Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Ο στιγματισμός κάθε προσπάθειας αλλαγής

Ο στιγματισμός κάθε προσπάθειας αλλαγής

ΜΑΡΙΑ ΡΕΠΟΥΣΗ | Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Θα ήθελα στην παρέμβαση αυτή να ασχοληθώ με δύο μύθους που αφορούν την Ιστορία στην εκπαίδευση, τη θέση της στα σχολεία και τον σκοπό που υπηρετεί ή υπηρετούσε. Ο πρώτος αφορά τη διαχρονικότητα της σχολικής ιστορίας και ο δεύτερος την εθνική σκοποθεσία της. Οι μύθοι αυτοί είναι συγκροτητικοί της κυρίαρχης ρητορικής για τη θέση και τον σκοπό της Ιστορίας στην εκπαίδευση και προβάλλονται κάθε φορά που επιχειρείται η αναδιαπραγμάτευση της θέσης της Ιστορίας στα αναλυτικά προγράμματα και ο αναστοχασμός για την κοινωνική λειτουργία της, με άλλα λόγια κάθε φορά που γίνεται προσπάθεια να επανατεθούν τα ερωτήματα αυτά και να απαντηθούν με τρόπο που αρμόζει στην εποχή μας. Μέρος της αντίπαλης προς τις αλλαγές επιχειρηματολογίας είναι το βάρος ενός δήθεν εμπράγματoυ παρελθόντος της ιστορικής εκπαίδευσης που συνηγορεί υπέρ του αμετάβλητου της σημερινής κατάστασης και εγκαλεί ως ύποπτη κάθε προσπάθεια αλλαγής της. 


Ι. Κοινή πεποίθηση ακόμη και ανάμεσα στο καλλιεργημένο και εγγράμματο ιστορικά κοινό είναι ότι η Ιστορία ήταν ανέκαθεν εγκατεστημένη στα ιδρύματα που ανά εποχή ήταν ταγμένα στη μάθηση. Δεν είναι όμως έτσι. Παρά τα αποφθέγματα για την παιδευτική αξία της, που τη συνόδευαν από τον 2ο αι. π.Χ., η Ιστορία απουσίαζε για αιώνες από τις μαθήσεις που οι ανθρώπινες κοινωνίες έκριναν απαραίτητες για τη συνέχεια και την εξέλιξή τους. Ακόμη και οι διαφωτιστές ήταν διχασμένοι. Οι χρήσεις και οι καταχρήσεις της Ιστορίας στον δημόσιο βίο τούς είχαν κάνει εξαιρετικά δύσπιστους για την αξία της Ιστορίας στην εκπαίδευση. Χρειάστηκε να φανούν τα σημάδια σημαντικών αλλαγών της Ιστορίας και να διαμορφωθεί μια σαφής σχέση ανάμεσα στη νέα εποχή του Διαφωτισμού και στην Ιστορία για να γίνει μειοψηφική αυτή η άποψη και να ηγεμονεύσει η αντίθετή της.

Με μικρές διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα, η αλλαγή των αντιλήψεων πυκνώνει στο τέλος του αιώνα των Φώτων και στην καμπή του 18ου προς τον 19ο αιώνα η Ιστορία θεωρείται απαραίτητη σκευή του πολιτισμένου δυτικού ανθρώπου, μέρος της εγγραμματοσύνης του. Αποτέλεσμα αυτής κυρίως της αλλαγής αλλά και των νέων αντιλήψεων οργάνωσης των σπουδών είναι η εγγραφή της Ιστορίας στο σχολικό περιβάλλον και η σταδιακή μετατροπή της σε σχολικό μάθημα. Πολλές φορές από τότε αμφισβητήθηκε η θέση της Ιστορίας στα προγράμματα σπουδών, κυρίως σε εκπαιδευτικά συστήματα που ήταν στραμμένα στο παρόν και στο μέλλον και όχι στο παρελθόν. Η παραμονή της στην εκπαίδευση ως υποχρεωτικό μάθημα έπρεπε να επιβεβαιώνει την κοινωνική της χρησιμότητα, την ανταπόκρισή της στα ερωτήματα και στις περιέργειες της εποχής της, την ικανότητά της να προσαρμόζεται σε ένα σχολείο που αλλάζει μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει. Με άλλα λόγια το ερώτημα αν θα πρέπει να έχουμε υποχρεωτικά Ιστορία στα σχολεία ήταν και είναι συνυφασμένο με το είδος της Ιστορίας που θέλουμε να διδάσκουμε.

Η υπόθεση του εγχειριδίου της Στ΄ Δημοτικού ήταν ενδεικτική των συγκρούσεων που γεννά κάθε προσπάθεια αλλαγής των δεδομένων της σχολικής ιστορίας
ΙΙ. Λιγότερο κοινή ενδεχομένως στο κοινό της Ιστορίας αλλά μαζική στο υπόλοιπο κοινό είναι επίσης η αντίληψη της διαχρονικής πατριωτικής αποστολής της Ιστορίας. Στη συλλογική αναπαράσταση, στην Ελλάδα αλλά όχι μόνο, η Ιστορία είναι ιστορικά ταυτισμένη με το έθνος και η αποστολή της είναι ιστορικά εθνική. Η αλήθεια είναι ότι η αποστολή της έγινε σταδιακά εθνικοποιητική στη διάρκεια του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα αφού για πολλά χρόνια η σχολική ιστορία περπάτησε στα μονοπάτια του πολιτισμένου κόσμου και ταλαντεύτηκε ανάμεσα στην ιερά και στην εκκοσμικευμένη εκδοχή της. Με άλλα λόγια οι πρώτες σχολικές κατασκευές της Ιστορίας δεν ήταν εσωστρεφείς και εθνικές, τουλάχιστον με την έννοια που αποδίδουμε σήμερα στον όρο. Στη θέση του έθνους που είναι σήμερα η κεντρική κατηγορία της σχολικής αφήγησης ήταν ο πολιτισμός και ο στόχος ήταν να τον διδάξουν και να τον αποθεώσουν για να διαμορφώσουν πολίτες. Αυτός ο πολιτισμός, ως κατηγορία αλλά και κριτήριο για να αποτιμηθεί ποιο παρελθόν είναι άξιο να διδαχθεί στα σχολεία, δεν ήταν λίγες οι φορές που επανήλθε στο προσκήνιο των αντιπαραθέσεων για να μετριάσει την εθνοκεντρική στροφή της σχολικής ιστορίας. Στον δυτικό κόσμο, σε κάποιες περιπτώσεις και περιστάσεις τα κατάφερε, σε άλλες ανάμεσα στις οποίες εντάσσεται και η δική μας ελληνική περίπτωση καμία ένσταση και αντιπαράθεση δεν κατάφερε να κλονίσει την εμμονή στη στερεοτυπική εθνική αποστολή της σχολικής ιστορίας, αυτή που είναι απόλυτα ελληνοκεντρική, γεγονοτολογική, ηρωική και πένθιμη.

Αυτή η σχολική κατασκευή που φέρει το όνομα Ιστορία διαιωνίζεται στην ελληνική εκπαίδευση σε αναντιστοιχία με τις ανάγκες των καιρών και τα σύγχρονα ζητούμενα της ιστορικής εκπαίδευσης που στρέφεται στην ανάπτυξη της ιστορικής σκέψης και στη διαμόρφωση κριτικής ιστορικής συνείδησης. Η αναντιστοιχία γεννά αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις. Τις ζήσαμε με την υπόθεση του εγχειριδίου της Στ΄ Δημοτικού, τις ζούμε σε μικρότερο βαθμό και ένταση με κάθε προσπάθεια αλλαγής των δεδομένων της σχολικής ιστορίας, της θέσης της στο πρόγραμμα σπουδών, των σχολικών βιβλίων, της διδακτέας ύλης, κτλ. Θα εξακολουθήσουμε να τις ζούμε, πιστεύω, όσο αυτό που διδάσκουμε στα σχολεία μας κρατά δέσμια τη σκέψη των παιδιών σε σχήματα και ανάγκες του παρελθόντος, είναι φοβικό απέναντι στις προκλήσεις της εποχής μας και εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες και ποικίλες εργολαβίες. Η συζήτηση παραμένει ανοικτή και για να θυμηθούμε τον ποιητή «για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή».

Η κυρία Μαρία Ρεπούση είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας και Ιστορικής Εκπαίδευσης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. 

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=364098&ct=114&dt=31/10/2010#ixzz13yBPN36m

Με στόχο την κατανόηση του παρόντος

Με στόχο την κατανόηση του παρόντος

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ | Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010
Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και ειδικότερα η μεταρρύθμιση της διδασκαλίας της Ιστορίας, παρ΄ όλο που δεν έχουν τις οδυνηρές επιπτώσεις που έχει η μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού, η μείωση των μισθών και τα μέτρα λιτότητας, προκαλούν οξύτερες και πολύ πιο φανατικές αντιδράσεις. Οι λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό το, σε πρώτο επίπεδο, παράδοξο φαινόμενο, είναι γνωστοί στους ειδικούς και δεν εντοπίζονται μόνο στη χώρα μας. Πριν από κάποιους μήνες, η συντηρητική στροφή της διδασκαλίας της Ιστορίας στο Τέξας είχε προκαλέσει επίσης αντιδράσεις. Οι λόγοι ήταν και εκεί παρόμοιοι και απεικονίζονταν ανάγλυφα στο πανό που κρατούσε μια διαδηλώτρια: «Θέλω να βλέπω τον εαυτό μου μέσα στο εγχειρίδιο Ιστορίας». Η θρησκευόμενη, «πατριωτική» Αμερική της Σάρας Πέιλιν ζητούσε το μερίδιό της στη διδασκαλία της Ιστορίας.

Η άποψη της «εκπροσώπησης» επικρατεί και στη χώρα μας, με αποτέλεσμα να γίνεται εξονυχιστικός έλεγχος όλων των εγχειριδίων Ιστορίας από ερασιτέχνες αναγνώστες μη τυχόν και έχει παραλειφθεί ή υποβαθμιστεί κάποιος τόπος, οικογένεια, πρόγονος ή πολιτική τάση στην αφήγηση της σχολικής ιστορίας. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει ο παιδαγωγός ή ο ιστορικός ότι είναι αδύνατον να εμφανίζονται σε ένα σχολικό εγχειρίδιο πεπερασμένων σελίδων γεγονότα, πρόσωπα και δεδομένα που θα έπρεπε να καλύπτουν εγκυκλοπαίδειες. Είναι, λοιπόν, ενδιαφέρον ότι, παρά την αυτονόητη αυτή παραδοχή, η συζήτηση εξακολουθεί να μαίνεται γύρω από λεπτομέρειες, τη στιγμή που είναι επίσης γνωστό ότι οι ιστορικές γνώσεις των αποφοίτων του λυκείου είναι πενιχρές, στρεβλές ή, απλώς, ανύπαρκτες. Ο διάλογος γύρω από την Ιστορία γίνεται από ειδικούς, και μη, ερήμην των ιδίων των παιδιών και, δυστυχώς, ερήμην και των εκπαιδευτικών. Γιατί όποιος ρωτούσε, είτε τους μεν είτε τους δε, θα διαπίστωνε ότι καμία από τις λεπτομέρειες για τις οποίες γίνεται η συζήτηση δεν έχει γίνει αντιληπτή από τους μαθητές, ότι τα παιδιά νιώθουν να πνίγονται κάτω από τον όγκο των πληροφοριών και αντιπαθούν το μάθημα της Ιστορίας, το οποίο θεωρούν, στην καλύτερη περίπτωση, άχρηστο. Η αρνητική σχέση με το σχολικό εγχειρίδιο επιδεινώνεται, εξάλλου, από τον τρόπο εξέτασης και βαθμολόγησης. Ενα μάθημα που προορίζεται να καλλιεργήσει την κριτική σκέψη και συνδέεται με την αγωγή του πολίτη εξαντλείται- στο λύκειο τουλάχιστον - σε αποσπάσματα κεφαλαίων, δηλαδή στην περίφημη «εξεταστέα ύλη». Αλλά και στην υποχρεωτική εκπαίδευση η πυκνότητα της ύλης και οι ελάχιστες ώρες που διαθέτει ο εκπαιδευτικός βάσει του ωρολογίου προγράμματος οδηγούν σε ακρωτηριασμό της διδασκαλίας, έτσι ώστε η μεταπολεμική ιστορία να μην καλύπτεται εν τέλει.

Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.
Εξι προτάσεις για να λυθεί ο γόρδιος δεσμός

Οι μαθητές νιώθουν να πνίγονται κάτω από τον όγκο των πληροφοριών και θεωρούν, στην καλύτερη περίπτωση, άχρηστο το μάθημα της Ιστορίας
Δεν είναι παράλογο, άραγε, να επαναλαμβάνεται ευλαβικά τρεις φορές όλη η ελληνική ιστορία, να διδάσκεται βεβαίως ο Λεωνίδας και ο Ιουστινιανός, αλλά οι μαθητές να μη διδάσκονται τίποτα για τη δικτατορία των συνταγματαρχών, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Γεώργιο Παπανδρέου; Και πώς μπορούν να κατανοήσουν τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν, αν γνωρίζουν μεν τον Κολοκοτρώνη αλλά δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει Ψυχρός Πόλεμος, τείχος του Βερολίνου, διάλυση της Γιουγκοσλαβίας; Αν στόχος της διδασκαλίας της Ιστορίας είναι η κατανόηση του παρόντος και η αυτογνωσία (ποιοι είμαστε, ποια είναι η ταυτότητά μας ή οι ταυτότητές μας), νομίζω ότι κανείς δεν διαφωνεί ότι για τον στόχο αυτόν είναι απαραίτητη η γνώση κατ΄ εξοχήν της πρόσφατης Ιστορίας και μάλιστα όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της ευρωπαϊκής, και της παγκόσμιας. Τι χρειάζεται λοιπόν για να λυθεί ο γόρδιος δεσμός της σχολικής ιστορίας;

Πρώτον, να γίνει ενιαίος σχεδιασμός της διδασκαλίας της Ιστορίας στην υποχρεωτική εκπαίδευση ώστε να μην επαναλαμβάνεται η ίδια ύλη δύο φορές και να δίνεται έτσι η δυνατότητα για μια πιο ευρηματική και σύγχρονη διάρθρωση της διδακτέας ύλης.

Δεύτερον, να καταργηθεί το ένα και μοναδικό εγχειρίδιο που παράγεται από το υπουργείο Παιδείας. Το σύστημα αυτό δημιουργεί τεράστιο βάρος στους συγγραφείς αλλά καθιστά και την πολιτεία υπόλογη και ευάλωτη απέναντι σε κριτικές, εφόσον υπάρχει «επίσημη», κρατική άποψη για την Ιστορία. Εννοείται ότι το υπουργείο θα είναι υπεύθυνο για τη σύνταξη των αναλυτικών προγραμμάτων και για την έγκριση των εγχειριδίων που θα χρησιμοποιούνται στα σχολεία.

Τρίτον, να επιμορφωθούν οι εκπαιδευτικοί ώστε να είναι σε θέση να διδάξουν ένα μάθημα για το οποίο δεν υπάρχει θεσμοθετημένη ειδικότητα (στην καλύτερη περίπτωση διδάσκεται από φιλολόγους, αλλά είναι «δεύτερη ανάθεση» σε πολλές άλλες ειδικότητες).

Τέταρτον, να αλλάξει το σύστημα αξιολόγησης και εξέτασης των μαθητών ώστε να αποσυνδεθεί επιτέλους η Ιστορία από την παπαγαλία.

Πέμπτον, το περιεχόμενο και η μέθοδος της διδασκαλίας της Ιστορίας να προσαρμόζονται στην ηλικία των μαθητών και όχι το αντίθετο. Πολύ συχνά όσοι επιχειρηματολογούν υπέρ μιας συγκεκριμένης μορφής Ιστορίας επικεντρώνονται μόνο στο περιεχόμενο και αγνοούν τη διδακτική πλευρά.

Εκτον, η σχολική ιστορία να συμβαδίζει με την ακαδημαϊκή ιστορία όπως συμβαίνει με όλα τα υπόλοιπα μαθήματα και τις αντίστοιχες επιστήμες. Νέα γνωστικά πεδία, νέες μέθοδοι, νέα ευρήματα οδηγούν σε συνεχή αναθεώρηση την ιστορική επιστήμη.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι χρειάζεται να διδασκόμαστε Ιστορία. Ωστόσο, αυτή η Ιστορία πρέπει να είναι ανοιχτή, ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια, που θα περικλείει και δεν θα αποκλείει, που θα δημιουργεί ερεθίσματα για σκέψη και στοχασμό, και που θα έλκει τους μαθητές. Κυρίως θα πρέπει να μπορεί να απαντήσει στο βασικό ερώτημα που θέτουν, δικαίως, τα παιδιά: «Τι τη χρειαζόμαστε σήμερα την Ιστορία;».


Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=364096&ct=114&dt=31/10/2010#ixzz13yA63UJm

Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Διαμαρτύρονται οι σχολικοί σύμβουλοι. Υπάρχουν;


«Βολές» κατά της πολιτικής ηγεσίας του υπ. Παιδείας εξαπολύουν οι Σχολικοί Σύμβουλοι -με Ανοιχτή Επιστολή- την οποία κατηγορούν ότι: 

1.Ο σχεδιασμός της εκπαιδευτικής πολιτικής παραμένει γραφειοκρατικός, 2.Οι νομοθετικές ρυθμίσεις κόβονται και ράβονται κατά το δοκούν
3.Η επικοινωνία με τα στελέχη εκπαίδευσης παραμένει στα αποτυχημένα μοντέλα
4. Σχεδιάζονται παρεμβάσεις στο Δημοτικό Σχολείο  και στο Λύκειο,
χωρίς τη στοιχειώδη συμμετοχή των Σχολικών Συμβούλων ως καθ’  ύλην αρμοδίων
 Ειδικότερα η Ανοιχτή Επιστολή της Πανελλήνιας Ενωσης Σχολικών Συμβούλων προς την πολιτική ηγεσία του υπ. Παιδείας έχει ως εξής: 
Θέμα: «Ανοικτή Επιστολή προς την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας»
Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας ξεκίνησε τη θητεία της θέτοντας το συμφέρον του μαθητή («πρώτα ο μαθητής») και την αναβάθμιση της «ποιότητας» της Εκπαίδευσης ως προμετωπίδα της εκπαιδευτικής της πολιτικής.
 Στο πλαίσιο αυτό περιμέναμε ο ρόλος του Σχολικού Συμβούλου να αναβαθμιστεί, σε αντίθεση με την επί δεκαετίες κυριαρχία του στείρου «διοικητισμού», ο οποίος φαίνεται να έχει αποτύχει ακόμα και στο αυτονόητο: στη λεγόμενη «διαχείριση» του εκπαιδευτικού προσωπικού.
 Ως ΠΕΣΣ έχουμε επανειλημμένα επισημάνει ότι το παρόν σύστημα Οργάνωσης – Διοίκησης- Εποπτείας- Επιστημονικής και Παιδαγωγικής Καθοδήγησης της  Εκπαίδευσης έχει από χρόνια ολοκληρώσει τον κύκλο του και η αναδιοργάνωσή του αποτελεί πρωταρχικής σημασίας ζήτημα για την ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης. 
 Παρά τις αρχικές και πρόσκαιρες υποσχέσεις, όπως αποδείχθηκε, ο σχεδιασμός της εκπαιδευτικής πολιτικής παραμένει γραφειοκρατικός, οι νομοθετικές ρυθμίσεις κόβονται και ράβονται κατά το δοκούν (Ν. 3848/2010, ο οποίος θέτει τις επιλογές Σχολικών Συμβούλων ουσιαστικά σε μηδενική βάση), με αποτέλεσμα  να παρατηρούνται σοβαρά λάθη και ολισθήματα. Σχεδιάζονται παρεμβάσεις στο Δημοτικό Σχολείο  και στο Λύκειο, που επιφέρουν ουσιαστικές αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα της πατρίδας μας με σοβαρές επιπτώσεις στην κοινωνία, χωρίς τη στοιχειώδη συμμετοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας και κυρίως των Σχολικών Συμβούλων ως καθ’  ύλην αρμοδίων.
 Η επικοινωνία της πολιτικής ηγεσίας με τα στελέχη εκπαίδευσης παραμένει στα αποτυχημένα μοντέλα, με αποτέλεσμα, κατά την προσφιλή τακτική όλων των ηγεσιών του Υπουργείου, οι πρόσφατα επιλεγέντες Διευθυντές Διευθύνσεων να καλούνται πάραυτα σε ζωντανή επικοινωνία, ενώ οι Σχολικοί Σύμβουλοι, τόσο ως σύνολο, όσο και μέσω του θεσμικού τους εκπροσώπου, της Π.Ε.Σ.Σ., να αγνοούνται συστηματικά, παρά τις έγγραφες και προφορικές προσπάθειές μας για συνεργασία με στόχο την αναβάθμιση της ποιότητας της Εκπαίδευσης και την πραγματική τοποθέτηση του μαθητή και των συμφερόντων του στο κέντρο της σχολικής ζωής.
 Στη συγκυρία αυτή η πολιτική ηγεσία εξακολουθεί να αποφεύγει συστηματικά τη θεσμική συνάντηση με το Δ.Σ. της ΠΕΣΣ, σε μια περίοδο όπου τόσο τα σχεδιαζόμενα μέτρα εκπαιδευτικής πολιτικής (νέος νόμος επιλογής στελεχών και αξιολόγησης, αναδιοργάνωση Λυκείου, Μείζον Πρόγραμμα Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών, νέα Προγράμματα Σπουδών, καθιέρωση θεσμού μέντορα) όσο και τα υλοποιούμενα (Ολοήμερα Σχολεία Ενιαίου Αναμορφωμένου Εκπαιδευτικού Προγράμματος, Αυτοαξιολόγηση Σχολικών Μονάδων, Αναδιοργάνωση Λυκείου και Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης), απαιτούν, όχι μόνο την αυτονόητη στήριξη των Σχολικών Συμβούλων, η οποία μέχρι σήμερα έχει εκδηλωθεί πολλαπλώς, αλλά και τη θεσμικά προσδιορισμένη έκφραση της άποψής τους για τα μέτρα αυτά, την υποδοχή τους από τη εκπαιδευτική κοινότητα, τον τρόπο υλοποίησής τους και την αποτελεσματικότητά τους σε σχέση με τον κοινό στόχο: την αναβάθμιση της ποιότητας του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου.     
 Μάλιστα, προσφάτως, αντί της ζωντανής επικοινωνίας της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου με τους Σχολικούς Συμβούλους επιλέχθηκε η έκδοση ολιγόλογης εγκυκλίου από την κυρία Υφυπουργό, με σκοπό να  υπενθυμίσει, επιλεκτικά στους Σχολικούς Συμβούλους, τις «επιπτώσεις» που προβλέπονται σε περίπτωση πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων τους, σύμφωνα με το ΦΕΚ 1340/2002 («καθηκοντολόγιο»).
 Σχετικά με τη συγκεκριμένη εγκύκλιο, θεωρούμε μεροληπτική και άδικη για τους Σχολικούς Συμβούλους τη μεθοδολογία της γενίκευσης, η οποία επιλέχτηκε, γιατί, εκτός των άλλων,  δημιουργεί αρνητικές εντυπώσεις και συναισθήματα στα μέλη μας.
 Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου αντί για την υπενθύμιση των καθηκόντων, τα οποία οι Σχολικοί Σύμβουλοι καλά γνωρίζουν, οφείλει να αναλάβει τις υποχρεώσεις της έναντι του θεσμού, οι οποίες, μεταξύ άλλων, αφορούν τη μέριμνα για γραμματειακή υποστήριξη, κατάλληλες υποδομές – εξοπλισμό γραφείων, έξοδα κίνησης (ΧΕΠ) κ.ά., ώστε να διαφανούν οι πραγματικές προθέσεις στήριξης του θεσμού, αντί του φρονιματισμού.          
    Κλείνοντας, επισημαίνουμε ότι η πολιτική ηγεσία εξακολουθεί να αποφεύγει θεσμική συνάντηση με το Δ.Σ. της Π.Ε.Σ.Σ., το οποίο εκπροσωπεί τους Σχολικούς Συμβούλους, σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο κρίσιμων εκπαιδευτικών αλλαγών («πρώτα ο μαθητής»), όπως η ίδια διατείνεται.       
Ζητούμε:
Α) για μια ακόμα φορά  ουσιαστική θεσμική συνάντηση με την ηγεσία του ΥΠ.Π.ΔΒΜ.Θ. και
Β) την με έργα και όχι με λόγια ουσιαστική αναγνώριση του έργου των Σχολικών Συμβούλων.


Για το Δ.Σ. της Π.Ε.Σ.Σ.


Πλασματικά τμήματα στα σχολεία.


Σε "εξονυχιστικούς" ελέγχους  προχωρούν οι μηχανισμοί της Περιφερειακής Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αττικής , επειδή υπάρχουν ενδείξεις δημιουργίας «πλασματικών αναγκών» και  αμφισβήτησης της ειλικρίνειας της καταγραφής του αριθμού των τμημάτων και των μαθητών.
 Ηδη σχετική εντολή έδωσε ο Περιφερειάρχης Γιάννης Κουμέντος. Για την υπόθεση ενημερώθηκε ο Γενικός Γραμματέας του υπ.
Παιδείας Β Κουλαιδής  ο οποίος ζήτησε την πιστή εφαρμογή του νόμου και να σταλούν στη δικαιοσύνη ενδεχόμενα ψευδή στοιχεία.
  Τη στήριξη των ενδεχομενων Πλασματικών στοιχείων ανέλαβαν οι συνδικαλιστές της Ε ΕΛΜΕ Αττικής οι οποίοι με αακοίνωσή τους προέτρεψαν  τους Διευθυντές και τους  Συλλόγους Διδασκόντων « να μην απαντήσουν στα σχετικά έγγραφα»!!!
 Σήμερα το απόγευμα ο ΠΔΕΑ Γιάννης Κουμέντος εξέδωσε ανακοίνωση με την οποοία σημειώνει πως « Η Ε΄ ΕΛΜΕ Ανατολικής Αττικής δεν μπορεί ούτε να νομοθετεί, ούτε να ασκεί διοίκηση και να υποκαθιστά τα αρμόδια από την Πολιτεία όργανα» και καλεί το Δ.Σ. «να επανεξετάσει τη θέση του και να συνεργαστεί με την Διοίκηση και ως προς την επίλυση των ιδιαίτερων εκπαιδευτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ανατολική Αττική αλλά και ως προς τη στήριξη και ενδυνάμωση της δημόσιας εκπαίδευσης της πατρίδας μας».
Ειδικότερα η ανακοίνωση του κ. Κουμέντου έχει ως εξής:

                            ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ-ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ Ε΄ ΕΛΜΕ ΑΝΑΤΟΛΙΚΉΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 

Από τον έλεγχο των δεδομένων του φετινού σχολικού έτους (2010-2011) παρατηρήθηκε στην περιοχή της Διεύθυνσης  Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της Ανατολικής Αττικής το «στατιστικό παράδοξο» της αλματώδους αύξησης των τμημάτων που δηλώθηκαν από τις σχολικές μονάδες.
Η αύξηση που παρουσιάζεται από τον Ιούνιο (τέλος του προηγούμενου σχολικού έτους) μέχρι τον Σεπτέμβρη (έναρξη του νέου σχολικού έτους) των τμημάτων δεν δικαιολογείται παρά μόνο με μια απίθανα μεγάλη αύξηση του μαθητικού πληθυσμού.
Τα δεδομένα οδηγούν σε αμφισβήτηση της ειλικρίνειας της καταγραφής του αριθμού των τμημάτων και των μαθητών, καθώς και σε προβληματισμούς για ενδεχόμενη δημιουργία επιπλέον αναγκών.
Η Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Π.Ε και Δ.Ε Αττικής έχει την ηθική και υπηρεσιακή υποχρέωση να ελέγξει τα δεδομένα και να αποκαταστήσει τις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ όλων των βαθμίδων της Διοίκησης.
Ο έλεγχος των δεδομένων  δεν είναι αυταρχισμός, ούτε εκφοβισμός, αλλά δημοκρατική υποχρέωση, απέναντι στη διαφάνεια που απαιτεί η κοινωνία και καθήκον απέναντι στους φορολογούμενους πολίτες για την ορθή διαχείριση των δημόσιων πόρων. Η καταγραφή των πραγματικών δεδομένων συμβάλλει στη σωστή ιεράρχηση αναγκών που αποτελεί και αναγκαίο όρο για την πολιτική στήριξης της Δημόσιας Εκπαίδευσης.
Η Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Π.Ε και Δ.Ε Αττικής δεν κατανοεί την καταγγελία-άρνηση του Δ.Σ  της Ε΄ ΕΛΜΕ Ανατολικής Αττικής για τον έλεγχο των στοιχείων και για την εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας, πολύ δε περισσότερο την προτροπή της προς τους Διευθυντές και τους  Συλλόγους Διδασκόντων « να μην απαντήσουν στα σχετικά έγγραφα»!!!
Ο ρόλος του συνδικαλιστικού κινήματος είναι σεβαστός και θεσμικά κατοχυρωμένος, αλλά και διακριτός.
Η Ε΄ ΕΛΜΕ Ανατολικής Αττικής δεν μπορεί ούτε να νομοθετεί, ούτε να ασκεί διοίκηση και να υποκαθιστά τα αρμόδια από την Πολιτεία όργανα.
Καλούμε το Δ.Σ. της Ε΄ ΕΛΜΕ Ανατολικής Αττικής να επανεξετάσει τη θέση του και να συνεργαστεί με την Διοίκηση και ως προς την επίλυση των ιδιαίτερων εκπαιδευτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ανατολική Αττική αλλά και ως προς τη στήριξη και ενδυνάμωση της δημόσιας εκπαίδευσης της πατρίδας μας. 
                                                                                              Ο Π.Δ.Ε.Α.

                                                                                      Γιάννης Ν. Κουμέντος

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Τα βασικά σημεία του κειμένου που δόθηκε για διαβούλευση

Το κείμενο της διαβούλευσης είναι εδώ


Ρίχνει το μπαλάκι στα Ιδρύματα για τα φοιτητικά

Τα βασικά σημεία του κειμένου που δόθηκε προς διαβούλευση:


ΔΙΟΙΚΗΣΗ

 Δύο όργανα θα έχουν την ευθύνη της διοίκησης, με διακριτή σύνθεση και αρμοδιότητες. Για τα ΑΕΙ, τα όργανα είναι η Σύγκλητος και το Συμβούλιο. Για τα ΤΕΙ, η Συνέλευση και το Συμβούλιο. Ολα τα ακαδημαϊκά ζητήματα του Ιδρύματος παραμένουν στην αρμοδιότητα της Συγκλήτου και της Συνέλευσης του Ιδρύματος. Το Συμβούλιο θα έχει την ευθύνη για τη στρατηγική ανάπτυξη του Ιδρύματος, την έγκριση του προϋπολογισμού, την αξιοποίηση της περιουσίας του Ιδρύματος, τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας και την επιλογή του πρύτανη ή προέδρου του ΤΕΙ, καθώς και την παύση των καθηκόντων του.

ΣΥΝΘΕΣΗ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

 Το Συμβούλιο αποτελείται από άμεσα εκλεγμένα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας του Ιδρύματος και από εξωτερικά μέλη. Τα εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου είναι σημαντικές προσωπικότητες που έχουν διακριθεί σε τομείς της επιστήμης, των γραμμάτων, των τεχνών και της ευρύτερης κοινωνίας, τα οποία επιλέγονται ως άτομα και όχι ως ex officio εκπρόσωποι φορέων ή οργανισμών. Στο Συμβούλιο εκπροσωπούνται οι φοιτητές και το μη ακαδημαϊκό προσωπικό του Ιδρύματος. Η σύνθεση του Συμβουλίου, τα χαρακτηριστικά των μελών του και ο τρόπος συγκρότησής του αποτελούν μέρος της διαβούλευσης.
Η Σύγκλητος αποτελείται από τον πρύτανη ή πρόεδρο ΤΕΙ, τους κοσμήτορες ή διευθυντές σχολών και εκπροσώπους των φοιτητών και των λοιπών κατηγοριών του προσωπικού. Οι αποφάσεις όλων των οργάνων του Ιδρύματος δημοσιοποιούνται στο Διαδίκτυο.

ΠΡΥΤΑΝΗΣ 

Την ευθύνη της ακαδημαϊκής διοίκησης του Ιδρύματος έχουν ο πρύτανης και η Σύγκλητος. Ο πρύτανης θα πρέπει να έχει υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα. Μπορεί να είναι καθηγητής Πανεπιστημίου της Ελλάδας ή του εξωτερικού. Εφόσον πρύτανης εκλεγεί καθηγητής άλλου πανεπιστημίου, ταυτόχρονα του προσφέρεται θέση καθηγητή στο γνωστικό του αντικείμενο. Επιλέγεται από το Συμβούλιο έπειτα από διεθνή πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος και τη γνώμη του ακαδημαϊκού προσωπικού του Ιδρύματος.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ 

Οι βαθμίδες του διδακτικού προσωπικού των ΑΕΙ περιορίζονται σε τρεις (καθηγητές, αναπληρωτές καθηγητές, επίκουροι καθηγητές). Η εξέλιξη του διδακτικού προσωπικού κρίνεται με κλειστή διαδικασία. Η μονιμότητα διασφαλίζεται στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή.
Καταργείται ο θεσμός του διδάσκοντα με βάση το Π.Δ. 407 και αντικαθίσταται από το θεσμό του λέκτορα. Η θέση του λέκτορα δεν αποτελεί εξελίξιμη βαθμίδα. Θεσμοθετείται η δυνατότητα στα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ να εκλέγουν καθηγητές οι οποίοι ήδη υπηρετούν σε αναγνωρισμένα Ιδρύματα του εξωτερικού, χωρίς οι τελευταίοι να υποχρεούνται να παραιτηθούν από τη θέση τους στο εξωτερικό.
Στα ΤΕΙ, οι βαθμίδες παραμένουν τέσσερις. Η μονιμότητα διασφαλίζεται στη βαθμίδα του αναπληρωτή.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΚΛΟΓΗΣ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ 

Αυτές τις καθορίζει το κάθε ίδρυμα. Τα εκλεκτορικά σώματα είναι διεθνούς σύνθεσης. Οι μόνιμοι καθηγητές υπόκεινται σε περιοδική διαδικασία αξιολόγησης ως προς το ερευνητικό τους έργο από επιτροπές διεθνούς σύνθεσης. Οι ήδη υπηρετούντες μόνιμοι καθηγητές αξιολογούνται έπειτα από αίτησή τους. Τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ μπορούν να εκλέγουν καθηγητές που υπηρετούν σε ιδρύματα του εξωτερικού χωρίς να υποχρεούνται αυτοί να παραιτηθούν από τη θέση τους στο εξωτερικό.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑ 

Η πλήρης διαχείριση των οικονομικών των Ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένης της μισθοδοσίας, περιέρχεται στα ίδια τα Ιδρύματα. Το ύψος των μισθών του προσωπικού των Ιδρυμάτων καθορίζεται από την πολιτεία. Η πολιτεία χρηματοδοτεί το προσωπικό των Ιδρυμάτων σύμφωνα με τις προγραμματικές συμφωνίες. Τα Ιδρύματα μπορούν να διαμορφώνουν τη δική τους συμπληρωματική πολιτική, προκειμένου να προσελκύουν επιστήμονες υψηλού κύρους.

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ 

Η πολιτεία οργανώνει ειδική υπηρεσία που αναλαμβάνει τη διαπραγμάτευση και την υπογραφή προγραμματικών συμβάσεων με τα Ιδρύματα, τη διαχείριση και κατανομή της δημοσιας χρηματοδότησης. Για την υπηρεσία αυτή υπάρχουν 3 προτάσεις.
1. Θεσμοθέτηση νέας ανεξάρτητης αρχής.
2. Μετεξέλιξη της Α.ΔΙ.Π σε ανεξάρτητη Αρχή Αξιολόγησης, Πιστοποίησης και Χρηματοδότησης.
3. Ειδική υπηρεσία του υπουργείου Παιδείας.

Ενα μέρος της δημόσιας χρηματοδότησης από την πολιτεία κατανέμεται στα Ιδρύματα με βάση δείκτες ποιότητας και τα επιτευγματά τους, στα οποία δίνεται έμφαση. Οι διοικήσεις των Ιδρυμάτων αποκτούν συγκεκριμένα κίνητρα, προκειμένου να συμμετέχουν αποτελεσματικά στην υλοποίηση της εθνικής στρατηγικής. Στη διαβούλευση προτείνονται μια σειρά από δείκτες οι οποίοι θα καθορίζουν τη χρηματοδότηση, όπως: αριθμός αποφοίτων και εισερχόμενων φοιτητών, αριθμός φοιτητών που αποστέλλονται στο εξωτερικό, μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων, βαθμός αξιοποίησης πόρων του Ιδρύματος, προσφερόμενες υποτροφίες, βραβεία κ.λπ.

ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΦΟΙΤΗΤΩΝ 

Η έκδοση σύγχρονης ηλεκτρονικής κάρτας του φοιτητή θα του εξασφαλίζει πρόσβαση σε όλες τις παρεχόμενες από τα Ιδρύματα υπηρεσίες. Οι παροχές (σίτιση, στέγαση) των φοιτητών θα γίνονται από τα Ιδρύματα με σχήματα συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Νέο σύστημα φοιτητικών υποτροφιών και δανείων θα δίνεται σε συνεννόηση με τον τραπεζικό τομέα.

ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΗ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ 

Οι συνενώσεις εκπαιδευτικών και ερευνητικών Ιδρυμάτων αποτελούν νέα δυνατότητα και ευκαιρία για τη διαμόρφωση της νέας ταυτότητας των Ιδρυμάτων, που θα επιτρέψει τη στενή και αποτελεσματική συνεργασία των Ιδρυμάτων στην παραγωγή νέας γνώσης και στη διάχυσή της μέσω της οργάνωσης και προσφοράς νέων καινοτόμων προγραμμάτων σπουδών διεθνούς εμβέλειας.

ΣΠΟΥΔΕΣ - ΠΤΥΧΙΑ 

Η σχολή έχει την ευθύνη για τα προγράμματα σπουδών απονέμει πτυχία και μπορεί να αποτελείται από τμήματα με συγγενή επιστημονικά πεδία. Η σχολή αναθέτει στα τμήματα την οργάνωση και προσφορά των διαφορετικών και ευέλικτα δομημένων προγραμμάτων σπουδών.
Κάθε σχολή συγκροτείται με βασικά κριτήρια τη συνάφεια επιστημονικού αντικειμένου των τμημάτων, το μέγεθός τους και τη γεωγραφική τους εγγύτητα.
Εφαρμόζεται πλήρως το Ευρωπαϊκό Σύστημα Πιστωτικών Μονάδων.
Θεσμοθετείται το Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων Ανώτατης Εκπαίδευσης ως εργαλείο διαφάνειας.

Πρυτάνεις: θέτουν θέμα συνταγματικότητας

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΞΩΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΥΣ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΑΕΙ ΚΑΙ ΤΕΙ
Πρυτάνεις: θέτουν θέμα συνταγματικότητας

Σε ανοιχτή πλέον σύγκρουση οδηγείται το υπουργείο Παιδείας με την πανεπιστημιακή κοινότητα. Οι καταγγελίες των πρυτάνεων για αντισυνταγματική διοίκηση από εξωπανεπιστημιακούς και ξενόφερτους πρυτάνεις, δίνουν το στίγμα των αντιδράσεων στο τελικό κείμενο διαλόγου για τις αλλαγές στα ΑΕΙ, που παρουσίασε η υπουργός Παιδείας, στη Σύνοδο των πρυτάνεων, το περασμένο Σάββατο, στην Κρήτη
 Η διοίκηση, από συμβούλια με μέλη (και) εξωπανεπιστημιακούς, η εισαγωγή πρυτάνεων από το εξωτερικό και η ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημίων, με την επιβολή σκληρών όρων ανταγωνιστικότητας σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας (από τη χρηματοδότηση έως την επιλογή προσωπικού), αποτελούν το καυτό τρίπτυχο της αντιπαράθεσης.
Δεν αποσοβήθηκε η κρίση. Ηταν αναμενόμενη και δεν βοήθησε η απόφαση να μοιραστεί στα ίδια τα Ιδρύματα η «καυτή πατάτα» των ρυθμίσεων για τους όρους φοίτησης (προαπαιτούμενα, εξεταστικές, αξιολογήσεις, κ.ά.) μετά το πρώτο έτος. Το ίδιο άκαρπη φαίνεται να είναι η αόριστη προσθήκη της «εκπροσώπησης φοιτητών και λοιπού μη ακαδημαϊκού προσωπικού» στο Συμβούλιο Διοίκησης, όπως και η παραπομπή σε διαβούλευση του ζητήματος της «σύνθεσης του Συμβουλίου, των χαρακτηριστικών των μελών του και του τρόπου συγκρότησής του». Τουναντίον, εντείνεται η καχυποψία για τις προθέσεις του υπουργείου σχετικά με το επόμενο βήμα.
Είναι ενδεικτικές οι διαρροές και οι υποψίες, που συνοδεύουν τις αόριστες επίσημες αναφορές (που διατηρήθηκαν ως είχαν στο πρώτο κείμενο των Δελφών) σε κρίσιμα ζητήματα, όπως το σύστημα εγγραφής των φοιτητών στα προγράμματα σπουδών και όλες οι μετέπειτα διαδικασίες παρακολούθησης σπουδών, η εκλογή των καθηγητών, η συγκρότηση των εκλεκτορικών σωμάτων, οι αρμοδιότητες της Συγκλήτου, ο ρόλος των τμημάτων κ.ά.
Σύσσωμη η κοινότητα των ελληνικών ανώτατων Ιδρυμάτων καταγγέλλει την «επίθεση στο δημόσιο πανεπιστήμιο». Πρυτάνεις και πανεπιστημιακοί δηλώνουν ότι αυτό το κείμενο δεν μπορεί να αποτελέσει βάση διαλόγου, με τους πρώτους να προγραμματίζουν έκτακτη σύνοδο στις αρχές Δεκεμβρίου (10, 11, 12), όπου θα ανακοινώσουν τις δικές τους προτάσεις, ενώ οι φοιτητές εμφανίζονται αποφασισμένοι να συνεχίσουν τις κινητοποιήσεις τους.
«Εγείρονται σοβαρά θέματα συνταγματικότητας και ακαδημαϊκής λειτουργίας», δήλωσαν οι πρυτάνεις, αμέσως μετά την παρουσίαση των προτάσεων από την κ. Διαμαντοπούλου, με την επισήμανση μάλιστα της πολλαπλής αντισυνταγματικότητας.
«Δεν έχει νόημα να συζητήσουμε οτιδήποτε άλλο, αν δεν λυθεί το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας στη διοίκηση των Ιδρυμάτων. Είναι η βασική προϋπόθεση που θέτουμε», δήλωσε στην «Ε» ο πρύτανης του ΑΠΘ, Γιάννης Μυλόπουλος, εξηγώντας την πολλαπλότητα της αντισυνταγματικότητας, η οποία συνίσταται στα εξής σημεία:
α) Μεταφορά αρμοδιοτήτων διοίκησης από τα πανεπιστήμια σε εξωπανεπιστημιακό θεσμό (σ.σ.: Συμβούλιο Διοίκησης), ήτοι ετεροδιοίκηση αντί αυτοδιοίκησης.
β) Δυνατότητα να γίνουν πρυτάνεις/πρόεδροι ΤΕΙ και εξωπανεπιστημιακοί και μάλιστα από ξένη χώρα. «Μπορεί να έρθει ως υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων ένας Αραβας;», αναρωτήθηκε ο κ. Μυλόπουλος.
γ) Κατάργηση διαδικασιών εκλογής πρυτάνεων. Ο διορισμός τους από τα συμβούλια θέτει και ζήτημα αντιακαδημαϊκότητας. Η αλυσίδα των διορισμών (το συμβούλιο τον πρύτανη, εκείνος τους κοσμήτορες, κ.ο.κ.).
Το προσεχές διάστημα, δήλωσαν οι πρυτάνεις, θα γίνει διαβούλευση εντός των Ιδρυμάτων, ώστε να παρουσιαστούν οι προτάσεις (που θα επεξεργαστούν επιτροπές της Συνόδου) για την «ανασυγκρότηση του πανεπιστημίου με γνώμονα το συμφέρον της Παιδείας και της ελληνικής κοινωνίας», όπως αναφέρεται στο ψήφισμα της Συνόδου.
«Το συγκεκριμένο κείμενο του υπουργείου Παιδείας δεν μπορεί με κανένα τρόπο να αποτελέσει τη βάση για τη διαβούλευση», δηλώνει η ΠΟΣΔΕΠ, παραθέτοντας τρεις λόγους:
α) Πρόκειται για ένα κείμενο κατώτερο των περιστάσεων, των πραγματικών αναγκών του ελληνικού πανεπιστημιακού συστήματος, της ελληνικής κοινωνίας -ειδικά στις σημερινές δραματικές συνθήκες- και της νέας γενιάς.
β) Οικοδομείται στη βάση της θεώρησης ότι το σημερινό πανεπιστήμιο είναι διαλυμένο και χαρακτηρίζεται από αδιαφάνεια, αναξιοκρατία, διαφθορά και μετριότητα, χωρίς να αναγνωρίζει ούτε το τεράστιο έργο που επιτελείται από συναδέλφους υψηλών ακαδημαϊκών προσόντων ούτε τις νησίδες αριστείας στην έρευνα και τη διδασκαλία.
γ) Αναδεικνύει διάφορα δευτερεύοντα και -πιστεύουμε σκόπιμα- αγνοεί σημαντικά κεντρικά και χρόνια προβλήματα του ακαδημαϊκού χώρου, ενώ εμπεριέχει στοιχεία των οποίων η συνταγματικότητα αμφισβητείται έντονα.*

Η παραίτηση της Θ. Δραγώνα

Την παραίτησή της υποβάλλει σήμερα στην υπουργό Αννα Διαμαντοπούλου η ειδική γραμματέας του υπουργείου Παιδείας Θάλεια Δραγώνα.
Το μάθημα της Ιστορίας και το εάν αυτό θα είναι μάθημα υποχρεωτικό ή μάθημα επιλογής στο Λύκειο, η διαρροή πρότασης μιας επιτροπής που είχε συστήσει η ίδια, για το νέο Λύκειο, και οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν ανάμεσα στην ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, στην κυβέρνηση και σε στελέχη του ΠΑΣΟΚ ανάγκασαν τη Θάλεια Δραγώνα να παραιτηθεί από τη θέση της ειδικής γραμματέως.
Πριν από την εμπλοκή του ονοματός της με το μάθημα της Ιστορίας όμως, και από την αρχή σχεδόν της θητείας της είχαν σημειωθεί αρκετά κρούσματα διαφωνίας της με κυβερνητικούς παράγοντες για την πολιτική που ακολουθούσε το υπουργείο Παιδείας σε θέματα αιχμής. Για τον λόγο αυτό και είχε προηγηθεί αφαίρεση αρμοδιοτήτων της, σε δυο μείζονα θέματα:
1. Στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, ένα μέρος του σχεδιασμού και της υλοποίησης του οποίου είχε αναλάβει η ίδια. Τώρα την ευθύνη του προγράμματος έχει το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.
2. Στις αλλαγές στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Πεποίθησή της είναι ότι οι αλλαγές στη μορφή και στο περιεχόμενο του σχολείου έπρεπε να ξεκινούν από τη βάση, δηλαδή το νηπιαγωγείο και το Δημοτικό και όχι από την κορυφή, δηλαδή το Λύκειο, όπως αποφασίστηκε τελικά.
Πολλές αντιδράσεις, επίσης, κυρίως ανάμεσα σε συντηρητικούς κύκλους του ΠΑΣΟΚ, έχει προκαλέσει ένα πρόγραμμα για την αφομοίωση του μουσουλμανικού πληθυσμού στη Θράκη, μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα στα μειονοτικά σχολεία, που το είχε ξεκινήσει η Θάλεια Δραγώνα πριν από περίπου 8 χρόνια με την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών Αννα Φραγκουδάκη. 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Κύριο άρθρο, τα βασικά σημεία του κειμένου για τη διαβούλευση και ρεπορτάζ για τη σύνοδο των πρυτάνεων

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Κύριο άρθρο, τα βασικά σημεία του κειμένου για τη διαβούλευση και ρεπορτάζ για τη σύνοδο των πρυτάνεων,25.10.10

Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ των αλλαγών στην ανώτατη εκπαίδευση είναι πανθομολογούμενη. Και έχουν συμφωνήσει σ' αυτήν, κατά καιρούς, οι εκπρόσωποι της πολιτείας και των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Φαίνεται, όμως, ότι η συμφωνία ήταν στα γενικά. Και όταν φτάνει η ώρα της εξειδίκευσης, οι διαφωνίες είναι δεδομένες. Σε τέτοιο βαθμό, που να οδηγήσουν σε σύγκρουση και αναταραχή στις σχολές; Αυτό θα εξαρτηθεί από τη διάθεση και την ικανότητα των δύο πλευρών να οδηγηθούν σε συνεννόηση. Πάντως, οι πρώτες διαφωνίες φαίνονται αγεφύρωτες, μετά την παρουσίαση των κυβερνητικών προτάσεων στη Σύνοδο των πρυτάνεων, οι οποίοι τις απέρριψαν εξαρχής, προβάλλοντας τη βασική ένσταση της αντισυνταγματικότητας. Η κατάσταση στην ανώτατη εκπαίδευση είναι προβληματική.
Χωρίς να λείπουν οι τιμητικές εξαιρέσεις, τα ελληνικά πανεπιστήμια δεν μπορούν σήμερα να διεκδικήσουν αξιόλογες θέσεις στον ευρωπαϊκό -και παγκόσμιο- χάρτη της εκπαίδευσης. Πολλές σχολές, αμφίβολης χρησιμότητας, έχουν διασπαρεί ανά την Ελλάδα. Τα κριτήρια ίδρυσής τους δεν ήταν ακαδημαϊκά, αλλά πελατειακά.
Η ΔΙΟΙΚΗΣΗ των ιδρυμάτων στηρίζεται σε νόμο της δεκαετίας του '80. Και σχεδόν όλες οι πλευρές έχουν παραδεχτεί ότι, μέσα σ' αυτές τις σχεδόν τρεις δεκαετίες, κυριάρχησαν η αδιαφάνεια και η συναλλαγή στην ανάδειξη των οργάνων τους. Συναλλαγή μεταξύ καθηγητών και φοιτητών -ακριβέστερα των φοιτητικών παρατάξεων.
ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ αναξιοκρατίας, συναλλαγής, διαφθοράς και οικογενειοκρατίας έχουν καταγγελθεί, κατά καιρούς, στην εκλογή των καθηγητών, οι οποίοι, σε ορισμένες σχολές, αποτελούν κλειστές κάστες. Η δυσκολία ανάδειξης νέων επιστημόνων -και δη όσων προέρχονται από ιδρύματα του εξωτερικού- είναι δεδομένη. Η αξιολόγηση αποτελεί είδος εν ανεπαρκεία.
ΣΤΗΡΙΖΟΜΕΝΗ σε όλα αυτά η υπουργός Παιδείας παρουσίασε ένα «προχωρημένο» σχέδιο αλλαγών, το οποίο, όμως, προκάλεσε την αντίδραση του συνόλου της ακαδημαϊκής κοινότητας. Την αντίδραση αυτή προκαλεί κυρίως η πρόβλεψη του κυβερνητικού σχεδίου να μπορούν να εκλέγονται πρυτάνεις και πρόεδροι των ΤΕΙ πρόσωπα έξω από την πανεπιστημιακή κοινότητα, ακόμα και αλλοδαποί. Θεωρώντας ορισμένες από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις αντισυνταγματικές, η Σύνοδος των πρυτάνεων αρνείται να δεχτεί ως βάση διαλόγου το κείμενο που παρουσίασε η υπουργός.
ΟΜΩΣ, ο χώρος της παιδείας είναι ο κατ' εξοχήν χώρος του διαλόγου και της συνεννόησης. Βεβαίως, η κυβέρνηση έχει την ευθύνη να νομοθετήσει. Ωστόσο, το προνόμιο αυτό, ειδικά όταν ασκείται για ζητήματα της παιδείας, δεν πρέπει να οδηγεί σε συγκρούσεις και αδιέξοδα. Δεν αρκεί η προβολή καλών προθέσεων. Η υπουργός καλείται να πείσει την ακαδημαϊκή κοινότητα ότι οι αλλαγές που προτείνει δεν αποσκοπούν στην υποβάθμιση των λειτουργών της. Και εκείνοι, από την πλευρά τους, να δώσουν τη μάχη για την αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου και όχι για την υπεράσπιση στενών συντεχνιακών κεκτημένων.
Η ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ και όχι οι άγονες συγκρούσεις πρέπει να είναι πρώτο μέλημα όλων.