Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Έχουμε ιστορική ευθύνη οι Πανεπιστημιακοί


του Ορέστη Καλογήρου

Στη Βουλή ψηφίστηκε επί της αρχής το νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση του Πανεπιστημίου από μια πλειοψηφία που ξεπερνά τους 250 βουλευτές. Είναι κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά από τη Μεταπολίτευση και υπερβαίνει τα όρια μιας, έστω σημαντικής, νομοθετικής ρύθμισης. Για την ευρύτερη πολιτική σημασία και τις συνέπειες αυτού του, πρωτοφανούς στα πολιτικά μας ήθη, γεγονότος, θα μιλήσουν πολλοί και πολλές. Και θα το ερμηνεύσουν κατά το δοκούν. Η δουλειά όμως των Πανεπιστημιακών δασκάλων είναι άλλη. Το, νέο πλέον, θεσμικό πλαίσιο έχει μια συναρπαστική ιδιομορφία. Ανοίγει ένα τεράστιο πεδίο παρέμβασης στα ακαδημαϊκά μας πράγματα και εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την Πανεπιστημιακή κοινότητα, αν θα το διαχειριστεί επ’ ωφελεία του Πανεπιστημίου, των φοιτητών και της κοινωνίας ή αν θα επιτρέψει για μια ακόμη φορά τη βραχυκύκλωση των μεγάλων αλλαγών, που όλοι και όλες ξέρουμε καλά ότι χρειάζονται.
Τολμώ να κάνω την πρόβλεψη, ότι όσοι φοβούνται, αλλά και όσοι εύχονται, πως η ψήφιση του νόμου θα οδηγήσει σε παρατεταμένη αναταραχή τα Πανεπιστήμια, όπως το 2006, θα διαψευστούν. Αυτή τη φορά η Πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά και η κοινωνία δείχνουν ότι δεν θα ανεχθούν απειροελάχιστες μειοψηφίες να ταλαιπωρήσουν το Πανεπιστήμιο. Εδώ πρέπει να αναγνωρίσουμε ευθαρσώς, ότι τον δύσβατο δρόμο της Πανεπιστημιακής μεταρρύθμισης άνοιξε η Μαριέττα Γιαννάκου, που όμως, από τη μια συνάντησε τη λυσσαλέα αντίδραση ενός δυναμικού αντιμεταρρυθμιστικού πόλου και από την άλλη εγκαταλείφθηκε από το ίδιο το κόμμα της.
Τώρα η μοίρα του ελληνικού Πανεπιστημίου είναι, σε μεγάλο βαθμό, στα χέρια των πανεπιστημιακών δασκάλων. Η ευθύνη για την επιλογή των άριστων εξωπανεπιστημιακών μελών των Συμβουλίων Ιδρύματος, η αναζήτηση με διεθνή διαγωνισμό των άριστων υποψηφίων για τη θέση του πρύτανη και η εκλογή του καλλίτερου από αυτούς είναι αποκλειστικά ευθύνη των Πανεπιστημιακών. Το στοίχημα, όμως, είναι ανοιχτό και η έκβαση της μεταρρύθμισης δεν είναι δεδομένη. Είναι βέβαιο, ότι τα υπολείμματα των κομματικών στρατών θα επιδιώξουν να ελέγξουν τις διαδικασίες. Αυτή τη φορά, όμως, από πολύ πιο δυσμενείς θέσεις σε σχέση με το παρελθόν.
Σε κάθε περίπτωση, οι αδέσμευτες μεταρρυθμιστικές δυνάμεις του Πανεπιστημίου πρέπει να είναι σε εγρήγορση. Η ανησυχία που προκαλεί η ανατροπή συνηθειών που ίσχυσαν για δεκαετίες είναι εύλογη. Η μεγάλη πλειοψηφία των Πανεπιστημιακών παρακολούθησαν μεν με ειλικρινή ανησυχία και ίσως αμηχανία τις εξελίξεις, αλλά δεν προσχώρησαν στην καταστροφολογία και το μηδενισμό. Οι συνήθεις κατ’ επάγγελμα αρνητές οποιασδήποτε απόπειρας μεταρρύθμισης είναι, πλέον, στο περιθώριο. Η ώθηση που έδωσε η κοινωνία και η ευρεία πολιτική συναίνεση που επιτεύχθηκε, θέτουν τώρα την Πανεπιστημιακή κοινότητα μπροστά σε μια ιστορική ευθύνη. {Να αποδείξει}, ότι όσοι πρόσβαλαν την ακαδημαϊκή της αξιοπρέπεια, από όποια μεριά και αν προέρχονταν, δεν λένε την αλήθεια.
Να εργαστεί, για να μετατρέψει το νέο θεσμικό πλαίσιο σε εργαλείο αναβάθμισης του ελληνικού Πανεπιστημίου.
Να συζητήσει και να συγκρουστεί δημιουργικά πάνω στα πραγματικά προβλήματα. Να συνομιλήσει με την κοινωνία και να την εμπιστευτεί.
Να αφήσει στην άκρη τις ιδεοληψίες, την εσωστρέφεια, τη μικροδιαχείριση της καθημερινότητας και να φτιάξει το Πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα, το Πανεπιστήμιο της γενιάς μας.
* Ο Ορέστης Καλογήρου είναι καθηγητής στο Τμήμα Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Οι στρουθοκάμηλοι των ΑΕΙ



του Σταύρου Θεοδωράκη από το protagon
Το αστείο με τους πολέμιους του «νόμου Διαμαντοπούλου» είναι το πώς παρουσιάζουν το σημερινό ελληνικό πανεπιστήμιο. Μιλούν για χώρους ελεύθερης έκφρασης, δημιουργίας και ευγενούς άμιλλας. Για κυψέλες που προάγεται η επιστήμη. Για θύλακες «νέων ιδεών» χρήσιμων στην κοινωνία. Και βέβαια αυτό το πανεπιστήμιο δεν υπάρχει. Νησίδες μόρφωσης, ακόμη και πρωτοποριακής έρευνας, βέβαια έχουμε. Και υπερηφανευόμαστε για αυτές όπως υπερηφανευόμαστε και για τα λαμπρά μυαλά που διαθέτουμε, αλλά «αυτό» δεν είναι το ελληνικό πανεπιστήμιο. Αντιθέτως, αυτές οι νησίδες, όπου υπάρχουν, ασφυκτιούν ή μαραζώνουν χρόνο με το χρόνο. Γιατί η μόρφωση και η επιστήμη θέλει κοινότητα για να πολλαπλασιαστεί και το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν την διαθέτει. Οι φοιτητικές παρατάξεις δεν μπορούν εδώ και δεκαετίες να συμφωνήσουν ούτε για το πόσες ψήφους παίρνουν. Είναι γελοίο αλλά κάθε χρόνο όλοι -μα όλοι!- δίνουν το δικό τους εκλογικό αποτέλεσμα. Δεν συμφωνούν ούτε στην πρόσθεση. Είναι εξπέρ όμως στα πάρτι στην Μύκονο ή στις κατασκηνώσεις στην Αντίπαρο -μετά καλλιτεχνικών προγραμμάτων- για να εξαγοράσουν τις ψήφους των πρωτοετών. Για να παραχθούν τι; Φοιτητοπατέρες που συναλλάσσονται με καθηγητές και στη συνέχεια με τις συντηρητικές πολιτικές ηγεσίες. Για να καταλήξουν γλάστρες στις προεκλογικές εμφανίσεις αρχηγών ή το πολύ πολύ υποψήφιοι (σε μη εκλόγιμες θέσεις βέβαια) στα ψηφοδέλτια τους.
Ταυτόχρονα η Ελλάδα διαθέτει τις περισσότερες κληρονομικές έδρες από όλα τα πανεπιστήμια της Ευρώπης. Καθηγητές ιατρικής που παραδίδουν τις έδρες τους στους γιούς τους και καθηγητές θεολογίας που έχουν κάνει καθηγητές ακόμη και τους γαμπρούς τους (μετά από τις κόρες τους βεβαίως). Κονδύλια ευρωπαϊκά που «χάνονται» ενώ μερίδα καθηγητών κάνει χρυσές δουλειές με προγράμματα, μελέτες και πιστοποιήσεις. Πρυτάνεις που δηλώνουν διατεθειμένοι να λύσουν το πρόβλημα της χώρας, της Ευρώπης, ίσως και του κόσμου άμα τους φωνάξουν αλλά αδυνατούν να ελέγξουν τι συμβαίνει στα προαύλιά τους… Για να μη μιλήσουμε για τους πανεπιστημιακούς που ενισχύουν κάθε τόσο τα κόμματα και κυρίως τους «μηχανισμούς» που πλησιάζουν την εξουσία. Για να γίνουν μετά υπουργοί, πρόεδροι οργανισμών, γενικοί γραμματείς ή καλοπληρωμένοι σύμβουλοι.
Ο κατάλογος των αμαρτημάτων των πανεπιστημίων μας είναι ατέλειωτος, Πέρυσι δεν ήταν που ανακαλύφθηκε ότι στις φοιτητικές εστίες δεν μένουν μόνο φτωχοί φοιτητές αλλά τις λυμαίνονται «παρέες» και παρατάξεις; Στα Ιωάννινα έδιναν από «παράδοση» «δωμάτια» σε εξωπανεπιστημιακούς ενώ στου Ζωγράφου διατηρούσαν την «έδρα» τους παιδιά πλουσίων. Έτσι για την πλάκα τους δηλαδή, όπως πολλά πράγματα συμβαίνουν στα ελληνικά Ανώτατα Ιδρύματα έτσι για την πλάκα μας. Δείτε τις εκδηλώσεις στα αμφιθέατρα. Οι δεξιοί καλούν τους δεξιούς, οι αριστεροί τους αριστερούς, οι αντιεξουσιαστές τους αντιεξουσιαστές - κανένας διάλογος δεν γίνεται, καμία σύγκρουση των ιδεών - κάποιοι προστατεύουν τις εκδηλώσεις τους με καδρόνια, κάποιοι άλλοι με μπράβους της νύχτας και όλοι είναι ευχαριστημένοι. Όλοι; Όχι πάντως οι πολίτες. Σε όλες τις δημοσκοπήσεις που διενεργήθηκαν τους τελευταίους μήνες, η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών είναι υπέρ ριζικών αλλαγών στην παιδεία. Δεν ξέρει βέβαια ο κόσμος τις λεπτομέρειες του «νόμου Διαμαντοπούλου», ξέρει όμως ότι η κατάσταση έχει κακοφορμίσει και γι' αυτό δίνει πράσινο φως. Ενδεικτική είναι η τοποθέτηση του κόσμου στο θέμα του ασύλου. Παρά τη συναισθηματική φόρτιση που προκαλεί ένα τέτοιο θέμα - ειδικά αυτή «την εποχή της αγανάκτησης» - οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το 80% θέλει πλέον την κατάργηση του ασύλου! Και δεν είναι μόνο οι ψηφοφόροι της δεξιάς αλλά και αυτοί που δηλώνουν κεντροαριστεροί ή αριστεροί. Δεν θα πρέπει λοιπόν να ξαφνιάζει τους πολέμιους του νέου νόμου, η ευρύτατη πλειοψηφία που σχηματίστηκε στη Βουλή. Αν γινόταν δημοψήφισμα μεγαλύτερα ποσοστά θα είχαμε.
Δεν ξέρω βέβαια πού θα οδηγήσουν την ελληνική παιδεία, οι αλλαγές που προωθεί με περισσή τόλμη η Άννα Διαμαντοπούλου (κόντρα και στο συντηρητικό ΠΑΣΟΚ – αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Δεν έχω καμία σιγουριά ότι εδώ που έφτασαν τα πράγματα μπορούμε να αναστηθούμε. Δεν έχουμε όμως και τίποτα να χάσουμε δοκιμάζοντας. Κουβέντες του τύπου «δεν είναι ώριμες οι συνθήκες» και «πρέπει να τα συζητήσουμε όλα από την αρχή» είναι ντροπή να λέγονται από σοβαρούς υποτίθεται διανοούμενους. Ο χρόνος τους και η υπομονή της κοινωνίας τελείωσε. Ας βγάλουν το κεφάλι τους από την άμμο, οι επαγγελματίες αρνητές κάθε εκσυγχρονισμού, και ας δουν επιτέλους την πραγματικότητα.
ΥΓ
Μια από τις κατηγορίες που προσάπτουν στην Διαμαντοπούλου είναι ότι έχει σχέδιο να παραδώσει την ανώτατη εκπαίδευση στους ιδιώτες. «Δεν το κάνει τώρα», λένε «αλλά προετοιμάζει το έδαφος». Οι βάρβαροι, κύριοι -αν θεωρήσουμε ότι πρόκειται περί βαρβάρων- είναι κιόλας εδώ. Δεκαετίες τώρα, η χώρα μας είναι πρωταθλήτρια Ευρώπης στην ιδιωτική εκπαίδευση. Φροντιστήρια, ιδιαίτερα και στην συνέχεια … εξαγωγή φοιτητών. Δεν υπάρχει χώρα που να μη στέλνουμε ελληνόπουλα – για να χρησιμοποιήσω τους «δικούς τους» συναισθηματικούς όρους. Ακόμη και στις καθημαγμένες χώρες της Αφρικής και βεβαίως της πρώην Ανατολικής Ευρώπης θα βρεις να σπουδάζουν Έλληνες. Και δεν είναι βέβαια τα παιδιά της πλουτοκρατίας -αυτά έτσι και αλλιώς στην Βοστώνη και στο Λονδίνο θα πήγαιναν- αλλά χιλιάδες παιδιά -τουλάχιστον 34.000  σύμφωνα με μετριοπαθέστατους υπολογισμούς- που οι γονείς τους στερούνται για να τα σπουδάσουν. Για να μην μιλήσουμε γι' αυτούς που πληρώνουν «ιδιαίτερα» και «σημειώσεις» στην προσπάθεια τους να περάσουν κάποιο μάθημα στα εγχώρια ΑΕΙ και ΤΕΙ...

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Εκπαίδευση: Ή στραβός είν' ο γιαλός, ή στραβά αρμενίζουμε



Του Αλέξη Πολίτη, ΒΗΜΑ, 23.8.11

Καλά, η εκπαίδευση που παρέχουμε στον τόπο αυτόν σίγουρα πάσχει∙ δεν θα βρείτε δάσκαλο που να μην το βλέπει (και να μην το νιώθει στο πετσί του, αν έχει λίγο φιλότιμο). Κι όχι μονάχα η τριτοβάθμια, παρά όλες οι βαθμίδες - υπάρχει κανένας Νεοέλληνας που να έμαθε μια ξένη γλώσσα στο σχολείο; (Αυτό είναι νομίζω το καλύτερο παράδειγμα, καθώς τη φυσική ή τα μαθηματικά μπορεί να τα ξεχάσαμε με τα χρόνια αν δεν μας χρειάζονταν, τα αγγλικά όμως;) Καλή η διαπίστωση∙ μα δεν αρκεί, κάποτε πρέπει να εντοπίσουμε και το γιατί. Δεν το επιχειρούμε, όμως - προτιμούμε τις καταγγελίες.Το ανάθεμα λοιπόν πέφτει εύκολα -ανάλογα με τις πολιτικές μας επιλογές- είτε στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στους δασκάλους, είτε στο υπουργείο και στις άσκοπες αναστατώσεις. Έτσι βέβαια ξεχνάμε το βασικό, πως η εκπαίδευση έχει δύο πόλους, τον διδάσκοντα και τον διδασκόμενο. Αν δεν θέλω να μάθω φυσική, τον Αϊνστάιν να μου παίρναν για προγυμναστή, άσχετος θα έμενα (το πολύ-πολύ ν' απομνημόνευα κανένα θεώρημα, αλλά τότε γιατί να πληρώνουμε τον Αϊνστάιν;). Και γιατί, παρακαλώ, να θέλω να μάθω, αν σε τίποτα δεν μου χρειάζεται η φυσική;

Ας το πάρουμε απόφαση, ή μάλλον, ας δούμε το πρόβλημα κατάματα. Η ελληνική κοινωνία δεν τη χρειάζεται τη μόρφωση, ή σωστότερα, τη χρειάζεται σε μικρό βαθμό. Τα στελέχη της θα τα διαμορφώσει στα πανεπιστήμια του εξωτερικού (και την ξένη γλώσσα θα τη μάθουν τα παιδιά στα φροντιστήρια). Συγγνώμη, αλλά ξέρετε κανέναν υψηλόβαθμο διευθυντή ιδιωτικής ή δημόσιας υπηρεσίας που να μην πέρασε από κάποιο ξένο ίδρυμα; Κανέναν καθηγητή πανεπιστημίου που να μην σπούδασε στο εξωτερικό; Κανέναν πετυχημένον αρχιτέκτονα, δικηγόρο, μηχανικό, έμπορο, πιανίστα; Όσοι μένουν με τις γνώσεις που προσφέρονται στην Ελλάδα -να εξαιρέσουμε έναν μικρό στατιστικά αριθμό- θα εργαστούν σε δευτερεύουσες θέσεις, όπου οι πολλές γνώσεις -και ιδίως η επεξεργασία της γνώσης, η κριτική σκέψη- λίγο τους χρησιμεύουν. (Μπορεί και να τους εμποδίζουν κιόλας.)

Εδώ στηρίζομαι στην εμπειρία των φιλοσοφικών σχολών που τις ξέρω. Αν εγώ και οι συνάδελφοί μου κάνουμε σωστά τη δουλειά μας, αν καταφέρουμε -δεν είναι εύκολο!- να ξεφύγουν κάποιοι λίγοι μαθητές μας από την ξερή αποστήθιση και να μάθουν να σκέφτονται, να κρίνουν, να ψάχνουν, να μαθαίνουν, τότε -λυπάμαι που το λέω, μα είναι η πικρή αλήθεια- οι πιθανότητες να περάσουν στον κρατικό διαγωνισμό και να διοριστούν στο γυμνάσιο (να επιτύχουν στο ΑΣΕΠ) μειώνονται αντί να αυξηθούν: χωρίς τις μηχανικές γνώσεις δεν έχουν ελπίδες∙ άλλωστε πόσοι τολμούν πια να παρουσιαστούν σ' αυτές τις εξετάσεις, αν δεν φοιτήσουν στα ειδικά φροντιστήρια; (Η περίφημη «δωρεάν δημόσια παιδεία» δεν είναι παρά ρητορικό επιχείρημα - ακριβώς όπως και με τις ξένες γλώσσες.)

Για όλ' αυτά κανείς δεν μιλάει, ούτε στις εφημερίδες ούτε στις τηλεοράσεις. Εμ, βέβαια∙ επειδή το ανάθεμα ή το σφάλμα δεν βαρύνει ούτε πέντε-δέκα πρόσωπα, ούτε την κυβέρνηση, ούτε τα κόμματα, ούτε την αριστερά, ούτε τους πανεπιστημιακούς ούτε τους μαθητές - πρόκειται απλώς για ένα οργανικό στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας: πτυχία χρειάζεται η κοινωνία μας, όχι γνώσεις - εννοώ η κοινωνία στο σύνολό της. «Αν ξέρατε γράμματα, θα βρίσκατε αμέσως δουλειά» - μας αρέσει να πιπιλίζουμε τα εύκολα.

Σωστά, αλλά πόσοι; Κάποιοι λίγοι∙ γιατί λοιπόν η μεγάλη μάζα των φοιτητών να επενδύσει κόπους και προσπάθειες εφόσον το «χαρτί» δεν έχει αξία; («Πτυχία με αξία» γράφουν στους τοίχους του Πανεπιστημίου Κρήτης οι αριστερές οργανώσεις, και εννοούν βέβαια: «αυτόματος διορισμός στο δημόσιο».) Σάματι το «χαρτί» του Λυκείου τί αξία έχει; Απλώς προσφέρει την πρόσβαση για το επόμενο χαρτί - σκέφτηκε κανένας ότι πρώτα γίνονται οι πανελλήνιες και μετά οι πτυχιακές του Λυκείου; Ζήτημα ότι μπορεί να πετύχεις σε μια σχολή, αλλά να μην περάσεις τις πτυχιακές δεν τίθεται. Και όλοι φωνάζουν «πώς μπορεί να εγγράφονται σε Σχολές ή Τ.Ε.Ι. άνθρωποι με μέσο όρο 5 ή 6» - πώς αποφοίτησαν από το Λύκειο κανείς δεν αναρωτιέται.

Νά 'μαστε λοιπόν στο ζήτημα των ημερών, το καινούριο νομοσχέδιο για την ανώτατη εκπαίδευση… Μόνο στα «επίκαιρα» ζητήματα χαρίζουμε άλλωστε την προσοχή μας, στα «χρόνϊα» όχι∙ καβγάδες και τσακωμούς γυρεύουμε, την ώρα μας θέλουμε να περάσουμε. (Ναι, κι εσύ, υποκριτή συγγραφέα, όμοιε και αδελφέ-μου.) Θα προσπαθήσω να μην πάρω θέση στα κρίσιμα ζητήματα του νομοσχεδίου∙ πρώτον επειδή θεωρώ πως ούτε η δημοκρατία λύνει τα πάντα (παλιό καθεστώς) ούτε η φωτισμένη δεσποτεία (ελπιζόμενο καινούριο), δεύτερον για να ξεφύγω κάπως από την πόλωση: αναρωτιέμαι μήπως το πρόβλημα βρίσκεται αλλού.
Ωραία, η τριτοβάθμια εκπαίδευση πάσχει. Σύμφωνοι, οι διδάσκοντες δεν είναι όλοι καλοί. Ξέρετε όμως άλλους καλύτερους; (εννοώ: πολλούς∙ στους δικούς-μου τους χώρους και ο Τάκης ο Κονδύλης δεν εξελέγη, και ο Βασίλης ο Παναγιωτόπουλος, σίγουρα κι άλλοι - όχι όμως τόσοι που να άλλαζαν το συνολικό επίπεδο). Το επίμαχο ζήτημα δεν είναι μόνο οι τρεις ή πέντε ή δεκαπέντε άτυχες -ή πονηρές- εκλογές ανάξιων∙ οι ρίζες-του είναι βαθύτερες: στήσαμε πολλαπλάσια ανώτατα ιδρύματα από όσα μπορεί να στελεχώσει το επιστημονικό δυναμικό της χώρας. (Και μη μου πείτε, «καλά, τόσοι που διαπρέπουν στο εξωτερικό;»∙ αυτό είναι αναπόφευκτο: τα μεγάλα πανεπιστήμια αντλούν από όλες τις μικρές χώρες. Είναι άραγε πολλοί που να κατέφυγαν στην Γκάνα, την Αίγυπτο ή την Πορτογαλία; - και είναι αυτοί καλύτεροι από τους δικούς-μας;)

Σύμφωνοι, η Σύγκλητος ήταν ένα πολυπρόσωπο και δυσκίνητο όργανο, και, δυο φορές σύμφωνοι, η συμμετοχή των φοιτητών είχε ολότελα παραμορφώσει τη δημοκρατική εκπροσώπηση (μειονεκτήματα που διορθώνονταν εύκολα, χωρίς ολοκληρωτικές ανατροπές). Θα αποφασίσουν τα καινούρια διοικητικά Συμβούλια να αλλάξουν το κεντρικό πρόβλημα των πανεπιστημίων;

Δηλαδή να μειώσουν τον αριθμό τους και να μειώσουν τον αριθμό των φοιτητών;
Και πάλι το πρόβλημα κατάματα: ό,τι περιορίζει τις δυνατότητες των φοιτητών να αποκτήσουν αυξημένα προσόντα ώστε να «βρουν και μιαν αντίστοιχη δουλειά», αλλά και -κυρίως!- να αισθανθούν υπεύθυνοι και να θελήσουν οι ίδιοι να μάθουν, εξαντλώντας όσες δυνατότητες τους παρέχονται, αυτό είναι (και πάλι λυπάμαι που το λέω, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις πολιτικές επιλογές μου) ο μεγάλος αριθμός όχι απλώς των συμφοιτητών τους παρά συνολικά των αποφοίτων: πολλοί γιατροί, πολλοί μηχανικοί, δικηγόροι, μάνατζερ, οικονομολόγοι. Ο «πτυχιούχος» δεν αισθάνεται ότι διαφοροποιήθηκε από τη μεγάλη μάζα -λοιπόν και ο μελλοντικός πτυχιούχος, δηλαδή ο μέσος φοιτητής, δεν αισθάνεται την ανάγκη να διαφοροποιηθεί, να εκμεταλλευτεί τις σπουδές του.
Μα αυτό ακριβώς επιχειρεί να λύσει το καινούριο νομοσχέδιο! Πριμοδοτεί την «αριστεία», ωθεί τα πανεπιστήμια ν' αποφασίσουν: θα επιλέξουν μια «μέσου τύπου» ανώτατη εκπαίδευση (τριετή προγράμματα) ή θα στραφούν προς την υψηλή επιστήμη, και μεσοπρόθεσμα -αν όχι και ταχύτερα- θα επιτύχουμε μια διαβαθμισμένη τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπως και στην Αμερική ή την Αγγλία. Αλλιώς θα μένουμε εσαεί σε μια δήθεν «δημοκρατική» σούπα: χρειαζόμαστε πολλά επίπεδα τριτοβάθμιας, πιστοποιημένα όμως.

Κοροϊδευόμαστε; (ή μάλλον όχι ερωτηματικό, θαυμαστικό χρειάζεται εδώ). Φαντάζεται κανείς τα δεκαπέντε μέλη ενός «διοικητικού Συμβουλίου» επαρχιακού πανεπιστημίου ν' αποφασίσουν πως στη Φλώρινα, στο Ρέθυμνο ή στην Κομοτηνή δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό η τάδε Σχολή να διεκδικήσει την «αριστεία», και καλύτερα να αυτοϋποβαθμιστεί ή να κλείσει; Όταν μάλιστα τα εφτά πανεπιστημιακά μέλη θα είναι οι άριστοι και τα άλλα εφτά θα εκπροσωπούν την τοπική κοινωνία; Τη διαβάθμιση μονάχα το υπουργείο μπορεί να την αποφασίσει, αφού βέβαια προχωρήσει σε σοβαρές -δηλαδή συγκριτικές μεταξύ τους- εξωτερικές αξιολογήσεις μιας σειράς παραγόντων, που αν γίνουν θα καταλήξουν πως μόνο στην Αθήνα (άντε και στην συμπρωτεύουσα) υπάρχουν οι «αντικειμενικές» προϋποθέσεις για «αριστεία» - και δεν αναφέρομαι στην ποιότητα των ιδρυμάτων, παρά στις γενικές υποδομές που παρέχουν οι πόλεις (αφήνοντας κάποια παράθυρα για δυο-τρεις μεγάλες επαρχιακές πόλεις όπου έχουν ιδρυθεί μεγάλα και ισχυρά ερευνητικά ιδρύματα όπως το Ίδρυμα Τεχνολογικής Έρευνας στο Ηράκλειο).
Αλλά έστω, ένας υπουργός επωμίζεται αυτήν την τεράστια ευθύνη, που σημαίνει βέβαια όχι μόνο να ιεραρχήσει τα ιδρύματα, αλλά να κλείσει και μερικά. Να δω ποια κυβέρνηση θα το εφαρμόσει, και σε ποιο βαθμό (όσο και να γκρεμίσει τα αυθαίρετα!). Αλλά έστω, βρίσκεται κι αυτή. Να δω ποιος γονιός που μένει στο Σουφλί, στην Ιεράπετρα ή στους Παξούς, θα στείλει το παιδί του σε μια επαρχιακή πόλη στην άλλη άκρη της Ελλάδας, ενώ θα μπορεί να το γράψει στην Αθήνα (ή σε μια συναφή σχολή στην περιοχή του), μόνο και μόνο επειδή στην ιεράρχηση του υπουργείου η άλφα Σχολή αξιολογήθηκε λίγες μονάδες παραπάνω από τη βήτα.

Να φανταστούμε τώρα την ουτοπία: με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα μαζικά κακοδιοικημένα πανεπιστήμια μετατρέπονται σταδιακά σε θύλακες αριστείας. Από όλον τον κόσμο προσέρχονται ξένοι κορυφαίοι επιστήμονες, όχι μονάχα ως πρυτάνεις παρά και ως διδάσκοντες, αλλοεθνείς φοιτητές δέχονται να πληρώσουν δίδακτρα προκειμένου να τους ακούσουν, ιδιώτες αποφασίζουν να επενδύσουν στα Α.Ε.Ι., και γινόμαστε υπερήφανοι για την τριτοβάθμια εκπαίδευση ακριβώς όπως για την υπερπόντια ναυτιλία-μας. Οι αιώνιοι φοιτητές διαγράφονται, οι τεμπέληδες απομακρύνονται σταδιακά, οι καινούριοι επιλέγονται με τον καλύτερο τρόπο, ενώ οι ανάξιοι κι οι παπαγάλοι αποκλείονται. Το «κάθε πόλη και Σχολή, κάθε κωμόπολη και Τμήμα» γίνεται θλιβερό παρελθόν, ο φοιτητικός πληθυσμός μειώνεται και προσαρμόζεται στις ανάγκες της κοινωνίας. Η επόμενη μέρα;
Την επόμενη μέρα όσοι γονείς ανάξιων μπορούν να επωμιστούν το κόστος, θα τους στείλουν σε κάποια άλλη χώρα - και κακά ιδιωτικά πανεπιστήμια ή κολλέγια δεν υπάρχουν μόνο στις φτωχές χώρες παρά και στην Αγγλία τώρα πια. Ποιο το κέρδος; Όσο η νεοελληνική οικονομία, οι παραγωγικές διαδικασίες της χώρας εν γένει, δηλαδή η κοινωνία στο σύνολό της, δεν έχει ζωτική ανάγκη από ένα πολυάριθμο δυναμικό υψηλού μορφωτικού επιπέδου, το επίπεδο της εκπαίδευσης, στο σύνολό της επίσης, θα παραμένει χαμηλό. Τα δοχεία συγκοινωνούν.

Ιδού νομίζω το κεντρικό ζήτημα: μια κοινωνία (θέλετε μια οικονομία;) που να χρειάζεται περισσότερη μόρφωση, περισσότερα μεσαία στελέχη. Εδώ πάλι το παράδειγμά μου θα είναι η δική μου Σχολή: κάποιοι καλοί φοιτητές θα συνεχίσουν∙ μεταπτυχιακά, διδακτορικό - σ' εμάς ή αλλού. Η επόμενη μέρα γι' αυτούς; Ή καθηγητές πανεπιστημίου (κάποτε), ή τζάμπα οι κόποι και τα έξοδα∙ οι ενδιάμεσοι χώροι είναι ελάχιστοι. Ωστόσο ένα «κεφάλαιο γνώσης και κρίσης» έχει παραχθεί∙ αν η κοινωνία θελήσει τ' αξιοποιήσει, τότε θα αυξηθούν και ποσοτικά και ποιοτικά οι ενδιαφερόμενοι. Φοιτητές και δάσκαλοι.
Δηλαδή εντωμεταξύ τίποτε; Ν' αφήσουμε τα πάντα στην τύχη, όπως πάνε κι όπως έρθουν; Όχι βέβαια, απλώς να μην νομίζουμε πως με μια μονοκοντυλιά μπορούμε να σώσουμε ή να καταστρέψουμε την ανώτατη εκπαίδευση. Οι διορθωτικές αλλαγές όλο και κάτι θα μπορούσαν να βελτιώσουν. Αν το δημοκρατικό κλίμα του παλιού νόμου αφέθηκε και ανέχθηκε παραμορφωτικές απολήξεις (πρυτανείες αιχμάλωτες δέκα ή δεκαπέντε επαγγελματιών συνδικαλιστών-μελλοντικών στελεχών των κομμάτων εξουσίας, ή: «ε, ας γίνει πρωτοβάθμιος και ο τάδε, μιας και γίνανε τόσοι άλλοι»), ας μην ξεχνάμε ότι παράλληλα μείωσε τους ανταγωνισμούς, μείωσε τις εσωτερικές εντάσεις.

Αλλού αυτό το εισαγόμενο κλίμα της αριστείας -δυο-τρεις πολύ καλοί, άρα πολλά λεφτά από προγράμματα, πολλή εξουσία στα χέρια τους- μπορεί να ωφελήσει συνολικά, αλλού θα οδηγήσει σε αντιπαλότητες που ενδέχεται να φτάσουν ώς τον κανιβαλισμό - είναι ανάγκη ο κορσές να εφαρμοστεί σε όλους από αύριο; Η οργάνωση των σπουδών σε εξάμηνα, οι γενικές συνελεύσεις των διδασκόντων, η απαλοιφή της έδρας είχαν δοκιμαστεί προτού περάσουν στον νόμο του 1982.

Τελικά το ελληνικό πρόβλημα δεν εντοπίζεται μονάχα στην εκπαίδευση, μέση ή ανώτερη∙ όσο ούτε οι εταιρείες ούτε οι επιχειρηματίες ούτε οι θεσμοί -σκεφτείτε για μια στιγμή μόνο την τηλεόραση!- δεν αναζητούν τη γνώση, τις καινοτομίες, την κριτική κατανόηση, ας μην περιμένουμε παρά μικρές αλλαγές - όχι αναγκαστικά προς το καλύτερο, δυστυχώς.

Ο Αλέξης Πολίτης διδάσκει -για τελευταία πια χρονιά- νεοελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

Η μεταρρύθμιση στα πανεπιστήμια, οι διαφωνίες και η ουσία



Βάσω Κιντή, Τα Νέα, 16/08/2011


H Βάσω Κιντή απαντά στον Ηλία Νικολακόπουλο


Επί ένα χρόνο συζητείται το θέμα της μεταρρύθμισης του ελληνικού πανεπιστημίου και, δυστυχώς, ο διάλογος που αναπτύχθηκε πρέπει να παραδεχτούμε ότι ήταν φτωχός. Οχι γιατί δεν υπήρξε ο απαιτούμενος χρόνος όπως υποστηρίζουν μερικοί πολέμιοι της μεταρρύθμισης, αλλά γιατί θα έπρεπε κανείς πρώτα να ξεμπερδέψει με τα λάθη, την άγνοια, την εσκεμμένη παραπληροφόρηση και την ιδεολογική εμμονή για να μπορέσει να θίξει τα ουσιώδη, δηλαδή τον χαρακτήρα του πανεπιστημίου σήμερα, και ειδικά του μαζικού πανεπιστημίου, τη σχέση του με την αγορά, τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσουν τα ελληνικά ιδρύματα. Επρεπε πρώτα να αποκρούσει τον αρνητισμό και τα προσχήματα της ψευτοπόλωσης που ταλανίζουν τον δημόσιο βίο. Στην αρχή ήταν η θέση ότι το σχέδιο νόμου μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης δεν αποτελεί βάση συζήτησης (σωρηδόν έβγαιναν οι αποφάσεις ακαδημαϊκών και συνδικαλιστικών οργάνων που υποστήριζαν τη θέση αυτή), μετά ότι το σχέδιο νόμου αφαιρεί τη δημοκρατική νομιμοποίηση από τα όργανα ή ότι θα φέρει μάνατζερ και πρύτανη αλλοδαπό. Υστερα, ότι η παιδεία αντικαθίσταται από την κατάρτιση ή ότι οι προτάσεις των φορέων αγνοήθηκαν όταν η μόνη πρόταση που διαφοροποιείται ουσιαστικά από το σχέδιο νόμου είναι να αναδεικνύονται πρυτάνεις και κοσμήτορες από τα μέλη ΔΕΠ. Η κύρια μέριμνα, δηλαδή, όσων αντιδρούν εστιάζει στο πώς θα μείνει στην απόλυτη δικαιοδοσία των καθηγητών η διοίκηση των πανεπιστημίων, αποκλειομένων τώρα και των φοιτητών.

Στο άρθρο του Ηλία Νικολακόπουλου (ΗΝ) στα «ΝΕΑ» (13/8/11) επαναλαμβάνεται η εντελώς ατεκμηρίωτη θέση ότι τα πανεπιστημιακά τμήματα μετατρέπονται σταδιακά σε ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης όταν στο σχέδιο νόμου τα προγράμματα σπουδών παραμένουν στην αρμοδιότητα των τμημάτων και των σχολών και πιστοποιούνται από Ανεξάρτητη Αρχή ακριβώς για να διασφαλίζεται ότι θα λαμβάνονται υπόψη τα διεθνώς ισχύοντα. Φοβάται ο ΗΝ ότι θα μετατρέψουν οι ίδιοι οι καθηγητές τα τμήματά τους σε ινστιτούτα κατάρτισης; Δεν τον ενοχλεί που σήμερα επισωρεύονται μαθήματα στο πρόγραμμα των φοιτητών μόνο και μόνο για να καλύπτεται ο διδακτικός φόρτος των καθηγητών ή για να ικανοποιούνται οι επιθυμίες τους για την προβολή στο πρόγραμμα της στενής ειδικότητά τους;

Γράφει επίσης ότι ο «κοσμήτορας της (ενιαίας για όλο το πανεπιστήμιο) Σχολής Μεταπτυχιακών Σπουδών παρεμβαίνει ακόμη και για την κρίση των διδακτορικών διατριβών (άρ. 19, παρ. 6)». Ομως, στο άρθρο 5, παρ. 2β του σ/ν αναφέρεται ότι ο οργανισμός κάθε ιδρύματος καθορίζει την ίδρυση «σχολής ή σχολών μεταπτυχιακών σπουδών» - άρα δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει μια ενιαία σχολή ανά ίδρυμα - ενώ στο άρθρο 39 (και όχι 19), παρ. 6 αναφέρεται ότι η κοσμητεία (και όχι ο κοσμήτορας), δηλαδή οι εκλεγμένοι διευθυντές των τμημάτων, εκπρόσωπος των φοιτητών και ο κοσμήτορας, ορίζει την τριμελή εξεταστική επιτροπή ύστερα από εισήγηση του επιβλέποντος ή των επιβλεπόντων καθηγητών, ακριβώς για να διασφαλίζεται κατά το δυνατόν ότι οι επιβλέποντες δεν θα επιλέγουν για εξεταστές τους «κολλητούς» τους. Ούτε η κοσμητεία ούτε βέβαια ο κοσμήτορας επεμβαίνει στην κρίση των διατριβών.

Στο ίδιο άρθρο ο ΗΝ σχολιάζει την πρόβλεψη για ταξινομική ψήφο του ν/σ για την εκλογή των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου του ιδρύματος και ψέγει εμένα ως νεόκοπη ειδικό επί των εκλογικών συστημάτων επειδή ανέφερα σε άρθρο μου στο «Βήμα» ότι απαιτείται το 52% των ψήφων για να εκλέξει μια οργανωμένη ομάδα τα 4 από τα 7 εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου. Δεν διεκδικώ ούτε προέβαλα εύσημα εκλογολόγου. Οπως θα έκανε οποιοσδήποτε θέλει να ξέρει για τι μιλάει, πόσω μάλλον εάν είναι πανεπιστημιακός, ρώτησα, έψαξα και πληροφορήθηκα τι σημαίνει ταξινομική ψήφος. Εμαθα λοιπόν, συμβουλευόμενη συναδέλφους ειδικούς και τα υλικά έγκυρων διεθνών οργανισμών (όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης - Venice Commission) που ασχολούνται με τα εκλογικά συστήματα, ότι η ταξινομική ψήφος μεταφράζει τους γενικούς όρους «ordinal vote» και «ranked-choice voting», ότι υπάρχουν πολλές παραλλαγές όλες αναλογικού χαρακτήρα, ότι εφαρμόζεται ευρέως και ότι ενώ είναι ένα σύστημα με σύνθετο τρόπο καταμέτρησης έχει ακριβώς το πλεονέκτημα ότι χειραγωγείται πολύ δύσκολα (με πλειοψηφίες της τάξης που ανέφερα) και επιτρέπει στους εκλογείς να ψηφίζουν με τρόπο που αντιστέκεται στους τακτικισμούς των κομμάτων. Γι’ αυτό άλλωστε υποθέτω ότι προκρίθηκε το σύστημα αυτό και αυτό το στοιχείο επικαλέστηκα στο κείμενό μου. Θα περίμενα από έναν έμπειρο εκλογολόγο όπως ο ΗΝ ο οποίος, αντίθετα με εμένα, έχει υποθέτω βλέψεις για διεθνή συμβολή στον τομέα αυτό, αντί να μένει στον στείρο αρνητισμό, να διαθέσει τις γνώσεις και την πείρα του για να προτείνει τρόπους διασφάλισης της αντιπροσωπευτικότητας στις εκλογές των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου. Θα μπορούσε να παρουσιάσει το δικό του ενδεδειγμένο μοντέλο και να συζητήσει συγκεκριμένα με τους ειδικούς. Κυρίως, όμως, θα περίμενε κανείς από έναν παλαιό πανεπιστημιακό όπως ο ΗΝ να μας πει με αίσθημα ευθύνης και με το βάρος της γνώμης του τι όντως πήγε στραβά στο πανεπιστήμιο και τι πρέπει να αλλάξει.

Ελπίζω, έστω και μετά την ψήφιση του νόμου, να μπορέσουμε επιτέλους κάποια στιγμή να συζητήσουμε με ειλικρίνεια τα πραγματικά και σοβαρά θέματα που αφορούν τη μεταρρύθμιση του πανεπιστημίου.

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Μεταρρύθμιση ή απορρύθμιση



του Ηλία Νικολακόπουλου από τα Νέα (13/08/2011)


Ολοκληρώθηκε την περασμένη εβδομάδα η συζήτηση του νομοσχεδίου για την Ανώτατη Εκπαίδευση στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής. Κορυφαία στιγμή, η δήλωση του Αδ. Γεωργιάδη ότι ο ΛΑΟΣ θα το υπερψηφίσει γιατί είναι σαφώς δεξιότερο από τον Νόμο Γιαννάκου. Επί της ουσίας, πάντως, η υπουργός απέφυγε να τοποθετηθεί ως προς τις πολυάριθμες εναλλακτικές προτάσεις που διατυπώθηκαν. Απλώς δεσμεύτηκε να παρουσιάσει στις 18 Αυγούστου το τελικό κείμενο με τις ενδεχόμενες επιμέρους αλλαγές, ενόψει της συζήτησης στην Ολομέλεια στις 22 Αυγούστου. Ενα αυγουστιάτικο Σαββατοκύριακο θεωρείται προφανώς επαρκής χρόνος διαλόγου.

Αυτό που σίγουρα δεν πρόκειται να αλλάξει είναι η πολιτική και ιδεολογική στόχευση του νομοσχεδίου, η οποία χαροποίησε τον κ. Γεωργιάδη.

Η προσαρμογή δηλαδή του Πανεπιστημίου στις επιταγές των αγορών και η σταδιακή μετατροπή των περισσότερων πανεπιστημιακών Tμημάτων σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης. Μείζονα ζητήματα που ήδη έχουν αποτελέσει αντικείμενο κριτικής από άλλους, αρμοδιότερους εμού. Θα περιοριστώ επομένως σε ορισμένες μόνο διατάξεις του νομοσχεδίου (για τις οποίες αισθάνομαι σχετικώς αρμόδιος), η αυταρχικότητα και δυσλειτουργικότητα των οποίων απειλούν, αντί να μεταρρυθμίσουν, να απορρυθμίσουν πλήρως το Πανεπιστήμιο.

1 Ο ρόλος του Συμβουλίου (διοίκησης;)

Η συγκρότηση ενός Συμβουλίου που θα αποτελείται από ισάριθμα εσωτερικά και εξωτερικά μέλη (καθώς και από έναν φοιτητή) βρέθηκε στο επίκεντρο της κριτικής του νομοσχεδίου, κυρίως λόγω των εκτεταμένων αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται. Αλλωστε στο προσχέδιο του νόμου αναφερόταν, κατά κυριολεξία, ως «Συμβούλιο Διοίκησης». Προκειμένου να αμβλυνθούν οι εντυπώσεις και να παρακαμφθούν οι πολυάριθμες ενστάσεις για τη συνταγματικότητα των σχετικών ρυθμίσεων, το όργανο αυτό μετονομάστηκε στη συνέχεια σε απλό «Συμβούλιο». Κατά την υπουργό, θα είναι «ελεγκτικό» και «εποπτικό», συνεδριάζοντας «πέντε φορές τον χρόνο» (δηλώσεις 5/8/2011). Διατηρεί όμως ταυτόχρονα τις 13 αρμοδιότητες που αναφέρει το νομοσχέδιο (άρ. 8 παρ. 10), διορίζει πρύτανη και κοσμήτορες, διαμορφώνει τον Οργανισμό του Ιδρύματος, χαράσσει στρατηγική και πολλά άλλα. Με πέντε συνεδριάσεις τον χρόνο, μάλλον αδύνατον.

2 Η επιλογή των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου
Για την εκλογή των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου το νομοσχέδιο προβλέπει «ενιαίο ψηφοδέλτιο» και «σύστημα ταξινομικής ψήφου», χωρίς καμία διευκρίνιση των τεχνικών παραμέτρων και των κανόνων κατανομής, οι οποίοι θα διευκρινιστούν αργότερα με υπουργική απόφαση, «που εκδίδεται εφ’ άπαξ» (άρ. 8, παρ. 4).

Υπό τον καινοφανή και αδόκιμο όρο «ταξινομική ψήφος» θα μπορούσε κανείς να διακρίνει τουλάχιστον τρία διαφορετικά, ως προς τη λειτουργία και τις επιπτώσεις τους, εκλογικά συστήματα (και πολλές ακόμη παραλλαγές): τη διαβαθμισμένη ψήφο (vote gradue), την ενιαία μεταβιβαστή ψήφο (STV) και την εναλλακτική ψήφο (alternative vote). Καμία διευκρίνιση από τους συντάκτες του νομοσχεδίου, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ανακάλυψαν το ιδανικό εκλογικό σύστημα, αλλά αρνούνται να μας το παρουσιάσουν. Εκτός και αν έχουν ως πηγή έμπνευσης την ψηφοφορία στη Γιουροβίζιον, αγνοώντας προφανώς πόσο εύκολα χειραγωγήσιμη είναι.

Σε κάθε περίπτωση, καθορισμός εκλογικού συστήματος με υπουργική απόφαση «που εκδίδεται εφ’ άπαξ» (δηλαδή δεν μπορεί να αλλάξει παρά μόνο με νόμο), αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία και συνιστά ανεπίτρεπτη εκχώρηση, εν λευκώ, νομοθετικής εξουσίας για ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα.

Βέβαια, ορισμένοι νεόκοποι ειδικοί επί των εκλογικών συστημάτων ισχυρίζονται ότι με το προτεινόμενο σύστημα (του οποίου αγνοούμε τις λειτουργικές παραμέτρους) απαιτείται το 52% των ψήφων (ούτε καν το 51%) για να εκλέξει μια οργανωμένη ομάδα τα 4 από τα 7 εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου (Β. Κιντή, «Το Βήμα», 31/8/2011). Πρόκειται για επιστημονική συμβολή διεθνούς εμβέλειας που θέτει σε νέες βάσεις τη θεωρία των εκλογικών συστημάτων.

3 Η δικτατορία του κοσμήτορα και η ημιδιορισμένη Σύγκλητος

Η αυταρχικότητα του προτεινόμενου μοντέλου διοίκησης αποτυπώνεται ανάγλυφα στην εμμονή του υπουργείου να διορίζονται οι κοσμήτορες των σχολών από το Συμβούλιο (άρ. 8, παρ. 10), σε συνδυασμό με τις δικτατορικές εξουσίες που τους ανατίθενται. Π.χ., ο κοσμήτορας «συγκροτεί τις επιτροπές επιλογής ή εξέλιξης» των μελών ΔΕΠ (άρ. 9, παρ. 5 και άρ. 19 παρ. 3β), ενώ ο πανίσχυρος κοσμήτορας της (ενιαίας για όλο το Πανεπιστήμιο) Σχολής Μεταπτυχιακών Σπουδών παρεμβαίνει ακόμη και για την κρίση των διδακτορικών διατριβών (άρ. 19, παρ. 6), το αντικείμενο της συντριπτικής πλειονότητας των οποίων του είναι παντελώς άγνωστο.

Η εμμονή στον διορισμό των κοσμητόρων έχει άμεσες επιπτώσεις και στη συγκρότηση της Συγκλήτου (άρ. 8 παρ. 20), τα μισά μέλη της οποίας θα είναι στην πράξη διορισμένα. Ετσι, στο σύνολο των οργάνων διοίκησης ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος τα μόνα άμεσα εκλεγμένα μέλη ΔΕΠ θα είναι 7 καθηγητές (ως εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου) και ένας περιορισμένος αριθμός μελών ΔΕΠ (κατά κανόνα 6 έως 8) που θα συμμετέχουν στην 20μελή Σύγκλητο.

4 Χρονοδιάγραμμα εφαρμογής

Ανεξάρτητα από τη συνολική άποψη που έχει κανείς για το υπό κρίση νομοσχέδιο, η εμμονή του υπουργείου ως προς την άμεση εφαρμογή του αν ψηφιστεί (άρ. 76) θα οδηγήσει σε πλήρη απορρύθμιση τη λειτουργία όλων των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων για την ακαδημαϊκή χρονιά 2011-2012. Κατ’ αρχάς με μια γενικευμένη προεκλογική περίοδο έως τις 15 Νοεμβρίου, στη συνέχεια με τις εμπλοκές που ενδεχομένως θα παρουσιαστούν στην επιλογή των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου, ακολούθως με την αναδιάταξη των Σχολών για την οποία μόνο συμβουλευτική γνώμη έχουν τα πανεπιστημιακά όργανα (άρ. 76, παρ. 7), ενώ την αποφασιστική εξουσία επιφυλάσσει για τον εαυτό του το υπουργείο Παιδείας κ.ο.κ.

ΥΓ. Η επικοινωνιακή υποστήριξη του νομοσχεδίου έχει κύριο άξονα την απαξίωση του δημόσιου Πανεπιστημίου, προβάλλοντας ως αντίδοτο την έννοια της αριστείας. Ωστόσο τα δείγματα γραφής του υπουργείου Παιδείας στον τομέα αυτό δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Πρόσφατα, π.χ., ανακοινώθηκαν με δύο χρόνια καθυστέρηση οι 400 προεπιλεγείσες από τις επιτροπές του υπουργείου προτάσεις, ενόψει της β’ φάσης του Προγράμματος «Θαλής». Μεταξύ των προτάσεων που απορρίφθηκαν ήταν και αυτή της ερευνήτριας του ΑΠΘ Αναστασίας Παπαδοπούλου, η οποία λίγες ημέρες αργότερα βραβεύτηκε από τη Διεθνή Εταιρεία Κυτταρικής Θεραπείας ως η καλύτερη νέα ερευνήτρια για το 2011 (βλ. «ΤΑ ΝΕΑ», 23-24/7/2011)

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

Μια νέα δυναμική για τα πανεπιστήμια



Δ. Κ. Ψυχογιός από το Βήμα

Το 1982 δεν υπήρχε Σύνοδος Πρυτάνεων αλλά μόλις κατατέθηκε ως νομοσχέδιο στη Βουλή ο μετέπειτα «νόμος-πλαίσιο» για την ανώτατη εκπαίδευση, 10 πρυτάνεις εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση ότι οι προτεινόμενες αλλαγές δεν θα έχουν «αναγεννητικά αποτελέσματα», δημιουργούν υπερόργανα που θα λειτουργούν ως «μηχανισμοί επιτηρήσεως και παρεμβάσεως στα ΑΕΙ», προβλέπουν «πολυδαίδαλες διαδικασίες» και «επιφέρουν υποβάθμιση των ΑΕΙ σε κατώτερες βαθμίδες διδασκαλίας» («Το Βήμα», 15 Ιουνίου 1982). Ολα αυτά τα επιχειρήματα, και πρόσθετα αντικαπιταλιστικού χαρακτήρα, υπάρχουν και στην ανακοίνωση της Συνόδου των Πρυτάνεων της 1ης Ιουλίου. Η ομοιότητα των καταστάσεων και των επιχειρημάτων δείχνει πόσο είναι δύσκολο να μεταρρυθμιστεί «από τα μέσα» ο πανεπιστημιακός θεσμός και πόσο αναγκαία ήταν η πρωτοβουλία της υπουργού Παιδείας Αννας Διαμαντοπούλου για τη δημιουργία νέου θεσμικού πλαισίου.

Νομίζω ότι αυτό που υποτιμάται στον δημόσιο διάλογο για τον νέο νόμο για τα πανεπιστήμια είναι πως για πρώτη φορά από το 1982 επιχειρείται συνολική και συνεκτική αντιμετώπιση των θεμάτων της ανώτατης εκπαίδευσης. Το επιχείρημα διαφόρων, κυρίως πανεπιστημιακών, ότι «κάθε υπουργός ετοιμάζει και τον δικό του νόμο» δεν ισχύει. Ουσιαστικές παρεμβάσεις επιχειρήθηκαν μόνο δύο φορές (επί Γεράσιμου Αρσένη και Μαριέττας Γιαννάκου) αλλά και αυτές τροποποιήσεις του υπάρχοντος νόμουπλαισίου του 1982 ήσαν, όχι συνολική αλλαγή του υπάρχοντος καθεστώτος, όπως συμβαίνει σήμερα.

Η μεταρρύθμιση του 1982 μπορεί να συνοψιστεί στο προοδευτικό τετράπτυχο κατάργηση της έδρας- εκδημοκρατισμός- φοιτητική συμμετοχή- ελαστικότητα σπουδών. Στη διάρκεια των δεκαετιών που ακολούθησαν το τετράπτυχο δεν μπόρεσε να αποτρέψει την υποβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης και τη βασική ευθύνη έχουν προφανώς οι πανεπιστημιακοί που διοικούσαν τα πανεπιστήμια. Νομίζω ότι το βασικό πρόβλημα ήταν η διάχυση της ευθύνης σε πολυμελή συλλογικά όργανα που στην πραγματικότητα ελέγχονταν από τον εκάστοτε επικεφαλής τους. Η Γενική Συνέλευση του Τμήματος, που θα μπορούσε να φθάσει και τα 55-60 μέλη, αποφάσιζε για όλα τα ακαδημαϊκά θέματα, όπως και για την επαγγελματική σταδιοδρομία των πανεπιστημιακών (κρίσεις για προσλήψεις και προαγωγές). Είναι πασίγνωστη η οργανωτική αρχή ότι όσο πολυπληθέστερο είναι το όργανο που αποφασίζει τόσο ευκολότερα χειραγωγείται και τόσο μεγαλύτερες εξουσίες αναθέτει στους επικεφαλής του- για τούτο και οι αρχηγοί κομμάτων, αν θέλουν να εξουδετερώσουν κεντρικές επιτροπές και πολιτικά γραφεία, δεν τα καταργούν, απλώς αυξάνουν τον αριθμό των μελών τους. Στην πραγματικότητα, τις αποφάσεις για τα τμήματα έπαιρναν οι πρόεδροι και για τα πανεπιστήμια οι πρυτάνεις σε συνεργασία ή σε ανταγωνισμό με άλλους που ήθελαν να γίνουν πρόεδροι ή πρυτάνεις αλλά φυσικά δεν ήθελαν να αλλάξουν την προσωποπαγή δομή εξουσίας. Επιπλέον, η πληθωρική συμμετοχή των φοιτητικών παρατάξεων με τις απολύτως ελεγχόμενες κομματικά ψήφους στις εκλογικές διαδικασίες είχε μετατρέψει τις περίφημες δημοκρατικές διαδικασίες σε παζάρι μεταξύ επίδοξων πρυτάνεων ή προέδρων και τσελιγκάδων που υπόσχονταν ότι το κοπάδι θα προσερχόταν να ψηφίσει συντεταγμένο τον υποψήφιο.

Ελεγχοι δεν υπήρχαν: το υπουργείο εξέταζε απλώς τη νομιμότητα των αποφάσεων για τις εξελίξεις των πανεπιστημιακών και ο πάρεδρος του ελεγκτικού συνεδρίου τη νομιμότητα των δαπανών, με αποτέλεσμα να ανθούν η οικογενειοκρατία και οι πελατειακές σχέσεις και πολλά τμήματα ή πανεπιστήμια να μετατρέπονται σε μικρές (ενίοτε και μεγάλες) οικογενειακές επιχειρήσεις όπου βολεύονταν φίλοι και συγγενείς, με ακραίο παράδειγμα τα γνωστά που συνέβησαν στο Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας του Καποδιστριακού.

Η δομή εξουσίας με τον νέο νόμο γίνεται συγκεντρωτική- αλλά αυτό δεν την κάνει αντιδημοκρατική: το διοικητικό συμβούλιο κάθε ιδρύματος με τους επτά καθηγητές που θα εκλέγονται από το σύνολο του διδακτικού προσωπικού, οι οποίοι θα προσλαμβάνουν και επτά εξωτερικά μέλη, ορίζει τον πρύτανη και τους κοσμήτορες που διοικούν το πανεπιστήμιο και τις σχολές- και από εκεί και πέρα τους ελέγχει. Θεωρώ ότι πρόκειται για ισορροπημένο σύστημα που υπόσχεται ορθή λειτουργία, δεδομένου ότι απαιτούνται ισχυρές πλειοψηφίες για αυτούς τους διορισμούς και η εκλογή των επτά πανεπιστημιακών είναι δύσκολο να ελεγχθεί από μικρές ομάδες, όπως εξήγησε σε άρθρο της εδώ στο «Βήμα» την περασμένη Κυριακή η Βάσω Κιντή. Πολλοί, και η σύνοδος των πρυτάνεων, προτείνουν να διατηρηθεί η υπάρχουσα μονοκρατορία του πρύτανη και να ορίζεται από τη σύγκλητο (δηλαδή, από τον πρύτανη) εποπτικό συμβούλιο.

Επομένως, ο ισχυρισμός ότι από δημοκρατικό σύστημα εσωτερικής διακυβέρνησης των πανεπιστημίων μεταβαίνουμε σε αυταρχικό και ελεγχόμενο από μειοψηφίες σύστημα δεν ευσταθεί. Σήμερα το σύστημα είναι προσωποπαγές, πελατειακό, οικογενειοκρατικό, ανεξέλεγκτο. Χειρότερη κατάσταση από τη σημερινή δύσκολα μπορεί να υπάρξει- αν και δεν αποκλείεται οι πολιτικές και ακαδημαϊκές δυνάμεις που κατεδάφισαν την ανώτατη παιδεία, κυρίως κατά την τελευταία επταετία, να το καταφέρουν και αυτό. Ολες οι συντεχνίες της ελληνικής κοινωνίας έχουν αποδείξει ότι εξαιρετικά δύσκολα εκχωρούν τα προνόμιά τους.

Η συζήτηση όμως για τα προβλήματα διοίκησης δεν θα πρέπει να εκμηδενίσει τις αναφορές στις άλλες θετικές προβλέψεις του νομοσχεδίου, που μεταξύ των άλλων είναι:

* Η εισαγωγή των νέων φοιτητών σε σχολές και όχι σε τμήματα. Ηταν εντελώς παράλογο κάποιο παιδί να μην μπορεί να μετακινηθεί, π.χ., από το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Παντείου στο Τμήμα Επικοινωνίας του ίδιου πανεπιστημίου ή το αντίστροφο. Πιστεύω όμως ότι αυτή η επιλογή θα έπρεπε να γίνεται στο τέλος του δεύτερου έτους και όχι του πρώτου.

* Η ανάθεση της κρίσης για την εκλογή/εξέλιξη των πανεπιστημιακών σε επταμελή επιτροπή που συγκροτείται από μέλη της σχολής και πανεπιστημιακούς άλλων πανεπιστημίων. Ως τώρα η ευθύνη αυτή ανήκε στον περίκλειστο χώρο των τμημάτων και ήταν εύκολη η αναπαραγωγή των ακαδημαϊκών μικροομάδων και οικογενειών.

* Η υποχρέωση να περνούν και από άλλα πανεπιστήμια οι διδάκτορες που θέλουν να ακολουθήσουν ακαδημαϊκή σταδιοδρομία ώστε να αποδυναμωθεί και άλλο το φαινόμενο θερμοκηπιακής αναπαραγωγής μέσα στα τμήματα.

Προφανώς, σε τόσο μεγάλο και πολύπλοκο νομοσχέδιο θα υπάρχουν λάθη, ατέλειες και παραλείψεις που θα εντοπίσουν άλλοι αρμοδιότεροι κατά την κοινοβουλευτική διαδικασία. Αλλά το θέμα δεν είναι οι λεπτομέρειες. Το θέμα είναι ότι το νομοσχέδιο είναι προς τη σωστή κατεύθυνση: δημιουργεί τις προϋποθέσεις ανοίγματος των πανεπιστημίων στην κοινωνία και ουσιαστικού ελέγχου αυτών που τα διοικούν. Θα δημιουργήσει νέα δυναμική στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, αντίστοιχης έντασης και σημασίας με αυτή που προκάλεσε 30 χρόνια πριν ο τότε «νόμος-πλαίσιο». Φυσικά, μπορεί να είναι καταστροφική δυναμική, όπως απειλούν οι πρυτάνεις που ανακοίνωσαν ήδη ότι θα κλείσουν τα πανεπιστήμια από την 1η Σεπτεμβρίου, και προφανώς κάποιοι κομματικοί μηχανισμοί θα προσπαθήσουν να βγάλουν τους φοιτητές στους δρόμους. Αντίστοιχες απειλές διατύπωναν και οι συντηρητικές «Ενώσεις Καθηγητών» που το 1982 προσπαθούσαν να διαφυλάξουν τα κεκτημένα των μελών τους- αλλά δεν τα κατάφεραν. Ας ελπίσουμε ότι και σήμερα πανεπιστημιακοί και φοιτητές θα φανούν ωριμότεροι από τους εκπροσώπους τους.

Ρsychoyos@tovima.gr


Σάββατο, 6 Αυγούστου 2011

Μια ανέλπιστη «επιτυχία»




Του Πάσχου Μανδραβέλη από Καθημερινή 

Η αξιολόγηση των ΑΕΙ είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Γίνεται παντού, αλλά μόνο στην Ελλάδα ξεσηκώνει τόσες γκρίνιες. Για τους δικούς μας καθηγητές και κυρίως πρυτάνεις, αυτά είναι αγγλοσαξονικά πράγματα του διαβόλου, που δεν μπορούν να χωρέσουν το μεγαλείο των ελληνικών ΑΕΙ. Το ελληνικό πανεπιστήμιο προφανώς είναι κάτι σαν τη «μεγαλοσύνη των εθνών», που 'λεγε και ο Κωστής Παλαμάς. Δεν μετριέται με δείκτες, αλλά «με της καρδιάς το πύρωμα».
Οι κατάλογοι κατατάξεων των πανεπιστημίων είναι μια πιο light αξιολόγηση. Παίρνουν κάποιους δείκτες επιδόσεων των πανεπιστημίων (δημοσιεύσεις καθηγητών σε σοβαρά επιστημονικά περιοδικά, ερευνητικά προγράμματα, μέχρι και πόσοι απόφοιτοι βρίσκουν δουλειά δύο χρόνια μετά την αποφοίτησή τους), σταθμίζουν αυτούς τους δείκτες και κατατάσσουν τα ΑΕΙ. Κι αυτά δεν μας αρέσουν. Οχι μόνο διότι μετά βίας μπαίνουν δύο ελληνικά πανεπιστήμια στα 500 πρώτα, αλλά γιατί και πάλι αρχίζει το γαϊτανάκι, ότι αυτοί οι δείκτες «είναι πολύ της αγοράς, ρε παιδάκι μου!» ή δεν μπορούν να ανιχνεύσουν τα κρυφά χαρίσματα των wannabe «απροϋπόθετων ΑΕΙ».
Τον περασμένο μήνα η χώρα είχε μια ανέλπιστη επιτυχία. Η πρυτανεία του ΕΜΠ ανακοίνωνε περήφανη ότι «το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο κατέλαβε το 2010 την επίζηλη 17η θέση, μαζί με τον Ολλανδικό Ερευνητικό Οργανισμό TNO στην Ευρωπαϊκή Κατάταξη Ερευνας, μεταξύ 100 ερευνητικών ιδρυμάτων. Η πρυτανεία του Ιδρύματος εκφράζει θερμά συγχαρητήρια στους συναδέλφους ερευνητές και εύχεται - ελπίζει το 2011 το Ιδρυμα να ανέβει ψηλότερα».
Χαρήκαμε όλοι, χάρηκε και η υπουργός που έστειλε επιστολή «θερμά συγχαρητήρια για την κατάκτηση της σημαντικής διάκρισης του Μετσόβιου Πολυτεχνείου να συμπεριληφθεί ανάμεσα στα κορυφαία Ερευνητικά Ιδρύματα της Ευρώπης» και αρχίσαμε να ψάχνουμε το European Research Ranking που μας έδωσε την υψηλή αυτή θέση. Δεν καταλάβαμε από πού κρατάει η σκούφια του, διότι το μόνο στοιχείο ταυτότητας είναι κάποιος Dr Robert Huber με μια διεύθυνση στη Βρέμη της Γερμανίας. Είδαμε το Μετσόβιο στη 17η-18η θέση και χαρήκαμε, αλλά στην αμιγώς ελληνική κατάταξη υπήρχαν διάφορα περίεργα. Είδαμε δηλαδή το υπό ίδρυση Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας υψηλότερα από το Αριστοτέλειο, την εταιρία Singular Logic οκτώ θέσεις πάνω από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, το «Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος Α. Ε.» δεκατρείς θέσεις πάνω από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο.
Τις απορίες λύνουν τα (λίγα, ομολογουμένως) σχόλια αναγνωστών που υπάρχουν σ' αυτή την ιστοσελίδα, που αναφέρουν ότι αυτή η κατάταξη «αφορά κυρίως τη χρηματοδότηση διαφόρων ερευνητικών κέντρων. Επομένως είναι φανερό ότι αυτοί που σχετίζονται με μεγάλα προγράμματα παίρνουν τα πιο πολλά λεφτά. Υπ' αυτή την έννοια θα παρατηρήσατε ότι κορυφαία ευρωπαϊκά ιδρύματα όπως η Οξφόρδη (πλην ενός παραρτήματος) το London School of Economics κ. λπ. απουσιάζουν από τον κατάλογο. Συνεπώς πρόκειται για ποσοτική παρά ποιοτική κατάταξη».
Στην ουσία η εν λόγω κατάταξη που παιανίσαμε είναι ένας άγνωστος δικτυακός τόπος, που έκανε κάποιος άγνωστος Γερμανός και τελικά δεν έχει μεγάλη σημασία. Αλλά εδώ που φτάσαμε και αυτή η διάκριση χαρά μάς φέρνει. Αρκεί να μη χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για να μην αλλάξει τίποτε στα ΑΕΙ.

και ένα σχόλιο αναγνώστη:



Τελείωσα το Μετσόβιο το 1970. Τότε είχαμε δέκα ώρες υποχρεωτικές μάθημα κάθε μέρα, και το Σάββατο πέντε. Εξεταστικές περίοδοι δύο: Ιούνιο και Σεπτέμβριο. Για το υψηλό επίπεδο και την δυσκολία των εξετάσεων ήταν ονομαστό το ΕΜΠ. Τα απλά παραδείγματα στον πίνακα των παραδόσεων, τα έκαναν στο διδακτορικό στα ξένα Πολυτεχνεία, όπως μας έλεγαν οι καθηγητές μας.Άν αποτυγχάναμε σε ένα και μόνο μάθημα, μέναμε στην ίδια τάξη, και επαναλαμβάναμε όλα τα μαθήματα από την αρχή, και αυτά που είχαμε περάσει. Άν χάναμε δύο έτη σπουδών , αποβαλόμασταν από το ΕΜΠ. Αυτά ίσχυαν από ιδρύσεώς του. Η δικτατορία δεν άλλαξε τίποτα.
Λεπτομέρεια: Το ΕΜΠ τότε στις σοβαρές κατατάξεις ερχόταν μεταξύ των πέντε πρώτων της Ευρώπης, και σε επίζηλη θέση παγκοσμίως. Τυχαίο; Δεν νομίζω.
Τα αγαθά κόποις κτώνται. Ούτε με καταλήψεις, ούτε με αναρχισμούς, ούτε με, χωρίς λόγο, απεργίες, ούτε με νεποτισμό , οικογενειοκρατία , κομματοκρατία, και δικτατορία των μετριοτήτων.
Σχολίασε ο/η XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ 

To site αξιολόγησης εδώ 

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

Η συντήρηση ως πρόοδος



του Μιχάλη Ζουμπουλάκη από τα ΝΕΑ (4/08/2011)

Στην πολιτική ιστορία κάθε χώρας έρχονται κρίσιμες περίοδοι μεγάλων αλλαγών. Για όσους είναι μαθημένοι στον δυτικό τρόπο σκέψης, όπως αυτός διαμορφώθηκε μετά τον Διαφωτισμό, της γραμμικής εξέλιξης των πραγμάτων, το εκκρεμές της πολιτικής ιστορίας κινείται μεταξύ προόδου και συντήρησης. Συνηθίζουμε να θεωρούμε προοδευτική όποια μεταβολή συμβάλλει στην αλλαγή των πραγμάτων και συντηρητική κάθε προσπάθεια αποτροπής της αλλαγής αυτής. Το Ετυμολογικό Λεξικό του Μπαμπινιώτη ορίζει ως πρόοδο το «βάδισμα εμπρός (αλλά επί της οδού)». Η ετυμολογία έχει εδώ μεγάλη πολιτική σημασία όπως θα δείτε. Το θέμα μας είναι η μεταρρύθμιση στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση. Οι αλλαγές που επιχειρούνται σήμερα, δεν είναι μόνον εξαιρετικά κρίσιμες αλλά κατά τη γνώμη μου αποτελούν ένα πείραμα που δοκιμάζει την αντοχή του καθιερωμένου διαχωρισμού μεταξύ προόδου και συντήρησης. Για πρώτη φορά μετά το 1982, προτείνεται η καθολική αλλαγή του τρόπου λειτουργίας των πανεπιστημίων: νέος τρόπος διοίκησης, νέος τρόπος χρηματοδότησης και αναδιοργάνωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Μπορεί τα τελευταία δύο ζητήματα να είναι εξίσου σημαντικά ωστόσο καθορίζονται δραστικά από το μοντέλο διοίκησης. Η χρηματοδότηση και η εκπαιδευτική διαδικασία απορρέουν άμεσα από τον τρόπο διοίκησης των πανεπιστημίων. Σήμερα τη διοίκηση ασκούν πρυτάνεις και σύγκλητοι που εκλέγονται από τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, καθηγητές, φοιτητές και διοικητικούς υπαλλήλους. Στα μεγάλα και ιστορικά πανεπιστήμια της χώρας, η εφαρμογή αυτού του συστήματος ύστερα από 29 χρόνια έδειξε ότι αυτές οι εκλογικές διαδικασίες πόρρω απέχουν από το να είναι δημοκρατικές και κυρίως αποτελεσματικές: οι πρυτάνεις δεν εκπροσωπούν πάντα ούτε τους περισσότερους ούτε και τους καλύτερους, και οι σύγκλητοι δεν ασκούν παρά τυπικά τον έλεγχο των πράξεων του πρύτανη. Δεν είναι σπάνιες οι φορές που οι σύγκλητοι δεν μπορούν να συζητήσουν θέματα της ημερήσιας διάταξης επειδή μια μειοψηφία φοιτητών επιβάλλει διά της βίας ή διά των απειλών την αντίθεσή της. Αυτό πρέπει να αλλάξει.
Τι θα έπρεπε να κάνουν οι λεγόμενες «προοδευτικές» δυνάμεις της χώρας; Να εγκαλέσουν την κυβέρνηση για τις υπάρχουσες αγκυλώσεις και τα προβλήματα και να σηματοδοτήσουν τη δική τους κατεύθυνση αλλαγών, ανάλογα με το πολιτικό τους στίγμα. Αντίθετη θα έπρεπε να είναι η στάση των δυνάμεων της συντήρησης αλλά και όσων έχουν λόγους να επιθυμούν τη διατήρηση του status quo. Με δυο λόγια, ένας «ξένος» πολιτικός παρατηρητής, διαβάζοντας το νομοσχέδιο θα περίμενε η Δεξιά να λέει όχι, μαζί με τους πρυτάνεις και τα σωματεία των εργαζομένων, ενώ αντίθετα η Αριστερά με τους φοιτητές της και κάποιους προοδευτικούς καθηγητές - κυρίως των μικρότερων βαθμίδων και των συμβασιούχων - θα ήταν αναμενόμενο να στηρίζει τις αλλαγές ή ενδεχομένως και να κρίνει ότι οι συγκεκριμένες προτάσεις είναι κατώτερες του αναμενόμενου.

Ωστόσο, οι αντιδράσεις στις προτάσεις της μεταρρύθμισης είναι εν γένει αρνητικές. Η τεράστια πλειοψηφία του συνόλου της ακαδημαϊκής κοινότητας απέρριψε εξαρχής την ιδέα της μεταρρύθμισης με το ηχηρό «δεν αποτελούν βάση διαλόγου για συζήτηση». Σε αυτήν την οξύμωρη αντίδραση θέλω να εστιάσω: τι κοινό έχουν πρυτάνεις και αριστεροί φοιτητές και λένε από κοινού «όχι» σε κάθε αλλαγή; Αυτοί δεν ήταν οι φοιτητές που αντέδρασαν βίαια στον «νόμο Γιαννάκου» που ανέδειξε τους εν λόγω πρυτάνεις; Σε ποια κοινή βάση συμφωνούν καθηγητές Νομικής με αντιεξουσιαστές που αρνούνται κάθε θεσμοθετημένη εξουσία; Με ποια λογική κόμματα της Αριστεράς - κατά τεκμήριο δηλαδή προοδευτικά - στηρίζουν το υπάρχον φαύλο καθεστώς συναλλαγών μεταξύ καθηγητών και των φοιτητικών παρατάξεων που χρόνια τώρα στελεχώνουν τις κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης! Εχουμε κυριολεκτικά «χάσει τον Βορρά», όπως λένε στη χώρα του Αστερίξ!
Ας έρθουμε όμως στην ουσία: θεραπεύει το παρόν νομοσχέδιο τις στρεβλώσεις του υπάρχοντος συστήματος διοίκησης; Είναι το προτεινόμενο νέο μοντέλο διοίκησης καλύτερο από το προηγούμενο; Δυστυχώς ο νέος θεσμός του Συμβουλίου Ιδρύματος, όπως προτείνεται, είναι ολιγαρχικός και αδιαφανής γιατί προάγει τις εξωθεσμικές συναλλαγές. Προτείνει το σχέδιο νόμου ένα δεκαπενταμελές Συμβούλιο με «7 καθηγητές εκλεγμένους από τους καθηγητές του ιδρύματος, [...] 7 εξωτερικά μέλη που επιλέγονται [...] από τους εκλεγμένους καθηγητές του Συμβουλίου και ένα φοιτητή εκλεγμένο από τους φοιτητές». Αυτός ο τρόπος επιλογής έχει ολιγαρχικά και αδιαφανή στοιχεία που παραβιάζουν το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ γιατί:
1. Αν οι υποψήφιοι καθηγητές εκλέγονται από ενιαία λίστα υποψηφίων, αρκεί μια ισχυρή ομάδα με ενιαία συμφέροντα και αντιλήψεις να εκλέξει τέσσερα μόνον μέλη στο Συμβούλιο. Αυτοί οι 4 «εκλεκτοί» θα επιβάλλουν στον β' γύρο άλλα 4 εξωτερικά μέλη της αρεσκείας τους. Εχοντας την πλειοψηφία στο Συμβούλιο, θα επιλέξουν έτσι όχι μόνο τον πρύτανη της προτίμησής τους αλλά και τους κοσμήτορες των σχολών που θα διοικούν τις εκπαιδευτικές μονάδες του ιδρύματος δίνοντας λόγο μόνο στο Συμβούλιο.
2. Εκτός από ολιγαρχικός, αυτός ο τρόπος επιλογής, είναι και αδιαφανής γιατί ουδείς θα γνωρίζει γιατί οι εσωτερικοί επέλεξαν τους εξωτερικούς, με ποια κριτήρια, με ποιες δεσμεύσεις, ποιες υποσχέσεις κ.ο.κ. Το έμπειρον, ικανόν και ανιδιοτελές του κάθε εξωτερικού μέλους του Συμβουλίου, θα το μάθουμε κατόπιν. Και όλοι οι υπόλοιποι της ακαδημαϊκής κοινότητας θα υπομένουμε τουλάχιστον 4 χρόνια να εκφράσουμε την κρίση μας προς τους καθηγητές, που εξουσιοδοτήθηκαν εν λευκώ να επιλέξουν τους εξωτερικούς και τον πρύτανη.
3. Μείζον πρόβλημα είναι οι αρμοδιότητες αυτού του Συμβουλίου, το οποίο θα λαμβάνει όλες τις αποφάσεις χωρίς κανέναν ουσιαστικό έλεγχο: καθορίζει στρατηγικές του ιδρύματος, καταρτίζει οργανισμούς και εσωτερικούς κανονισμούς εσωτερικής λειτουργίας, εγκρίνει προϋπολογισμούς και απολογισμούς, «οργανώνει την ασφάλεια / προστασία των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας (;) και της περιουσίας του ιδρύματος», σύνολο 14 αρμοδιότητες που μέχρι σήμερα είχε η σύγκλητος ή το πρυτανικό συμβούλιο.
4. Τέλος, και λόγω των αδιαφανών δεσμών της «ομάδας των 4» με τα 4 εξωτερικά μέλη καθώς και της πιθανής συνύπαρξης δύο εξωτερικών κεφαλών του ιδρύματος, σε περίπτωση που και ο επιλεγείς πρύτανης τυγχάνει να είναι επίσης ξένος προς αυτό, παραβιάζεται και το αυτοδιοίκητο που επικαλείται το νομοσχέδιο στο άρθρο 1, αφού το ίδρυμα θα ετεροδιοικείται.

Τι πρέπει να γίνει; Ασφαλώς χρειάζεται μεγαλύτερη διοικητική αποτελεσματικότητα ταυτόχρονα με την υποχρέωση της κοινωνικής λογοδοσίας σε ανεξάρτητα όργανα ελέγχου. Αυτό δεν μπορεί όμως να γίνει αφαιρώντας το δικαίωμα από τους ακαδημαϊκούς να επιλέγουν δημοκρατικά τον πρύτανη και τους κοσμήτορες. Η αλλαγή του τρόπου διοίκησης, αν πραγματικά θέλει να ενισχύσει τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητα και την κοινωνική λογοδοσία είτε πρέπει να οδηγεί σε έναν εσωτερικά εκλεγμένο πρύτανη και κοσμήτορες που θα ελέγχονται και θα εποπτεύονται από ένα μεικτό συμβούλιο είτε σε μια ισχυρή και μικρότερη σύγκλητο με πλήρεις αρμοδιότητες που θα αντισταθμίζει την εξουσία του Συμβουλίου και τις επιλογές του. Η μετάθεση όλης της εξουσίας σε ένα πανίσχυρο και ανεξέλεγκτο συμβούλιο δεν αποτελεί πρόοδο σε σχέση με το υφιστάμενο προβληματικά αυτοδιοικούμενο πανεπιστήμιο.
Επικαλούμαι το Ετυμολογικό Λεξικό: πρόοδος είναι το «βάδισμα εμπρός (αλλά επί της οδού)». Και το παρόν νομοσχέδιο μάς εκτρέπει σε άλλη οδό, αυτήν της σταδιακής «απωλείας» του δημόσιου χαρακτήρα του πανεπιστημίου, αν αυτή είναι η θέληση του Συμβουλίου. Από την άλλη όμως, η πολιτική στάση της συνεχούς άρνησης κάθε προτεινόμενης αλλαγής είναι εντέλει βαθύτατα συντηρητική, παρά την προοδευτική ρητορική της.

Ο καθηγητής Μιχαήλ Ζουμπουλάκης
είναι αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας


Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

αρνητικά ρεκόρ καταγράφει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα


Αθήνα  από το Βήμα 2/08/11
Αρκετά αρνητικά ρεκόρ και δυσλειτουργίες ανάμεσα στις χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), παρουσιάζει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, όπως διαπιστώνεται σε έκθεση του διεθνούς οργανισμού που παρέδωσε την Τρίτη στην υπουργό Παιδείας κυρία Αννα Διαμαντοπούλου ο γενικός γραμματέας του Ανχελ Γκουρία.

Στην έκθεση διαπιστώνεται, κατ' αρχάς, ότι η Ελλάδα εμφανίζεται να υστερεί στο διεθνές πρόγραμμα μαθητικής αξιολόγησης PISA σε σχέση με χώρες που έχουν την ίδια ή και χαμηλότερη οικονομική ανάπτυξη, ενώ την τελευταία δεκαετία χώρες που ξοδεύουν το ίδιο ή και χαμηλότερο ποσό ανά μαθητή, σε σχέση με την Ελλάδα, εμφανίζουν μεγαλύτερη πρόοδο στις μαθητικές επιδόσεις. Αντίθετα, η πρόοδος των Ελλήνων μαθητών κινείται με πιο αργούς ρυθμούς.

Επισημαίνεται ακόμη ότι ο λόγος εκπαιδευτικός/μαθητές, καθώς και ο αριθμός των μαθητών ανά τάξη, είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη, ενώ οι εκπαιδευτικοί διδάσκουν τις λιγότερες ώρες την εβδομάδα σε σχέση με όλους τους ευρωπαίους συναδέλφους τους. Από την έρευνα των ειδικών του ΟΟΣΑ, πάντως, προκύπτει ότι οι μισθοί των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα είναι χαμηλότεροι από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, όμως, ο μέσος μισθός σε σχέση με τον αριθμό των μαθητών ξεπερνάει τον μέσο όρο των χωρών - μελών του Οργανισμού.

Η Ελλάδα είναι μία από τις ελάχιστες χώρες της Ευρώπης, όπου απουσιάζει ένα σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και του έργου τους, όπως και αξιόπιστοι δείκτες μέτρησης της αποτελεσματικότητας και της ποιότητας του συστήματος.

Αν και αναγνωρίζεται η θεαματική αύξηση του αριθμού των μαθητών που ολοκληρώνουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και συνεχίζουν τις σπουδές τους στην τριτοβάθμια, επισημαίνεται ότι η Ελλάδα κατέχει το μικρότερο ποσοστό των φοιτητών ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης που ολοκληρώνουν τις σπουδές τους στον προβλεπόμενο χρόνο φοίτησης. Με άλλα λόγια, τα ελληνικά πανεπιστήμια διαθέτουν τον μεγαλύτερο αριθμό "αιώνιων" φοιτητών σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Αναφέρεται, επίσης, ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι ένα από τα πλέον συγκεντρωτικά στην Ευρώπη, την ίδια ώρα που σε άλλες χώρες υπήρξε θεαματική αποκέντρωση με τα σχολεία και τα πανεπιστήμια να αντεπεξέρχονται με επιτυχία στις ανάγκες των μαθητών και των φοιτητών, αλλά και να βελτιώνουν τις συνθήκες εργασίας του εκπαιδευτικού προσωπικού και των ερευνητών.

Οι συντάκτες της έκθεσης σημειώνουν, τέλος, ακόμη ότι η μορφολογία του εδάφους, με τις πολλές μικρές ορεινές κοινότητες και τα μικρά νησιά, αποτελεί μια επιπλέον πρόκληση για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, προσθέτοντας ότι η εμπειρία από πολλές χώρες του ΟΟΣΑ αποδεικνύει ότι η αυτή η πρόκληση μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιτυχία.

Στην έκθεση αναφέρεται ότι η σημερινή κυβέρνηση έχει προωθήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις στις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης αλλά και τη διοικητική δομή του εκπαιδευτικού συστήματος.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον θεσμό του νέου σχολείου και το νόμο - πλαίσιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Όπως επισημαίνεται, οι μεταρρυθμίσεις αυτές κινούνται στο πνεύμα των "καλύτερων πρακτικών που έχουν υιοθετηθεί στις χώρες του ΟΟΣΑ".

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το μεγάλο στοίχημα για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα βρίσκεται στην αποκέντρωση, γεγονός που επισήμανε και στις δηλώσεις του ο γενικός γραμματέας του Οργανισμού. «Χρειάζεται αποκέντρωση γιατί το σύστημα είναι κεντρικό και αυτό αποτελεί μεγάλη πρόκληση» τόνισε ο κ. Γκουρία προσθέτοντας ότι «στην ανώτατη εκπαίδευση υπάρχουν ζητήματα που έχουν να κάνουν με τις εγγραφές και τις αποφοιτήσεις, τη σύνδεση των σπουδών με την αγορά εργασίας».
Από την πλευρά της, η υπουργός Παιδείας έκανε λόγο για «ένα σύνολο εξαιρετικά σημαντικών συστάσεων και προτάσεων, τις οποίες πήραμε και παίρνουμε υπ' όψιν σε όλη την προσπάθεια των αλλαγών στην Παιδεία» και πρόσθεσε ότι «η συνεργασία θα συνεχιστεί, γιατί χρειαζόμαστε τους καλύτερους από όλο τον κόσμο, όπως και τα καλύτερα παραδείγματα από όλο τον κόσμο».