Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Η μοίρα της Ελλάδας

ΤηςΕλισάβετ Κοτζιά, Καθημερινή, 31,12,10
"Η ουσία ωστόσο παραμένει η ίδια: ότι όπως τότε, έτσι και σήμερα η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να αποσαφηνίσει το άρρητο περιεχόμενο του ονόματος που δίνει στον εαυτό της, δεν είναι σε θέση να σκεφτεί το πεπρωμένο της, έτσι ώστε να το εκφράσει μέσω της γλώσσας, δεν είναι σε θέση να κινητοποιήσει ψυχολογικές αναπαραστάσεις που να μην εξαντλούνται στη «γεύση» της καθημερινής ζωής, δεν είναι σε θέση να αντικαταστήσει τον μύθο, τον θρύλο και την ιδεολογία με τη δημιουργική ιδέα που τείνει προς την πραγμάτωσή της, δεν είναι σε θέση να πετύχει την παραγωγή μιας σκέψης που θα έκανε όλες τις ελληνικές κατακτήσεις να συγκλίνουν προς μιαν ενότητα"
Ενα από τα αξιοπερίεργα που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι ότι στις δύο τελευταίες δεκαετίες πραγματοποιήθηκε μια άνευ προηγουμένου διακίνηση ιδεών στον ελληνικό πνευματικό χώρο: με τις πολλές εκατοντάδες ελληνικών μελετών που είδαν το φως, με τις ισάριθμες μεταφράσεις βαρυσήμαντων έργων θεωρίας, με τις αναρίθμητες διαλέξεις, με τα συνέδρια, με τις βιβλιοπαρουσιάσεις, με τις ευκολίες της ηλεκτρονικής διασύνδεσης, με τη μαζική είσοδο στα πανεπιστήμια γερά καταρτισμένων επιστημόνων.
Τι συνέβη ωστόσο και όλη αυτή η συστηματική πνευματική δραστηριότητα δεν μεταβολίστηκε σε ρωμαλέα πνευματική ζωή; Και επειδή το ζητούμενο (το πότε αποκτούμε ρωμαλέα πνευματική ζωή) παραμένει ασαφές, το κριτήριο που θέτω είναι η ικανότητα σύνθεσης, η δυνατότητα της κοινότητας να θέτει γενικής υφής ζητήματα που την αφορούν, να ανταλλάσσει απόψεις και να παράγει (συγκλίνουσες και αποκλίνουσες) απαντήσεις. Εχοντας διατυπώσει το ερώτημα σε πρόσφατο δημόσιο διάλογο, συναντώ την απάντηση σε ένα δοκίμιο τόσο εύστοχο και διεισδυτικό, ώστε, αν και γραμμένο μισόν αιώνα πριν, να διατηρεί ακέραια την επικαιρότητά του. Εγραφε ο φιλόσοφος Κώστας Αξελός (1924-2010) στο γαλλικό περιοδικό Esprit το 1954 σε δοκίμιο που κυκλοφορεί σήμερα με τον τίτλο «Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας» (Νεφέλη, μετ. Κατερίνα Δασκαλάκη, σελ. 65): «Η σύγχρονη Ελλάδα τρέφεται με τη δυτική σκέψη, «τρέφεται» σημαίνει: δέχεται τους καρπούς που καλλιεργούνται αλλού. Αυτό που της λείπει είναι το σύνολο: οι ρίζες, ο κορμός και τα κλαδιά του δέντρου. Φυσικά, όπως παντού, υπάρχουν θάμνοι, αλλά δεν είναι αρκετά ισχυροί, ώστε να φιλτράρουν το φως μέσα απ' το φύλλωμά τους και να δημιουργήσουν μιαν ακόμα αληθινή σκιά. Καθώς λείπουν οι ρίζες του δέντρου, είναι προφανές πως δεν υπάρχουν ούτε ο κορμός της γνώσης ούτε οι κλάδοι των επιστημών. Μπορεί η σύγχρονη Ελλάδα να «τρέφεται» με τη δυτική σκέψη, αλλά προσπαθεί απεγνωσμένα να χωνέψει τις ξένες επιστημονικές επιτεύξεις. Στην πραγματικότητα, η δίδυμη αδελφή της επιστήμης, η τεχνική, λείπει παντελώς. Οι Νεοέλληνες δεν κατασκευάζουν τον κόσμο, ούτε καν την ίδια τη χώρα τους. Δεν ξέρουν να «φτιάχνουν». Οι άνθρωποι της χώρας αυτής κοπιάζουν, αλλά δεν παράγουν έργο. Μεγάλα έργα -της σκέψης ή της επιστήμης, της τεχνικής ή της τέχνης- δεν βλέπουν το φως της ημέρας. Ο όρος δυνατότητα, χάνοντας την πρωταρχική του σημασία (αυτού που καθιστά δυνατή την επίκαιρη πραγμάτωσή του) κατέληξε να σημαίνει τον ευσεβή πόθο».
Ποια προϋπόθεση θέτει ο Αξελός για να μετατραπεί η Ελλάδα από εισαγωγέα-καταναλωτή ξένων επιτευγμάτων σε παραγωγό-κατασκευαστή του πεπρωμένου της; Την ικανότητα ανταπόκρισης στη νεωτερική πραγματικότητα: και ως νεωτερικό ορίζει αυτό που είναι θεμελιωμένο στη δρώσα υποκειμενικότητα, αυτό που διαθέτει αυτό-συνείδηση η οποία ερμηνεύει τον εαυτό της και τον κόσμο, αυτό που τρέφεται από τη θέληση για δύναμη και δεν διστάζει να εξορμήσει για να κατακτήσει τον κόσμο. Η παράδοση από την οποία αντλεί η νεωτερικότητα βρίσκεται, κατά τον Αξελό, στη φιλοσοφία του Ντεκάρτ, του Καντ, του Χέγκελ και του Μαρξ, καθώς και στη στρατιωτική τεχνική, στην πολιτική και στη φυσικομαθηματική επιστήμη. Με αποτέλεσμα νεωτερικός να σημαίνει ισχυρός, συνειδητός, οργανωτικός και τεχνικός. Μπορεί λοιπόν οι Ελληνες βοσκοί να μην είναι σήμερα βοσκοί, και οι ψαράδες να μην είναι ψαράδες όπως θεωρούσε πως ήταν στα μέσα της δεκαετίας του '50 ο Αξελός. Μπορεί ακόμα ο λόγος του κειμένου να υπήρξε ιστορικά προσδιορισμένος από προτεραιότητες που έθετε στην εποχή εκείνη η γενιά του '30 έτσι ώστε ο δοκιμιογράφος να αναδεικνύει ως μείζονα αυταπάτη της νεοελληνικής αυτοσυνείδησης τον ελληνοκεντρισμό. Η ουσία ωστόσο παραμένει η ίδια: ότι όπως τότε, έτσι και σήμερα η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να αποσαφηνίσει το άρρητο περιεχόμενο του ονόματος που δίνει στον εαυτό της, δεν είναι σε θέση να σκεφτεί το πεπρωμένο της, έτσι ώστε να το εκφράσει μέσω της γλώσσας, δεν είναι σε θέση να κινητοποιήσει ψυχολογικές αναπαραστάσεις που να μην εξαντλούνται στη «γεύση» της καθημερινής ζωής, δεν είναι σε θέση να αντικαταστήσει τον μύθο, τον θρύλο και την ιδεολογία με τη δημιουργική ιδέα που τείνει προς την πραγμάτωσή της, δεν είναι σε θέση να πετύχει την παραγωγή μιας σκέψης που θα έκανε όλες τις ελληνικές κατακτήσεις να συγκλίνουν προς μιαν ενότητα, δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει μιαν επιδίωξη ικανή να κατευθύνει τις προσπάθειες και να τις διασυνδέσει μεταξύ τους. Αποτέλεσμα, ο περιορισμός της στο τοπικό που εξαντλείται γρήγορα και η περιχαράκωσή της στον ναρκισσισμό μιας νωθρότητας που αυτοχαρακτηριζόμενη ως ιδιαιτερότητα, αδυνατεί να πραγματώσει οτιδήποτε αξιόλογο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου