Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Ινστιτούτο του Φροϋδικού Πεδίου
Κέντρο Ψυχαναλυτικών Ερευνών της Αθήνας
ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΚΛΙΝΙΚΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ
Πώς λειτουργεί η ψυχανάλυση με τα παιδιά και τους εφήβους;
Δεύτερη συνάντηση: Ρεθύμνου 12, Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου, στις 8.30 μμ.

Το «ξύπνημα της άνοιξης» θα μας απασχολήσει στη δεύτερη συνάντηση. Έτσι αποκάλεσε ο Λακάν την εφηβεία, εμπνεόμενος από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Φρανκ Βέντεκιντ. Είναι η περίοδος κατά την οποία το υποκείμενο καλείται να επαναδιαπραγματευτεί το οιδιπόδειο μέσα από τη συγκυρία της συνάντησης με το Άλλο φύλο. Θα εξετάσουμε αυτή την κρίσιμη καμπή στη ζωή του νεαρού υποκειμένου με τη βοήθεια μιας κλινικής περίπτωσης που θα παρουσιάσει η συνάδελφoς Ευθυμία Κατσικανδαράκη.
Το Σεμινάριο εντάσσεται στις δραστηριότητες του νεοσύστατου Κέντρου Ψυχαναλυτικών Ερευνών, και απευθύνεται κατά κύριο λόγο σε ψυχιάτρους, παιδοψυχιάτρους, ψυχολόγους, νοσηλευτές, παιδαγωγούς, καθώς και στους φοιτητές των συναφών κλάδων.
Η συμμετοχή στις δύο πρώτες συναντήσεις είναι δωρεάν, αρκεί να δηλωθεί σε κάποιον από τους υπεύθυνους. Για τη συνέχιση της παρακολούθησης θα απαιτηθεί η εγγραφή στο ευρύτερο εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Κέντρου.
Πληροφορίες, δηλώσεις συμμετοχής: Βλάσης Σκολίδης,  lasko-2@otenet.gr, τηλ. 210.74.84.980- Μαρίνα Φραγκιαδάκη,  frangiadaki@yahoo.fr, τηλ. 211.700.96.11

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση


για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση


.
Σήμερα το Πανεπιστήμιο μπαίνει και πάλι σε μεταρρυθμιστική τροχιά. Σίγουρα οι συνθήκες δεν είναι οι καλύτερες. Σε καθεστώς γενικευμένων περικοπών, που μειώνουν τις αποδοχές του πανεπιστημιακού δασκάλου σε συγκριτικά εξευτελιστικά επίπεδα, ποιες δυνάμεις θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν για να στηρίξουν τις ριζικές αλλαγές που χρειάζεται να γίνουν στα Πανεπιστήμια; Θα ήταν όμως λάθος, ιδίως στην παρούσα συγκυρία, εάν αφήναμε να πάει χαμένη και αυτή η ευκαιρία.
.
Α) Η αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης
.
Είμαστε από αυτούς που εδώ και χρόνια υποστηρίζουν με πάθος την ανάγκη για ριζικές μεταρρυθμίσεις στην ανώτατη εκπαίδευση. Αν και δεν συμφωνούσαμε σε όλα μαζί του, στηρίξαμε την εφαρμογή του νόμου Γιαννάκου, ώστε ν’ αρχίσει να κινείται κάτι και στο χώρο μας (άσυλο, αξιολόγηση, ECTS, καθολική ψηφοφορία, πολλαπλό σύγγραμμα). Οι συνδικαλιστικές παρατάξεις που ήλεγχαν τότε την ΠΟΣΔΕΠ αρνούνταν, στο όνομα του δημόσιου πανεπιστημίου, οποιαδήποτε συζήτηση για αλλαγή, στέλνοντας αντιδραστικά μηνύματα στην κοινωνία.
.
Σήμερα, όλοι πλέον συμφωνούν πάνω στην αναγκαιότητα για μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης, ανεξάρτητα αν –σχεδόν όλοι– διαφωνούν με το προτεινόμενο από την Κυβέρνηση πλαίσιο. Για δε τις ανάγκες ενός διαλόγου μαζί της, τον οποίο σχεδόν όλοι αυτή τη φορά αποδέχονται, πολλοί είναι εκείνοι που –ατομικά ή συλλογικά– συντάσσουν και προωθούν αντιπροτάσεις, συχνά αποσπασματικές αν όχι περιπτωσιολογικές (χωρίς να υποστηρίζουμε ότι και το κείμενο διαβούλευσης του Υπουργείου συνιστά υπόδειγμα συνεκτικού πλαισίου διαλόγου). Πολύ βιαστικά προσπεράσαμε, ωστόσο, τα θεμελιώδη. Αφού ούτως ή άλλως δεν θα καταφέρουμε να συμπέσουμε στις μεταρρυθμιστικές προτάσεις, ούτε μεταξύ μας, ούτε με την Κυβέρνηση, ας επιχειρήσουμε τουλάχιστον να συμφωνήσουμε στους λόγους για τους οποίους πιστεύει η πλειοψηφία από μας ότι επιβάλλεται να γίνουν σήμερα αλλαγές στην ανώτατη εκπαίδευση.
.
Σύμφωνα με έρευνα που έγινε στο ΑΠΘ πριν μερικά χρόνια, το 67% των αποφοίτων μας φιλοδοξούσε να βρει μια θέση στο Δημόσιο. Στα κορίτσια, το ποσοστό αυτό ανέβαινε στο 75%. Σχολές που παλαιότερα δεν ήσαν καν πανεπιστημιακές (και σε πολλές χώρες εξακολουθούν να μην είναι), στην Ελλάδα γίνανε από τις δημοφιλέστερες μεταξύ των πρωτευσάντων στις πιο σκληρές εισαγωγικές εξετάσεις, μόνο και μόνο γιατί διασφάλιζαν μια θέση στο Δημόσιο. Μια θέση που σε άλλες εποχές η κοινωνία την θεωρούσε «θεσούλα των τριών κι εξήντα», στις μέρες μας μετατράπηκε σε πρότυπο επαγγελματικής αποκατάστασης των καλύτερων παιδιών μας! Ποιος, άραγε, από μας μπορεί να αισθάνεται υπερήφανος γι’ αυτή την εξέλιξη; Δεν μπορεί, λοιπόν, να αμφισβητηθεί καλόπιστα το γεγονός ότι –ως σύστημα που υπηρετεί μια συγκεκριμένη κοινωνία– η Ανώτατη Εκπαίδευση στην Ελλάδα απέτυχε, τόσο κατά την είσοδο των νέων σε αυτή, όσο και κατά την έξοδό τους από αυτήν.
.
Ετούτη η διπλή γενική αποτυχία, ανεξαρτήτως των επιμέρους επιτευγμάτων, που υπάρχουν αλλά δε μεταβάλλουν τη γενική εικόνα, πρέπει τουλάχιστο να μας προβληματίσει. Πολύ περισσότερο που συνδέεται άρρηκτα με την κατάσταση πτώχευσης στην οποία έχει περιέλθει το ελληνικό Δημόσιο, αναπόσπαστο μέρος του οποίου είμαστε και εμείς. Εδώ και τριάντα χρόνια, η τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας αναπαράγει το ιδιόμορφο εγχώριο αναπτυξιακό μοντέλο, που επινοήθηκε, εκκολάφθηκε και καλλιεργήθηκε με ευλαβική προσήλωση από όλες ανεξαρτήτως τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του τόπου μεταπολιτευτικά. Ένα μοντέλο που συνέδεε τους τίτλους σπουδών όχι με την παροχή ή την απόκτηση ουσιαστικής γνώσης, αλλά με τη δυνατότητα διορισμού του αποφοίτου στο Δημόσιο. Εφόσον το τελευταίο έπαυσε πλέον να προσλαμβάνει, το μοντέλο αυτό δοκιμάζεται και μαζί του ολόκληρο το σύστημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
.
Παρά ταύτα, το ελληνικό πανεπιστήμιο βρίσκεται ακόμη στο κέντρο της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας, και αυτό είναι πλεονέκτημα για τη διάσωσή του με τη μορφή που έχει σήμερα. Σε μας εναπόκειται εάν θα παραμείνει εκεί ή θα μεταβληθεί σε μια απλή –και μάλιστα φτωχή– συνιστώσα, όπως έχει γίνει σε άλλες χώρες. Εμείς το θέλουμε στο κέντρο της εκπαίδευσης, με σαφή βελτίωση της δημόσιας υπηρεσίας που παρέχει, χάριν των φοιτητών του, της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας και του μέλλοντος αυτού του τόπου. Διαφορετικά, είναι βέβαιον πως η κοινωνία και οικονομία θα βρουν εναλλακτικούς τρόπους να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους.
.
Όσοι εξ ημών προσβλέπουν ακόμη στο ρυθμιστικό προστατευτισμό της Πολιτείας και στην αδιαπραγμάτευτη χρηματοδοτική της στήριξη για να συντηρήσουν ένα σύστημα που εξαντλείται στη διασφάλιση άπειρων ιδιωτικών μικροσυμφερόντων στο εσωτερικό του, θα ανακαλύψουν πολύ πριν τη συνταξιοδότησή τους ότι το ελληνικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης θα παύσει να τους προστατεύει, διότι απλούστατα θα καταρρεύσει. Και θα καταρρεύσει από μόνο του, όπως κατέρρευσε το τείχος του Βερολίνου, χωρίς δηλαδή κάποιος να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια γι’ αυτό. Είναι αποπροσανατολιστικό και ψευδές ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο υφίσταται επίθεση δήθεν για να καταργηθεί ή να αλλοιωθεί ο δημόσιος χαρακτήρας του ίδιου ή της υπηρεσίας που παρέχει. Πίσω από μια τέτοια συλλογική άμυνα, που διεξάγεται στο όνομα του δημόσιου Πανεπιστημίου (περιλαμβανομένης και της «ακαδημαϊκής ελευθερίας», που διαφυλάττεται με τα ιερά και τα όσια του «αυτοδιοίκητου»), κρύβεται στην πραγματικότητα η ανάγκη προάσπισης αναρίθμητων μικρών ιδιωτικών συμφερόντων όσων εξ ημών βολεύονται με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα.
.
Β) Οι άξονες της μεταρρύθμισης
.
Η χώρα μας έχει μείνει σήμερα με ένα Πανεπιστήμιο φτιαγμένο για άλλες εποχές, όπου η ελληνική οικονομία δεν ήταν ανοιχτή σε τέτοιο βαθμό στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Χάρη στα κοινοτικά κονδύλια, εκσυγχρόνισε μεν τις υποδομές του και ένα κομμάτι των παρεχομένων υπηρεσιών του, χωρίς όμως να βελτιώσει την ουσία τους, ενώ απέτυχε να υπηρετήσει τις καινούργιες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας. Προκειμένου να αυτοσυντηρηθεί, συντηρητικοποιήθηκε και, αντί να γίνει μέρος της λύσης των συσσωρευμένων προβλημάτων που αντιμετώπιζε η χώρα, έγινε μέρος των πρώτων, επισπεύδοντας την παρακμιακή πορεία της δεύτερης. Και τα χειρότερα είναι μπροστά μας: μέχρι χθες, συναγωνιζόμασταν τους εταίρους μας στην Ευρώπη και τον ΟΟΣΑ. Σήμερα, ο ανταγωνισμός έχει ενταθεί με τη δυναμική είσοδο των αναδυομένων κρατών στην παγκόσμια κοινωνία της γνώσης.
.
Σήμερα, επίσης, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια κρίση χωρίς προηγούμενο. Η χώρα παρακμάζει με γοργούς ρυθμούς και δεν έχει την πολυτέλεια της σπατάλης ούτε χρόνου, ούτε πόρων προκειμένου να βγει από την κρίση. Στο Πανεπιστήμιο εναπόκειται εάν θα συμβάλει στο σκοπό αυτό ή θα καταρρεύσει πρώτο το ίδιο μια ώρα αρχύτερα. Η ελληνική κοινωνία, πάντως, δεν μπορεί να το περιμένει. Ούτε και να το χρηματοδοτεί χωρίς αντίκρισμα.
.
Το μοντέλο διοίκησης του ελληνικού Πανεπιστημίου, σύμφωνα με το οποίο εμείς διαχειριζόμασταν τα του οίκου μας και το κράτος πλήρωνε το λογαριασμό χωρίς να ζητά απόδειξη, έφτασε στα όριά του, όπως και το υπόλοιπο ελληνικό Δημόσιο. Η κατάσταση έγινε τόσο στρεβλή, ώστε η κεντρική πολιτική εξουσία, προκειμένου να πολλαπλασιάζει ανενόχλητη τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ ανά την επικράτεια, κατακλύζοντάς τα με φοιτητόκοσμο για να εξυπηρετεί σκοπούς ξένους προς την Παιδεία, παρόπλισε το συνταγματικό της καθήκον για άσκηση πραγματικής εποπτείας στα ιδρύματα. Τα τελευταία, ενώ πολλαπλασιάζονταν, δεν έπαυαν να ψέγουν την εκάστοτε Κυβέρνηση για υποχρηματοδότηση. Πολύ συχνά, η υποχρηματοδότηση χρησιμοποιήθηκε σαν άλλοθι για να συντηρήσει μια ανέλεγκτη αυτοδιοίκηση στα ΑΕΙ. Ας μην ξεχνάμε ότι και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν επιχειρήθηκε το πρώτον να εισαχθεί η αξιολόγηση στα ΑΕΙ, πολλοί μιλούσαν για παραβίαση του άρθρου 16 και του αυτοδιοίκητου. Έτσι, το αυτοδιοίκητο έγινε ένα ακορντεόν, που ο καθένας μπορούσε να σταματήσει στο σημείο που τον βόλευε.
.
Σήμερα, χρειάζεται να ανανοηματοδοτήσουμε το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων, όχι για να καταλύσουμε την αυτονομία τους, αλλά για να την ενισχύσουμε. Με άλλα λόγια, να δούμε ξανά από την αρχή τις σχέσεις μεταξύ Κράτους και Πανεπιστημίων.
.
Το Κράτος έχει από το Σύνταγμα μια αποστολή: να φροντίσει (άλλοτε με τα ρυθμιστικά του εργαλεία, άλλοτε με τις παρεμβατικές πολιτικές του) ώστε ο καθένας να μπορεί να έχει δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης. Για το σκοπό αυτό, συστήνει και συντηρεί εκπαιδευτικά ιδρύματα που παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες. Το Σύνταγμα προβλέπει από τη μια μεριά αρχές και από την άλλη δομές που έχουν ως αποστολή να υπηρετούν τις αρχές του. Πουθενά δεν ορίζεται πως οι δομές του δεν θ’ αλλάξουν ποτέ. Θα πρέπει, αντίθετα, να προσαρμόζονται για να συνεχίσουν να υπηρετούν τις αρχές του. Πουθενά δεν ορίζεται ότι ο δημόσιος τομέας παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης πρέπει να χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από το Κράτος (άλλωστε, ούτε σήμερα συμβαίνει κάτι τέτοιο). Ούτε και ότι το Κράτος οφείλει –μπορεί δεν μπορεί– να χρηματοδοτεί ο,τιδήποτε αποφασίσει να δαπανήσει –ανέλεγκτα και αναιτιολόγητα, αν όχι αυθαίρετα ή και σπάταλα– ο αυτόνομος εκπαιδευτικός οργανισμός του. Ιδίως όταν αποδεικνύεται ότι αυτός δεν εξυπηρετεί τελικά τις ανάγκες ούτε της κοινωνίας, ούτε της οικονομίας του. Διότι, η συνταγματική αποστολή του Κράτους στην Παιδεία ασκείται με γνώμονα και την εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινωνίας για μόρφωση και της οικονομίας για ανάπτυξη σ’ ένα μεταβαλλόμενο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, ιδίως ως εκ της συμμετοχής της χώρας στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, όπου οι οικονομίες των αναπτυγμένων κρατών βασίζονται στη γνώση και προσανατολίζονται στις υπηρεσίες.
.
Άρα, λοιπόν, πρέπει να επανακαθορίσουμε τις σχέσεις Κράτους και ΑΕΙ στη χώρα μας. Μοιραία, αυτό θα πρέπει να το κάνουμε τώρα, σ’ ένα περιβάλλον στενότητας και περιορισμού του δημόσιου τομέα. Είχαμε πολλές ευκαιρίες να το κάνουμε στο παρελθόν, αλλά τις σπαταλήσαμε.
.
Ας μην ξεχνάμε πως χρηματοδοτούμασταν επί σειρά ετών από την Ε.Ε. για να εκσυγχρονίσουμε, να βελτιώσουμε και να συγκλίνουμε τις δομές και τις υπηρεσίες μας με τον κοινοτικό μέσο όρο. Αποτύχαμε και σ’ αυτό, και είναι κι αυτό ενδεικτικό της γενικότερης αποτυχίας της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης ως συστήματος ικανού να αυτοδιαχειρισθεί την εξέλιξη και την προσαρμογή του.
.
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να διακρίνουμε το αυτοδιοίκητο από την αυτονομία του Πανεπιστημίου. Το αυτοδιοίκητο δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά αποσκοπεί στο να διασφαλίσει την απαιτούμενη αυτονομία. Συνεπώς, το ζητούμενο είναι η αυτονομία και το αυτοδιοίκητο ένα μέσο για να την επιτύχει κανείς.
.
α) Τα όρια του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ
.
Θα ήταν προκλητικό στα μάτια της κοινωνίας εάν ισχυριζόμασταν πως πετύχαμε σαν διοικητές και διαχειριστές των Πανεπιστημίων μας. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει στην πραγματικότητα. Τίποτε δεν εμποδίζει το Κράτος, στο πλαίσιο της συνταγματικά κατοχυρωμένης εποπτείας του, να αφαιρέσει από τα αυτοδιοικητικά όργανα των Πανεπιστημίων ορισμένες αρμοδιότητες, τις οποίες αυτά ασκούν πλημμελώς ή αδυνατούν (ή και δεν θέλουν) να ασκήσουν προσηκόντως, όταν η άσκησή τους συνεπάγεται οικονομικές συνέπειες για το δημόσιο ίδρυμα και κατ’ επέκταση για τον κρατικό προϋπολογισμό. Το γεγονός ότι, στο πλαίσιο του αυτοδιοίκητου, το Κράτος παραχωρούσε μέχρι τώρα και αυτές τις αρμοδιότητες στα αυτοδιοικητικά όργανα των Πανεπιστημίων, δεν σημαίνει ότι τα όργανα αυτά τις είχαν αρχικά ή ότι πρέπει να τις έχουν για πάντα. Το Κράτος πρέπει να γνωρίζει πού πηγαίνουν τα χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου. Για τον ίδιο λόγο που αναθέτει σε κάποιο όργανο ναελέγχει εκ των υστέρων τη νομιμότητα των δαπανών, μπορεί να επιφορτίσει ένα άλλο όργανο να εγκρίνει εκ των προτέρων τις δαπάνες για το σκοπό για τον οποίο (και με τους όρους σύμφωνα με τους οποίους) αυτές πρέπει να γίνονται. Οι Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι οφείλουν να περιορίζονται σε αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα: στη διδασκαλία και την έρευνα, καθώς και στη διοίκηση, την κατεύθυνση, την εποπτεία και την άσκηση αυτών. Δεν θεωρούμε, συνεπώς, ότι παραβιάζεται το αυτοδιοίκητο του Πανεπιστημίου εάν το Κράτος μας επιβάλλει –στο μέτρο που μας χρηματοδοτεί– ένα όργανο οικονομικής διοίκησης ή διαχείρισης.
.
Κατά τα λοιπά, πιστεύουμε πως οι Πρυτάνεις θα πρέπει να συνεχίσουν να εκλέγονται –για ένα διάστημα τουλάχιστον– όπως και σήμερα, πλην όμως μέσω καθολικής ψηφοφορίας, με στάθμιση της ψήφου όλων των συνιστωσών της πανεπιστημιακής κοινότητας αναλόγως της συμμετοχής τους. Διότι τα ΑΕΙ έχουν σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά την ανάγκη να διοικηθούν από ευρύτατα νομιμοποιημένους από τα μέλη ΔΕΠ πρυτάνεις, αποφασισμένους να επιφέρουν τις μεγάλες αλλαγές που χρειάζονται, ιδίως εάν πρόκειται να λειτουργήσουν σε καθεστώς αυξημένης αυτονομίας. Το στοιχείο της ενισχυμένης νομιμοποίησης των πρυτάνεων είναι απαραίτητο για να επιτύχουν οι βαθιές τομές. Αργότερα, όταν βρούμε τον αυτόνομο βηματισμό μας, θα μπορέσουμε να βελτιώσουμε το μοντέλο διοίκησης των πανεπιστημίων μας, λαμβάνοντας υπόψη τα ξένα πρότυπα. Τώρα όμως χρειαζόμαστε ευρύτατη αποδοχή των πρυτάνεων από το ΔΕΠ του Ιδρύματος που θα κληθούν να διοικήσουν σ’ ένα πλαίσιο ενισχυμένης αυτονομίας, το οποίο και θα πρέπει προηγουμένως να διαπραγματευθούν. Είναι και ζήτημα συνυπευθυνότητας της ίδιας της πανεπιστημιακής κοινότητας.
.
β) Οι όροι της αυτονομίας μας
.
Από ’κει και πέρα, θα πρέπει να καθήσουμε κάτω και να συζητήσουμε με την Πολιτεία τους όρους της αυτονομίας μας. Αυτό προϋποθέτει δύο πράγματα, που αντιστοιχούν στους ξεχωριστούς ρόλους που πρέπει να έχουν το Κράτος, από τη μια μεριά, και τα Πανεπιστήμια και οι πανεπιστημιακοί, από την άλλη:
.
1ον Τί θέλει η Πολιτεία από εμάς και τί μπορεί να μας διαθέσει και να εγγυηθεί;
.
2ον Τί μπορούμε να πετύχουμε εμείς και τί ζητάμε γι’ αυτό από την Πολιτεία;
.
Τούτα απαιτούν από τους δύο εταίρους να κάνει ο καθένας προηγουμένως το δικό του homework, διότι σήμερα ούτε το Υπουργείο θέτει ένα συγκροτημένο, πρόσφορο και εφικτό πλαίσιο διαβούλευσης με την πανεπιστημιακή κοινότητα, ούτε και η πανεπιστημιακή κοινότητα είναι έτοιμη να προσδιορίσει με τρόπο ενιαίο, συνεκτικό και ρεαλιστικό:
(α) τί μπορεί να επιτύχει σ’ ένα πλαίσιο αυξημένης ιδρυματικής αυτονομίας,
(β) πώς θέλει να δουλέψει γι’ αυτό και
(γ) τί περιμένει από την Πολιτεία να κάνει για να της το επιτρέψει.
.
Οι όροι της αυτονομίας μας θα πρέπει να συζητηθούν και να διαμορφωθούν σ’ ένα πλαίσιο συμβατό με:
· το Σύνταγμα,
· την ακαδημαϊκή μας παράδοση,
· τις νέες ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας μας,
· την αναγκαιότητα αξιοποίησης των συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων,
· τα βέλτιστα διεθνή πρότυπα οργάνωσης και λειτουργίας των πανεπιστημίων και
· την αναγκαιότητα πλήρους ενσωμάτωσης της ανώτατης εκπαίδευσής μας στον ενιαίο ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό και ερευνητικό χώρο όπου ανήκουμε.
.
Στόχος της αυτονόμησης θα πρέπει να είναι η ενίσχυση όλων εκείνων των πανεπιστημιακών μονάδων, σε επίπεδο όχι μόνο Ιδρυμάτων ή Σχολών, αλλά και Τμημάτων, που βρίσκονται ήδη μπροστά ή μπορούν –κάτω από προϋποθέσεις που θα συμφωνηθούν– να φύγουν μπροστά για να τραβήξουν και το Πανεπιστήμιο, αλλά και τη χώρα προς τα μπρος. Εάν αυτό σημαίνει δύο ταχύτητες στην ανώτατη εκπαίδευση, αυτές –κακά τα ψέματα– ήδη υπάρχουν, και είναι και περισσότερες. Στόχος πρέπει να είναι η απελευθέρωση των δυναμικότερων πανεπιστημιακών δυνάμεων, στις οποίες και μόνο μπορεί να ελπίζει μια χώρα σαν την Ελλάδα για να βγει από την κρίση.
.
Κατά συνέπεια, καλούμε το Υπουργείο να βελτιώσει το κείμενό του στην παραπάνω κατεύθυνση και να δώσει χρόνο στην πανεπιστημιακή κοινότητα να εισφέρει τη δική της προστιθέμενη αξία, για τη διεξαγωγή ενός ειλικρινούς διαλόγου, από τον οποίο θα προκύψει το μοντέλο εκείνο της πανεπιστημιακής οργάνωσης και λειτουργίας, που θα υποδεχτεί την ενισχυμένη αυτονομία των ΑΕΙ στη χώρα μας.

Ελλειψη στόχων και λογοδοσίας της Β. Κιντή

'Ελλειψη στόχων και λογοδοσίας

ΒΑΣΩ ΚΙΝΤΗ | Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010 Η Βάσω Κιντή είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών/Από το Βήμα
Ο νεποτισμός στα πανεπιστήμια είναι μια ακόμη έκφραση του βασικού τους προβλήματος που είναι, κατά τη γνώμη μου, η έλλειψη στόχων (εκπαιδευτικών και ερευνητικών) και η συνεπαγόμενη έλλειψη λογοδοσίας. Οταν υπάρχουν στόχοι οι οποίοι αποτιμώνται, τότε κάθε ενέργεια αξιολογείται με κριτήριο το κατά πόσον συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων αυτών. Στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν τίθενται στόχοι, ούτε από την πολιτεία ούτε από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Για την ελληνική κοινωνία και πολιτεία τα πανεπιστήμια είναι οι χώροι όπου σημαντικός αριθμός νέων ανθρώπων αποκτούν τα τυπικά προσόντα για να επιστρέψουν έπειτα από ένα (αόριστο) διάστημα στην αγορά (με την ευρεία έννοια), ενώ η ακαδημαϊκή κοινότητα δεν μπορεί από τη συγκρότησή της να θέσει στρατηγικούς στόχους. Η διοίκησή της δεν εκλέγεται με βάση τις διοικητικές ικανότητες των ατόμων που την αποτελούν ούτε θα μπορούσε να έχει πρόγραμμα που θα υπερέβαινε τη διάρκεια μιας θητείας. Αυτό που έχουμε στα πανεπιστήμια είναι η διαχείριση της δεδομένης κατάστασης προς όφελος τελικά αυτών που ασκούν εξουσία στα ιδρύματα. Οσα καλά συμβαίνουν στα πανεπιστήμια και ξεχωρίζουν από την πεπατημένη οφείλονται στο μεράκι, στις ικανότητες και στο ήθος ορισμένων μελών του διδακτικού προσωπικού που καταφέρνουν να δημιουργήσουν τον χώρο για να ανθήσουν εκεί η διδασκαλία και η έρευνα.

Ο νεποτισμός είναι σύμπτωμα της απουσίας κάθε έννοιας λογοδοσίας από τα ΑΕΙ. Καθηγητές που αποκτούν ισχύ με διαφόρους τρόπους, συνήθως όχι ακαδημαϊκούς, μπορούν να επιλέγουν φωτογραφικά, ακόμη και εφευρίσκοντας, το αντικείμενο των υπό προκήρυξη θέσεων και να το επιβάλλουν νομιμότατα, στο Τμήμα, στη Σχολή και στο Ιδρυμα χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Στη συνέχεια οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν, πάλι νομότυπα, να συγκροτήσουν τα εκλεκτορικά σώματα και τις εισηγητικές επιτροπές της αρεσκείας τους, να αποθαρρύνουν ανεπιθύμητους υποψηφίους, να εκβιάσουν ρητά ή σιωπηρά την ψήφο χαμηλόβαθμων καθηγητών, να υποσχεθούν ανταποδοτικά οφέλη σε αντίπαλα κέντρα εξουσίας, ώστε οι θέσεις να καταληφθούν τελικά από τους συγγενείς, τους προστατευομένους ή τους υποτελείς.

Ποιος είναι ο τρόπος να καταπολεμηθεί αυτή η νοσηρή κατάσταση; Δεν είναι να απαγορεύουμε στους συγγενείς των πανεπιστημιακών να καταλαμβάνουν ακαδημαϊκές θέσεις. Αυτό θα ήταν άδικο. Δεν είναι να αναθέσουμε σε υπαλλήλους του υπουργείου Παιδείας, όπως συνέβαινε παλαιά, να παρεμβαίνουν στο πώς περιγράφονται τα αντικείμενα. Ούτε αποτελεί λύση να ενισχύσουμε τον τυπικό νομικό έλεγχο που ασχολείται με το πότε εστάλησαν οι επιστολές στους εκλέκτορες και τι ακριβώς γράφτηκε στα πρακτικά. 

Η λύση θα έρθει αν δρομολογηθούν μηχανισμοί λογοδοσίας, τόσο εντός όσο και εκτός πανεπιστημίου. Εντός, τα ελληνικά πανεπιστήμια πρέπει να αποκτήσουν ισχυρή διοίκηση η οποία θα διαθέτει ανεξαρτησία από αυτούς που διοικεί και η οποία θα μπορεί να θέτει μακροχρόνιους στόχους. Μια τέτοια διοίκηση με ακαδημαϊκή κρίση θα μπορεί να παρεμβαίνει επί της ουσίας, και όχι επί των τύπων, αξιολογώντας με βάση τους στόχους που έχουν τεθεί. Θα μπορεί να αναπέμπει θέσεις σε ανυπόστατα αντικείμενα ή αντικείμενα για τα οποία ήδη υπάρχει διδακτικό προσωπικό, να υποστηρίζει θέσεις σε κλάδους που θέλει να αναπτύξει, να ακυρώνει εκλογές αν δεν ικανοποιούνται οι ακαδημαϊκές προδιαγραφές, να διαλύει κέντρα διαπλοκής, να προσλαμβάνει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ακόμη και συγγενείς όταν αυτό προάγει τους στόχους. Αλλά και η διοίκηση θα πρέπει να λογοδοτεί δημοσίως. Εκτός πανεπιστημίων, η πολιτεία θα πρέπει να ελέγχει τι μαθαίνουν οι φοιτητές όταν αποφοιτούν (και δεν θα μαθαίνουν πολλά, αν έχουν άχρηστους δασκάλους), τι έρευνα παράγεται, τι επίδραση έχει το Πανεπιστήμιο στην κοινωνία. Θα πρέπει και η πολιτεία να έχει στόχους τους οποίους να αποτιμά και ανάλογα να ενισχύει ή όχι. Πρέπει, επιτέλους, να ασχοληθούμε στα ελληνικά πανεπιστήμια με το περιεχόμενο και όχι με τους τύπους (είτε αυτοί είναι οι αδιάβλητες αλλά άθλιες εισαγωγικές εξετάσεις είτε το πλήθος ανούσιων δημοσιεύσεων που μετρούνται χωρίς να διαβάζονται είτε η προσχηματική τήρηση των κανονισμών). Μόνο τότε θα έχει ο νεποτισμός κόστος και θα μπορεί να καταπολεμηθεί. Μόνο τότε δεν θα μπορούν ορισμένοι να λυμαίνονται ασύδοτα τους θεσμούς και τις επενδύσεις της ελληνικής κοινωνίας, πνίγοντας κάθε άξια προσπάθεια. 









Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=370244&ct=114&dt=28%2F11%2F2010#ixzz16awXB7j0

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Μαξ Νικίας «Η Παιδεία στην Ελλάδα μού ραγίζει την καρδιά»

Από το Βήμα


Είναι πρόσφυγας από την Αμμόχωστο.
Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, έφυγε για την Αμερική και σήμερα κατέχει τα ηνία του μεγαλύτερου ιδιωτικού Πανεπιστημίου της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ. Είναι ο Μαξ Νικίας, ο νέος πρύτανης του ξακουστού University of Southern California (USC). Μόνο ο προϋπολογισμός του USC κόβει την ανάσα: 2,7 δισ. δολάρια κατ’ έτος! «Παρ' όλα αυτά κοιμάμαι ήσυχα το βράδυ. Ούτως ή άλλως, είμαι καθηγητής σε αυτό το πανεπιστήμιο επί 19 ολόκληρα χρόνια. Είναι το μεγαλύτερο ιδιωτικό πανεπιστήμιο δυτικά του Μισισιπή και διαθέτει 35.000 φοιτητές, 4.000 καθηγητές και 15.000 προσωπικό!» τονίζει. Ο κ. Νικίας αποφοίτησε από το ιστορικό 1ο Γυμνάσιο Αμμοχώστου. «Ηταν ξακουστό σχολείο. Τότε, παρ' όλο που η περίοδος ήταν ασταθής, ήταν πολύ όμορφα χρόνια» διηγείται. «Πήγα στο ΕΜΠ μετά τον στρατό και σπούδασα ηλεκτρολόγος μηχανικός. Ηταν δύσκολα χρόνια τότε. Οι οικογένειές μας είχαν γίνει πρόσφυγες και τα έχασαν όλα. Πήγαμε στο Λονδίνο και μετά πήρα υποτροφία για τη Νέα Υόρκη. Αυτό ήταν και το εισιτήριό μου για την Αμερική» τονίζει.
Ο κ. Νικίας μιλάει με ικανοποίηση για τη σταθερά ανοδική πορεία του Πανεπιστημίου του USC. «Κάθε χρόνο παίρνουμε όλο και καλύτερους φοιτητές και η ποιότητά τους ανεβαίνει κατακόρυφα. Επίσης, οικονομικά, είμαστε σε πολύ καλή θέση» σημειώνει. Οι αριθμοί του USC είναι ενδεικτικοί. «Λαμβάνουμε 36.000 αιτήσεις τον χρόνο από υποψήφιους φοιτητές, δεχόμαστε όμως μόλις 2.600. Επίσης, δίνουμε βάση στην ποιότητα των καθηγητών μας. Είναι αυτό που λέμε στην Αμερική: It’s all about the people! Αν καταφέρεις να ανεβάσεις την ποιότητα, τότε συμβαίνουν θαύματα» υπογραμμίζει. Η άτυπη ονομασία όλων όσοι έχουν φοιτήσει στο USC είναι «Τρώες» (όπως αυτοαποκαλούνται εδώ και δεκαετίες οι απόφοιτοι του πανεπιστημίου), το οποίοι διακρίνονται για τη στενότητα των σχέσεών τους. Μάλιστα, διεθνής έρευνα αξιολόγησης των δικτύων αποφοίτων κατέδειξε ότι οι πρώην σπουδαστές του USC ήταν δεύτεροι στον κόσμο έπειτα από εκείνους της Οξφόρδης!
«Ολα αυτά τα χρόνια αντιμετώπισα πάρα πολλές πιέσεις από διαφόρους οργανισμούς,οι οποίοι ζητούσαν να ανοίξει το USC ένα κάμπους στη χώρα τους ή να δίνουμε πτυχία στη Σιγκαπούρη μέσω παραρτήματος. Ε, είμαι εναντίον! Γιατί η ανώτατη εκπαίδευση δεν μπορεί να γίνει franchise όπως τα McDonalds και η Pizza Hut!» αναφέρει με πάθος. «Η γεύση του χάμπουργκερ μπορεί να είναι παντού η ίδια.Η εμπειρία όμως που μπορείς να έχεις ως φοιτητής στο USC δεν μπορεί να εξαχθεί, ούτε είναι δυνατόν να αναπαραχθεί. Είμαι εναντίον στην πώληση πτυχίων» σημειώνει ο κ. Νικίας. «Αυτό που σε καθορίζει ως πανεπιστήμιο είναι ο πυρήνας των αξιών σου, όπως η ελευθερία της έκφρασης, η ισότητα των φύλων, η επιχειρηματικότητα. Ποιος σού εγγυάται ότι σε μια ξένη χώρα θα προστατευθούν αυτές οι αξίες;» διερωτάται.
Οταν η συζήτηση πηγαίνει στο εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας, τα συναισθήματα αλλάζουν. «Μου ραγίζεται η καρδιά. Στην Ελλάδα έχουμε και κρίση κουλτούρας. Στην εποχή μας το εκπαιδευτικό σύστημα ήταν πραγματικά άριστο. Υπήρχε η κουλτούρα τού να είσαι καλός στα μαθήματα, αλλά και η εκτίμηση στην εκπαίδευση και στην Παιδεία» σημειώνει. «Βλέπω ότι η νεολαία στην Ελλάδα είναι κάπως μπερδεμένη. Πιστεύω ότι η Παιδεία είναι ο μεγαλύτερος εξισορροπιστής των κοινωνικών ανισοτήτων. Αν κοιτάξεις την Αμερική, τα παιδιά των μεταναστών και των μη προνομιούχων καθίστανται ισότιμα, μέσα από την εκπαίδευση» υπογραμμίζει ο κ. Νικίας. Ο πρύτανης του USC υπερασπίζεται την Παιδεία που έλαβε σε Κύπρο και Ελλάδα. «Αποτέλεσε το θεμέλιο πάνω στο οποίο έχτισα την πορεία μου. Στο Πολυτεχνείο χρωστάω τα πάντα. Δεν ήταν μόνο η μεταφορά γνώσης, ήταν και η κουλτούρα του σχολείου, οι προκλήσεις, οι δύσκολες εξετάσεις και το ήθος, που μας βοήθησε πολύ. Νιώθω πολύ υπερήφανος που είμαι απόφοιτος του ΕΜΠ» υπογραμμίζει.
«Απλούστερη έρευνα - καλύτερα αποτελέσματα»Ο κ. Νικίας υποστηρίζει ότι στην Ευρώπη κάνουμε λάθος που επενδύουμε σε πολύ εφαρμοσμένη έρευνα και όχι στη βασική. «Το Κογκρέσο χρηματοδοτεί εδώ και 65 χρόνια τη μακροπρόθεσμη, θεμελιώδη έρευνα, μέσα από ερευνητικά προγράμματα, τα οποία μπορεί να μην έχουν άμεση εφαρμογή, αλλά δύνανται να ανοίξουν καινούργια πεδία σε 10 - 20 χρόνια. Από αυτά προκύπτουν καινοτομίες που εγκαινιάζουν νέους τομείς της οικονομίας» εξηγεί. Οπως αναφέρει, το πρώτο ήμισυ του 21ου αιώνα θα είναι αφιερωμένο στην Ιατρική και στη Βιολογία. «Θα έχουμε συνεργασίες μεταξύ μηχανικών και γιατρών, μέσα από τη βιοτεχνολογία. Αυτή είναι η περιοχή όπου θα δούμε την ταχύτερη ανάπτυξη στην παγκόσμια οικονομία τα επόμενα 20-30 χρόνια» υποστηρίζει. ?
«Κινηθείτε προς ανατολάς»«Ο,τι ήταν η Νέα Υόρκη στον 20ό αιώνα για τον Ατλαντικό,θα είναι η Καλιφόρνια στον 21ο για τον Ειρηνικό» αναφέρει ο κ. Νικίας. «Από γεωγραφικής πλευράς το USC είναι στρατηγικά τοποθετημένο και αποτελεί χωνευτήρι για τις αναδυόμενες χώρες του Ειρηνικού» εξηγεί και συμφωνεί με την εξής άποψη: ότι τόσο η Καλιφόρνια όσο και η Ελλάδα μαζί με την Κύπρο αποτελούν τις τελευταίες εστίες της Δύσης στα σύνορα με την Ανατολή. «Κινηθείτε προς ανατολάς» συμβουλεύει. Ο κ. Νικίας σημειώνει ότι η χώρα μας διαθέτει εξαιρετικό επιστημονικό δυναμικό, όπως όμως ισχυρίζεται, χρειάζεται ανάπτυξη. «Χρειάζεται να σκεφθείτε εκτός των υπαρχόντων πλαισίων. Για το γεγονός ότι η νεολαία είναι ανήσυχη φταίει το ότι δεν βλέπει μέλλον και ευκαιρίες» τονίζει. Η οικονομική ανάπτυξη, όπως εξηγεί, θα λειτουργήσει και ως ανάχωμα στην απορρόφηση εγκεφάλων που υφίσταται η Ελλάδα.
Ποιος είναι
Ο 58χρονος έλληνας πανεπιστημιακός πέρασε το σύνολο της ακαδημαϊκής καριέρας του στην Αμερική, αρχικά στο πολιτειακό πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης Μπάφαλο και στη συνέχεια στο Κονέκτικατ, στο North East και αργότερα στην Καλιφόρνια. Ερευνητικό πεδίο του αποτέλεσε η ψηφιακή επεξεργασία σήματος, οι τηλεπικοινωνίες, τα πολυμεσικά συστήματα και η βιοϊατρική. Πριν από λίγο καιρό εξελέγη πρύτανης του USC και είναι ο 11ος στην ιστορία του ιδρύματος. Είναι παντρεμένος από το 1976 με τη σύζυγό του Νίκη και έχει δύο κόρες: τη Γεωργιάνα και τη Μαρία. Το κανονικό του όνομα είναι Χρυσόστομος, το οποίο, όπως αναφέρει, είναι δύσκολο να προφερθεί στα αγγλικά, γι' αυτό και το μετέτρεψε σε Μαξ!


Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artId=369996&dt=26/11/2010#ixzz16Vrl4AMk

ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΟΜΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Αθήνα 21.11.2010

1. Η Δημοκρατική Αριστερά υποστηρίζει την ανάγκη μεταρρύθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης και θα εργαστεί προς την κατεύθυνση αυτή. Θα προσέλθει στον διάλογο και θα συζητήσει τις προτάσεις της κυβέρνησης, της πανεπιστημιακής κοινότητας και των άλλων κομμάτων διεκδικώντας τον σεβασμό του ουσιαστικού διαλόγου χωρίς προειλημμένες αποφάσεις και εκβιαστικές λογικές. Το πανεπιστήμιο ανήκει στην κοινωνία.

2. Η Δημοκρατική Αριστερά θεωρεί ότι οι προτάσεις της κυβέρνησης δεν διαπνέονται από μια συνεκτική λογική αναβάθμισης του δημόσιου πανεπιστημίου και πολλές από αυτές δεν λαμβάνουν υπόψη τους την ελληνική κοινωνική πραγματικότητα. Απορρίπτει όμως και τις προσχηματικές και εκ προοιμίου αντιρρήσεις σε κάθε πρόταση μεταρρύθμισης, και είναι αντίθετη στο κλείσιμο των σχολών.

3. Γνώμονάς μας είναι ένα δημόσιο, μαζικό, αυτοδιοικούμενο πανεπιστήμιο που λογοδοτεί στην ελληνική κοινωνία. Η λογοδοσία πρέπει να γίνεται σε ανεξάρτητη αρχή και όλες οι διαδικασίες (διοικητικές-οικονομικές -εκπαιδευτικές- ερευνητικές) πρέπει να είναι πλήρως διαφανείς.

4. Προτεραιότητα για εμάς είναι η μόρφωση των φοιτητών, η προαγωγή της έρευνας, η σύνδεση των πανεπιστημίων με την κοινωνία και τη διεθνή πραγματικότητα. Η καλλιέργεια της έρευνας μπορεί να συμβάλει στην ανάταξη της ελληνικής κοινωνίας και στην ανάπτυξη της χώρας. Ο στόχος αυτός θα διευκολυνθεί από τον ενιαίο χώρο εκπαίδευσης και έρευνας ο οποίος επιτρέπει τη συνεργασία Ερευνητικών Ιδρυμάτων και ΑΕΙ σε όλα τα επίπεδα.

5. Η διοίκηση των ιδρυμάτων, η οποία χαράσσει τη μακροπρόθεσμη στρατηγική τους και εγγυάται τον ακαδημαϊκό και αυτόνομο χαρακτήρα τους, πρέπει να είναι ισχυρή και ανεξάρτητη από ομάδες συμφερόντων μέσα και έξω από το πανεπιστήμιο. Η διοίκηση πρέπει να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της πανεπιστημιακής κοινότητας και να διαθέτει δημοκρατική νομιμοποίηση από αυτή.

6. Η οργάνωση των σπουδών θα πρέπει να επιτρέπει την κινητικότητα των φοιτητών και την επικοινωνία μεταξύ επιστημονικών πεδίων. Ωστόσο, δεν μπορεί να υπάρξει ένα μόνο πρότυπο υποχρεωτικό για όλους, αλλά πρέπει να επιτρέπονται διαφοροποιήσεις ανάλογα με τις γνωστικές περιοχές και τις ιδιαιτερότητες των ιδρυμάτων.

7. Η αξιολόγηση των ιδρυμάτων και των ακαδημαϊκών μονάδων, η οποία αποτελεί ουσιαστικό εργαλείο για τη συνεχή βελτίωσή τους, δεν πρέπει να είναι μηχανική και να στηρίζεται μόνο σε βιβλιομετρικούς δείκτες και ποσοτικά στοιχεία. Πρέπει να γίνεται με γνώμονα ακαδημαϊκά κριτήρια και ποιοτικούς στόχους που θα έχουν τεθεί.

8. Η επιβαλλόμενη σύνδεση με τον διεθνή χώρο δεν μπορεί να παραγνωρίζει τις ανάγκες της παραγωγής υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκού έργου στην ελληνική γλώσσα.

9. Η Δημοκρατική Αριστερά θεωρεί σημαντική τη συμβολή των Πανεπιστημίων στη συνεχιζόμενη επιμόρφωση του ευρύτερου κοινού με προγράμματα δια βίου μάθησης αλλά και άλλες δράσεις που θα ενισχύουν τους δεσμούς του με την κοινωνία.

10. Τέλος, η μεταρρύθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης χρειάζεται και τη χάραξη μιας στρατηγικής για τη μετάβαση από το σημερινό πανεπιστήμιο στο πανεπιστήμιο του αύριο.

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

 ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου, ώρα 10:30 π.μ.,
46ο Γυμνάσιο Αθήνας
Ασκληπιού 181 (προς τη Λεωφ. Αλεξάνδρας)

Πρόγραμμα

10:30 Προσέλευση –Καφές – άνοιγμα καταλόγου για ομιλίες/τοποθετήσεις
11:00 Εισηγήσεις – Τοποθετήσεις
13:30 Ίδρυση Φόρουμ - Έγκριση καταστατικού
14:30 Στόχοι - Συμπεράσματα
15:00 Εκλογή προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής


Εδώ και καιρό το εκκρεμές της Δημόσιας Εκπαίδευσης αιωρείται ανάμεσα στην απαξίωση και την αβελτηρία. Το Δημόσιο Αγαθό της Εκπαίδευσης πλήττεται ολοένα από πολιτικές επιλογές και νοοτροπίες που συντηρούν την προχειρότητα, την αναξιοκρατία και την επίφαση μιας διαρκώς προσδοκώμενης μεταρρύθμισης που ποτέ ουσιαστικά δεν έρχεται. Στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης η ήδη ισχνή χρηματοδότηση της δημόσιας παιδείας εξανεμίζεται με αποτέλεσμα την υποβάθμιση, κοινωνική και οικονομική, σχολείου και εκπαιδευτικών. Η γενικευμένη απαξίωση του παιδαγωγικού/γνωστικού ρόλου του δημόσιου σχολείου και των εκπαιδευτικών στη συνείδηση των μαθητών και της κοινωνίας, οι αδιέξοδες και αναποτελεσματικές απεργίες, οι εθιμικές καταλήψεις, ο συμβιβασμός με το πνεύμα του «τίποτα δε γίνεται», η γραφειοκρατική ακαμψία και η δημοσιοϋπαλληλική ανευθυνότητα, οι πελατειακές σχέσεις και η έλλειψη δημιουργικότητας κάνουν το τοπίο πιο ζοφερό. Οι αξιόλογες προσπάθειες μεμονωμένων σχολείων και εκπαιδευτικών, που σίγουρα δεν είναι λίγες, δεν παύουν να μοιάζουν με φωτεινές εξαιρέσεις μπροστά στη γενικευμένη εικόνα της παθογένειας, που πλήττει μαθητές, εκπαιδευτικούς αλλά και ολόκληρη την κοινωνία. Το παιδαγωγικό και γνωστικό έλλειμμα που αφήνει πίσω του το δημόσιο σχολείο ισοδυναμεί με έλλειμμα κοινωνικών δικαιωμάτων που πλήττει ολόκληρη την κοινωνία, κυρίως όμως τους κοινωνικά αδύναμους.

Είναι προφανές ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί! Αν θέλουμε να λεγόμαστε εκπαιδευτικοί λειτουργοί, δεν μπορεί να εμμένουμε στη δυσαρέσκειά μας για τα κακώς κείμενα, για τον μισθό μας που περικόπτεται, ή για τον «μπαμπούλα» της «περιβόητης» αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και των σχολικών μονάδων. Δεν μπορούμε να περιοριζόμαστε στο να εκδηλώνουμε μονίμως μια στείρα αντίδραση απέναντι στην εκάστοτε κυβερνητική δράση, ούτε να αρθρώνουμε έναν «κούφιο» αντίλογο απέναντι στις όποιες πολιτικές του εκάστοτε υπουργού παιδείας.
Ως επιστήμονες και λειτουργοί της εκπαίδευσης οφείλουμε εμείς πρωτίστως να έχουμε λόγο και συγκεκριμένες προτάσεις για την εκπαιδευτική διαδικασία, τη δομή και λειτουργία του δημόσιου σχολείου και τον ρόλο μας ως λειτουργών. Οφείλουμε να επινοήσουμε νέες μορφές αλληλεγγύης και κοινής δράσης με τους μαθητές μας και τους γονείς τους. νέες μορφές συλλογικής κινητοποίησης με άξονα την υπεράσπιση του δημόσιου εκπαιδευτικού αγαθού, ώστε να έχουμε την κοινωνία στο πλευρό μας. Πρέπει να αντιστρέψουμε τους ρόλους και να ξεφύγουμε από την κακοδαιμονία και τη μιζέρια του εκπαιδευτικού που στέκεται απαθής απέναντι στις εξελίξεις, και να σκεφτούμε εμείς οι ίδιοι τι σχολείο θέλουμε και πώς θα το κάνουμε πραγματικότητα. να αναλάβουμε εμείς την πρωτοβουλία διατύπωσης μεταρρυθμιστικών προτάσεων, μακριά από τη συντεχνιακή νοοτροπία που αντιμετωπίζει το υπουργείο ως εκ προοιμίου εχθρό και αμετακίνητο στη στάση του.

Απευθυνόμαστε σε όλους τους εκπαιδευτικούς που δεν ανέχονται άλλο την προσωπική και επαγγελματική τους απαξίωση, αλλά και την υποτίμηση του θεσμού που υπηρετούν, και συνειδητοποιούν ότι η ανάγκη για Μεταρρύθμιση της Εκπαίδευσης, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της παρούσας κρίσης, είναι δραματικά επείγουσα και επιβεβλημένη.

Αντιμετωπίζουμε την αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης ως εγχείρημα με αναφορά στην κοινωνία και με στόχο την αντιμετώπιση των προβλημάτων που καθηλώνουν το Δημόσιο Σχολείο και δεν του επιτρέπουν να αξιοποιήσει τις υπαρκτές δυνατότητές του.

Επιθυμούμε να μιλήσουμε με συγκεκριμένες προτάσεις για:
·         την ανόρθωση του Δημόσιου Αγαθού της Εκπαίδευσης και την ενίσχυση του κύρους των λειτουργών της,
·         για τους στόχους του σχολείου του αύριο,
·         για τα αναλυτικά προγράμματα και τα βιβλία,
·         για την αξιολόγηση και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών,
·         για την αυτονόμηση του λυκείου και το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση,
·         για τον εμπλουτισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας με καινοτόμες δράσεις,
·         για τα ενισχυτικά διδακτικά προγράμματα,
·         για την αναδόμηση των εργαστηρίων και την αναβάθμιση της τεχνικής εκπαίδευσης,
·         για τη χρηματοδότηση των σχολικών μονάδων, το σύστημα προσλήψεων, την άρση των κοινωνικών και εθνοτικών αποκλεισμών.

Όλοι εμείς που υπογράφουμε αυτήν την πρόσκληση σας καλούμε όλους να συμμετάσχετε στην πανελλαδική σύσκεψη και στην ίδρυση του Forum για τη Μεταρρύθμιση στην Εκπαίδευση.


ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ
Ανανιάδου Αναστασία, 46ο Γυμνάσιο
Αντωνίου Γιάννης, 2ο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας
Γαβρίλη Δάφνη, 2ο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας
Δημόπουλος Ευθύμης, 6ο Δημοτικό Βριλησίων
Δρίβας Θανάσης , 42ο Λύκειο Αθήνας
Καστάνας Λεωνίδας, 1o ΕΠΑΛ Aγ. Αναργύρων
Κλάπας Παναγιώτης, ΕΠΑΛ Πρέβεζας
Κόχιλας Νικόλαος ΠΕ 19_20 ΠΕ,ΔΕ, ΕΑ
Κυβέλος Χρήστος, Βιολόγος, 2ο Γενικό Λύκειο Δάφνη
Κωσταντάτος Σπύρος, 23ο Γυμνάσιο Αθήνας
Κωνσταντόπουλος Ασημάκης, 2ο Πειραματικό Λύκειο Αθήνας
Λιαβέρη Δήμητρα, 13ο Γυμνάσιο
Μπογιατζής Βασίλης, Γυμνάσιο-Λ/Τ Βιλλίων
Πατσαλιάς Μιχάλης, 2ο Πειραματικό Λύκειο Αθήνας
Σαραντίδου Βίβιαν, 1 ΓΕΛ Χαλανδρίου
Σταθοπούλου Χαρά, 2ο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας
Τάτση Αννίτα, Γυμνάσιο-Λ/Τ Βιλλίων
Τσέλιου Βάντα, 46ο Γυμνάσιο Αθήνας





Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Ιστορία της ιστορίας



 Της Άννας Φραγκουδάκη, ΝΕΑ,  21.11.10
 
Είναι πρωτεύουσα ανάγκη να μάθουν οι νέες γενιές ιστορία. Αυτό σημαίνει πολλές αλλαγές για να ανατραπεί το θλιβερό φαινόμενο της οικτρής αποτυχίας του μαθήματος της ιστορίας στο ελληνικό σχολείο. Οι αλλαγές όμως είναι δύσκολες, επειδή αντιδραστικές μειοψηφίες έχουν συμφέρον να εμποδίσουν την εκμάθηση της ιστορίας στο σχολείο. Για να αποχτήσουν πολιτική δύναμη, δεν αρκούν οι φθαρμένες συντηρητικές τους αξίες, έτσι εκμεταλλεύονται τις έννοιες «έθνος» ή «πατρίδα» και παραπλανούν πολίτες υπεξαιρώντας τον τίτλο του «πατριώτη».  
Οι αυτόκλητοι «εθνοσωτήρες» εχθρεύονται το μάθημα της ιστορίας, επειδή ευνοεί τα συμφέροντά τους η εθνική αφήγηση που διαμόρφωσε ο 19ος αιώνας, για να υπηρετήσει τους μεγάλους την εποχή εκείνη στόχους του αγώνα για το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος και ύστερα των πολέμων για την επέκταση των συνόρων του. Αυτή η αφήγηση προβάλλει αξίες άλλων εποχών, τον ηρωισμό σαν αρετή, το δίκαιο μίσος κατά των εχθρών, τον πόλεμο σαν τη λύση των εθνικών προβλημάτων, τη μικρή σημασία της ανθρώπινης ζωής.

Τέτοιες αλλοτινές αξίες οδηγούν σήμερα σε πολιτικές θέσεις όπως απομονωτισμό, σοβινισμό, ρατσισμό, ανοχή στην αυτοδικία, προβολή της βίας σαν όπλο για την πολιτική διαπάλη, άλλωστε αυτές οι πολιτικές μειοψηφίες αντί οπαδών υποθάλπουν ομάδες νταήδων με ρόπαλα και λοστούς στους δρόμους. Γι΄ αυτό αντιμάχονται την ιστορική παιδεία των μαθητών, για να ευνοήσουν τις πολιτικές θέσεις που διαμορφώνει η εθνική αφήγηση της εποχής των πολέμων και των εθνικών επεκτατισμών, των καιρών που έπρεπε το σχολείο να διαπλάθει στρατιώτες, έτοιμους να πεθάνουν για να μεγαλώσουν την πατρίδα.

Εχει μεγάλη πολιτική σημασία η εκμάθηση της ιστορίας.

Αντί στρατιώτες θα ετοιμάσει ευρωπαίους Ελληνες που μάχονται να διασφαλίσουν ευημερία και πρόοδο για την πατρίδα τους, με την ειρηνική συνύπαρξη, τις διαπραγματεύσεις και τους συμβιβασμούς. Εχει επίσης μέγιστη γνωστική σημασία. Η ιστορία αποτελεί το υπόβαθρο όλων των θεωρητικών και κοινωνικών επιστημών. Η κατάκτηση της αφηρημένης έννοιας του ιστορικού χρόνου, η εκμάθηση των εννοιών ιστορική συνέχεια και ιστορική αλλαγή, η κατανόηση του παρελθόντος είναι θεμελιώδες υπόβαθρο γνωστικό για τους εφήβους και νέους.

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Aναλογίες φοιτητών διδασκόντων στην Ευρώπη

Μαζική αλλά χαμηλής ποιότητας η ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα...

Tης Όλγας Σαράφη από το press

Σύμφωνα με την αρμόδια Επίτροπο Παιδείας της ΕΕ Ανδρούλα Βασιλείου,  «η τριτοβάθμια εκπαίδευση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο τρίγωνο της γνώσης και είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής κοινωνίας και οικονομίας της γνώσης, όπως επιβεβαιώνεται από πολλές μελέτες. Ωστόσο, ενώ αυξήθηκε ο αριθμός των πρωτοβουλιών για την αξιολόγηση της ποιότητας των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη πληροφοριών για την ποιότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε επίπεδο συστήματος».
Επίσης, επισήμανε ότι επί της παρούσης δεν υπάρχουν...
 διεθνή συγκριτικά στοιχεία που να συνδέουν την ποιότητα των συστημάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την πρόοδο των οικονομιών των Κρατών Μελών.Η κ. Βασιλείου τονίζει ότι στην ΕΕ των 27 υπάρχουν 18,9 εκατομμυρία σπουδαστές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, από τους οποίους περίπου 16,5 εκατομμύρια παρακολουθούσαν σπουδές της βαθμίδας ISCED 5, το 2007 (δηλ. ήταν προπτυχιακοί σπουδαστές) και περίπου 2,4 εκατομμύρια παρακολουθούσαν σπουδές της δεύτερης ή τρίτης βαθμίδας (μεταπτυχιακοί σπουδαστές). Το ίδιο έτος, οι νεοεισαχθέντες στη τριτοβάθμια εκπαίδευση στην ΕΕ ήταν 4,1 εκατομμύρια, ενώ 5,9 εκατομμύρια νέοι αποφοίτησαν από την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Από τα στοιχεία που παρέθεσε η κα Βασιλείου (Πίνακας 1, Eurostat, 2007) προκύπτει ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι σχετικά μαζική, με 54 φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ανά 1000 κατοίκους (η Ελλάδα βρίσκεται στην 7η θέση στην ΕΕ, μαζί με χώρες όπως η Πολωνία, η Λετονία, η Σλοβενία, η Μάλτα και η Φινλανδία). Ωστόσο, τα ποιοτικά στοιχεία για την τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι αποθαρρυντικά, εφόσον η Ελλάδα βρίσκεται στην 17η θέση στην ΕΕ ως προς τον αριθμό διδασκόντων ανά 1000 φοιτητές (έχει μόλις 48,1 διδάσκοντες ανά 1000 φοιτητές, όταν ο αντίστοιχος αριθμός στην Πορτογαλία είναι 98,4, στην Σουηδία 88,2 και στη Βουλγαρία 82,9). Επίσης, η Ελλάδα βρίσκεται στην 18η θέση στην ΕΕ των 27 ως προς τις δαπάνες ανά φοιτητή, με 5.050 ευρώ ανα φοιτητή, όταν το αντίστοιχο ποσό στην Σουηδία είναι 14.155, στη Βρετανία 13.072 και στην Ολλανδία 12.659 (στοιχεία του 2005 για την Ελλάδα, 2006 για τις υπόλοιπες χώρες).
Η Επίτροπος υπογραμμίζει ότι «στην ακαδημαϊκή κατάταξη των πανεπιστημίων παγκοσμίως, για το 2009, του πανεπιστημίου Jiao Tong της Σαγκάη συγκαταλέγονταν 27 πανεπιστήμια της ΕΕ μεταξύ των 100 καλύτερων πανεπιστημίων παγκοσμίως και 194 πανεπιστήμια της ΕΕ μεταξύ των καλύτερων 500. Η αξιολόγηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης των Times, για το 2009, συμπεριλάμβανε 34 πανεπιστήμια της ΕΕ μεταξύ των καλύτερων 100 και 72 πανεπιστήμια της ΕΕ μεταξύ των καλύτερων 200 παγκοσμίως».
Στην κατάταξη αυτή η Ελλάδα βρίσκεται στην 15η θέση στην ΕΕ ως προς τον αριθμό των κορυφαίων πανεπιστημίων στον κόσμο και στην 17 θέση στην ΕΕ ως προς τον αριθμό κορυφαίων πανεπιστημίων σε σχέση με τον αριθμό των φοιτητών. Η Ελλάδα διαθέτει μόλις δύο ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα στα κορυφαία παγκοσμίως 500, σε ένα σύνολο 600.000 περίπου προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών (αντιστοιχούν 0,3 «κορυφαία πανεπιστήμια» ανά 100.000 φοιτητές). Άλλες «μικρές» χώρες της ΕΕ διαθέτουν πολύ περισσότερα πανεπιστήμια μεταξύ των κορυφαίων παγκοσμίως, όπως η Ολλανδία με 12, η Σουηδία με 11, το Βέλγιο και η Αυστρία με 7 και η Φινλανδία με 5. Επίσης, διαθέτουν πολύ περισσότερα κορυφαία πανεπιστήμια αναλογικά με τον αριθμό των φοιτητών (2,7 ανά 100.000 φοιτητές στην Σουηδία και την Αυστρία, 2,1 στην Ολλανδία και 1,9 στη Φινλανδία).
Ίσως αυτός να είναι και ένας από τους λόγους που οι Έλληνες εξακολουθούν να προτιμούν το εξωτερικό για σπουδές, αν και λιγότερο από ότι στο παρελθόν. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε η Επίτροπος Παιδείας, η Ελλάδα, το 2007, βρίσκονταν στην 6η θέση στην ΕΕ ως προς το πλήθος των φοιτητών που σπουδάζουν στο εξωτερικό (από την 3η θέση το 2000). Σύμφωνα με την κα Βασιλείου, το 2007, 530.000 σπουδαστές, περίπου το 2,8% των σπουδαστών στην ΕΕ των 27, παρακολούθησαν σπουδές σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ ή σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών/ του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΖΕΣ/ΕΟΧ) ή σε υποψήφια χώρα. Επιπλέον, το 2007, 153.000 σπουδαστές της ΕΕ (0,8% όλων των σπουδαστών της ΕΕ) συμμετείχαν στα προγράμματα κινητικότητας του Erasmus.


Πίνακας 1: Αριθμός φοιτητών και διδασκόντων σε τριτοβάθμια ιδρύματα της ΕΕ και σχετικές δαπάνες (στοιχεία Eurostat, 2007)
ο πίνακας εδώ