε με μοναδικό γνώμονα το ενδιαφέρον της για τα πανεπιστήμια και την κοινωνία. Εκανε τεκμηριωμένα τις προτάσεις της, υπέβαλε τροπολογίες, διόρθωσε μέχρι την τελευταία στιγμή άρθρα του νομοσχεδίου που κατέθεσε ο υπουργός. Ηταν εκεί και συμμετείχε ανοίγοντας τον τρίτο δρόμο για τα πανεπιστήμια. Εκανε αυτό που έχει υποσχεθεί στους πολίτες. Να είναι όπου την καλεί το δημόσιο συμφέρον και όχι οι κομματικές σκοπιμότητες. Θα αφήσει στους άλλους τις κραυγές για το περιεχόμενο αυτής της πρωτοβουλίας. Εμείς θα περιμένουμε να καρπίσει ο κόπος μας. Να κάνουν τα πανεπιστήμια σωστά τη δουλειά για την οποία τα χρηματοδοτούν οι έλληνες πολίτες. Να παράγουν και να διαχέουν τη γνώση. Να διασφαλίζουν τον κοινωνικό της χαρακτήρα. Να ενισχύουν τον δημοκρατικό μας πολιτισμό. Να συμβάλλουν για την ανάπτυξη και την πρόοδο της χώρας.
Η Μαρία Ρεπούση είναι βουλευτής Α' Πειραιά, υπεύθυνη του Τομέα Παιδείας και Ερευνας της ΔΗΜΑΡ

Μάχη με τις δυνάμεις της ακινησίας


του Ορέστη Καλογήρου     από τα Νέα

Η μάχη για το «πανεπιστημιακό» υπήρξε η «μητέρα όλων των μαχών» μεταξύ αυτών που θέλουν να αλλάξει κάτι σε αυτή τη χώρα και των πρεσβευτών της ακινησίας. Χαρακτηριστικό και βαθιά συμβολικό παράδειγμα η Θεσσαλονίκη, όπου με τη μεριά της προόδου τάχθηκε ο δήμαρχος Γιάννης Μπουτάρης και με τη μεριά της αντίδρασης ο πρύτανης του ΑΠΘ.
Η κυβερνητική αντιμεταρρύθμιση προκάλεσε βαθιά απογοήτευση στην κοινωνία. Ο νόμος 4009/2011 αποτέλεσε ένα μεγάλο στοίχημα. Απέκτησε εμβληματικά χαρακτηριστικά σε μεγάλα τμήματα πολιτών, που ασφυκτιούν εδώ και πολλά χρόνια στο περιβάλλον της εσωστρέφειας, της μετριοκρατίας και της απομόνωσης από τις διεθνείς αναζητήσεις. Αποτέλεσε μέτρο για το κατά πόσο η χώρα είναι μεταρρυθμίσιμη. Υπήρξε δείκτης εξόδου από τη βαθιά πολιτική, οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική και εκπαιδευτική κρίση. Οχι τόσο για το αν προέβλεπε εκλογή ή διορισμό του κοσμήτορα, ενίσχυση της σχολής έναντι του τμήματος, πλειοψηφία των εσωτερικών έναντι των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου. Αλλά γιατί δημιούργησε την προσδοκία ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο θα έσπαζε τον φαύλο κύκλο του κομματικού εναγκαλισμού και του φατριασμού, για να μπορέσει να αναδείξει τις τεράστιες δυνατότητές του. Γιατί πρόβαλε την, έστω και υπερβολικά αισιόδοξη, προοπτική ότι με συντεταγμένο τρόπο, με βαθιές τομές και μεταρρυθμίσεις η χώρα θα βρει τον βηματισμό της.
Ενας έξυπνα καλλιεργημένος μύθος προσπάθησε να πείσει ότι η πλειοψηφία των πανεπιστημιακών ήταν αντίθετοι στον νόμο. Στην πραγματικότητα αντίθετοι ήταν πανεπιστημιακοί, κομματικά στελέχη περιχαρακωμένα στις ιδεοληψίες τους, συνδικαλιστές που δεν εκπροσωπούν πάνω από το 1%-2% των συναδέλφων τους και μια νέα «γενιά» πρυτάνεων, που παρουσιάζει για πρώτη φορά τόσο σφιχτό εναγκαλισμό με το κομματικό και συνδικαλιστικό κατεστημένο.
Πρόκειται για ομάδες που έχουν αναπτύξει αισθήματα ιδιοκτησίας του δημόσιου πανεπιστημίου και έχουν αυτοαναγορευτεί σε «προστάτες» του. Πρόκειται για ομάδες που αντιδρούν σχεδόν επί μία δεκαετία στην παραμικρή αλλαγή, προσπαθώντας να κρατήσουν το ελληνικό πανεπιστήμιο καθηλωμένο στα, κατά τεκμήριο χαμηλά, προσωπικά τους επιστημονικά στάνταρ. Η νεολαία και η κοινωνία δεν αντέχουν άλλη μια χαμένη δεκαετία. Το πανεπιστήμιο χρηματοδοτείται από το υστέρημα της ελληνικής οικογένειας. Αργά ή γρήγορα, η ίδια η κοινωνία θα θέσει και πάλι επιτακτικά το «πανεπιστημιακό». Θα απαιτήσει πτυχία με αξία, έρευνα που παράγει καινοτομία, πανεπιστήμια που θα μπορούν να προσφέρουν στην προικισμένη νεολαία, ιδιαίτερα των πιο αδύναμων στρωμάτων, υψηλού επιπέδου πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Η «μάχη» για την αναβάθμιση του πανεπιστημίου δεν τελείωσε.

Ο Ορέστης Καλογήρου είναι καθηγητής στο ΑΠΘ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου